
Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη
Μια λακανική ανάγνωση της ανάγκης για βεβαιότητα σε έναν κόσμο που υπόσχεται απαντήσεις και παράγει ανασφάλεια
Η αβεβαιότητα αποτελεί μία από τις πιο θεμελιώδεις εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Γιατί όμως η ανάγκη για βεβαιότητα γίνεται συχνά πηγή άγχους, επανάληψης και ψυχικής οδύνης;
Η αβεβαιότητα δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη κατάσταση της καθημερινότητας. Είναι ένας τόπος όπου το υποκείμενο συναντά το όριό του: εκεί όπου η γνώση δεν επαρκεί, η πρόβλεψη αποτυγχάνει και ο λόγος δεν μπορεί να κλείσει το άνοιγμα που αφήνει η επιθυμία. Παρά την πρόοδο της επιστήμης, της τεχνολογίας και της πληροφορίας, ο άνθρωπος εξακολουθεί να στέκεται μπροστά σε ερωτήματα που δεν απαντώνται οριστικά, σαν να κοιτάζει μια πόρτα που ανοίγει κάθε φορά που νομίζει ότι την έχει κλείσει.
Η αβεβαιότητα εμφανίζεται στις πιο προσωπικές ερωτήσεις της καθημερινότητας: αν μια σχέση θα αντέξει, αν μια απόφαση ήταν σωστή, αν ο άλλος αγαπά πραγματικά, αν το σώμα θα παραμείνει υγιές, αν η αποτυχία μπορεί να αποφευχθεί, αν τελικά θα τα καταφέρουμε. Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι απλώς πρακτικά. Αγγίζουν τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο ζητά να στηριχθεί, να αναγνωριστεί και να βρει μια θέση μέσα στον κόσμο.
→ Δείτε επίσης: Η αναζήτηση αναγνώρισης και το βλέμμα των άλλων
Η καθημερινή ζωή είναι διαποτισμένη από τέτοιου είδους αβεβαιότητες. Άλλοτε περνούν σχεδόν αθόρυβα, σαν μικρές ρωγμές μέσα στη ροή της ημέρας· άλλοτε ανοίγουν βαθύτερα και μετατρέπονται σε αγωνία, αμφιβολία και ψυχική οδύνη. Δεν βιώνουν όλοι οι άνθρωποι την αβεβαιότητα με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους αποτελεί μια αναπόφευκτη διάσταση της ζωής. Για άλλους γίνεται τόπος καθηλωτικός, ένα σημείο όπου το υποκείμενο επιστρέφει ξανά και ξανά, ζητώντας μια απάντηση που να μπορέσει επιτέλους να το ησυχάσει.
Στη σύγχρονη εποχή αυτή η δυσκολία δεν περιορίζεται στο ατομικό πεδίο. Το υποκείμενο καλείται να οικοδομήσει αυτοπεποίθηση, ανθεκτικότητα και μια αίσθηση εσωτερικής συνέχειας, ενώ ταυτόχρονα βομβαρδίζεται από μηνύματα που του υπενθυμίζουν ότι τίποτα δεν είναι σταθερό. Η κλιματική κρίση, η οικονομική επισφάλεια, οι γεωπολιτικές εντάσεις, η τεχνολογική επιτάχυνση και η αβεβαιότητα της εργασίας δεν λειτουργούν μόνο ως εξωτερικά γεγονότα. Εγγράφονται ψυχικά ως ένα διαρκές υπόβαθρο απειλής, σαν ο κόσμος να ζητά από το άτομο να είναι σίγουρο για τον εαυτό του μέσα σε συνθήκες που το καλούν διαρκώς να αμφιβάλλει.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί υπάρχει αβεβαιότητα ούτε πώς θα μπορούσε να περιοριστεί.
Το ερώτημα είναι τι ακριβώς ζητά το υποκείμενο όταν ζητά να απαλλαγεί από αυτήν· αν ζητά μια πληροφορία, μια προστασία, μια αγάπη χωρίς ρήγμα ή μια βεβαιότητα που, ακόμη κι αν του προσφερόταν, δεν θα μπορούσε ποτέ να το ικανοποιήσει πλήρως.
Η αβεβαιότητα δεν είναι πρόβλημα πληροφορίας, αλλά ρήγμα στη βεβαιότητα του Εγώ
Συχνά θεωρούμε ότι η αβεβαιότητα προκύπτει επειδή δεν διαθέτουμε αρκετές πληροφορίες. Πιστεύουμε ότι αν γνωρίζαμε περισσότερα, αν είχαμε μεγαλύτερη βεβαιότητα για τα γεγονότα, η αγωνία θα εξαφανιζόταν.
Η κλινική εμπειρία, αλλά και η καθημερινή παρατήρηση, δείχνουν συχνά το αντίθετο: όσο περισσότερη πληροφορία αναζητά κανείς, τόσο περισσότερο μπορεί να αναπαράγεται η ανάγκη για ακόμη μία επιβεβαίωση.
Ο άνθρωπος με άγχος υγείας μπορεί να πραγματοποιήσει επανειλημμένες ιατρικές εξετάσεις και να εξακολουθεί να αμφιβάλλει· το άτομο με ιδεοψυχαναγκαστική συμπτωματολογία μπορεί να ελέγξει πολλές φορές την πόρτα και να συνεχίζει να αναρωτιέται αν είναι κλειδωμένη· κάποιος που φοβάται την εγκατάλειψη μπορεί να ακούει καθημερινά διαβεβαιώσεις αγάπης και, παρ’ όλα αυτά, να παραμένει δεμένος με την ιδέα ότι θα μείνει μόνος.
→ Δείτε επίσης: Άγχος υγείας: όταν το σώμα γίνεται πεδίο αγωνίας
→ Δείτε επίσης: Η αμφιβολία στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή
Η δυσκολία, λοιπόν, δεν βρίσκεται απλώς στην έλλειψη πληροφορίας. Βρίσκεται στο γεγονός ότι καμία πληροφορία δεν μπορεί να εξαλείψει οριστικά το υπόλοιπο της αβεβαιότητας που επιμένει μετά από κάθε απάντηση.
Με λακανικούς όρους, το υποκείμενο δεν συμπίπτει ποτέ πλήρως με τον εαυτό του. Είναι διχασμένο από τη γλώσσα, από την επιθυμία, από εκείνο που λέει και από εκείνο που του διαφεύγει μέσα σε όσα λέει. Η βεβαιότητα που αναζητά δεν αφορά μόνο τα γεγονότα, αλλά την επιθυμία του Άλλου: «τι είμαι για τον Άλλο;», «με θέλει;», «κινδυνεύω να χαθώ από τη θέση που νομίζω ότι έχω;». Έτσι, η πληροφορία δεν αρκεί, γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο γνωστικό. Είναι ερώτημα ύπαρξης.
→ Δείτε επίσης: Φόβος της απόρριψης: όταν χάνεται η θέση που νομίζαμε ότι είχαμε
Η αναζήτηση της διαβεβαίωσης ως αίτημα προς τον Άλλο
Η ανάγκη για βεβαιότητα εμφανίζεται συχνά ως ανάγκη για διαβεβαίωση. Το άτομο αναζητά έναν άλλον που θα γνωρίζει στη θέση του: έναν ειδικό, έναν σύντροφο, έναν γονέα, έναν θεραπευτή. Κάποιον που θα μπορέσει να πει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος, ότι η αγάπη είναι ασφαλής, ότι η επιλογή ήταν σωστή, ότι η εγκατάλειψη δεν θα συμβεί. Όμως το αίτημα αυτό δεν ζητά μόνο μια απάντηση· ζητά έναν Άλλο που να μην λείπει, έναν Άλλο που να μην αμφιβάλλει, έναν Άλλο που να μπορεί να σταθεί ως εγγύηση εκεί όπου το υποκείμενο νιώθει ότι καταρρέει.
Πρόκειται για μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής, ο άνθρωπος απευθύνεται στον άλλον αναζητώντας προσανατολισμό, νόημα και ασφάλεια.
Σήμερα, αυτή η αναζήτηση διαβεβαίωσης έχει αποκτήσει και νέες μορφές. Δεν απευθυνόμαστε μόνο σε πρόσωπα, αλλά και σε οθόνες, πλατφόρμες, μετρήσεις, δείκτες, ειδοποιήσεις, αξιολογήσεις και αλγοριθμικές απαντήσεις. Το υποκείμενο ζητά να μάθει αν είναι αρκετό, αν κινδυνεύει, αν βρίσκεται στη σωστή πλευρά των εξελίξεων. Η ψηφιακή εποχή υπόσχεται πληροφόρηση, αλλά συχνά εντείνει την αγωνία, γιατί προσφέρει απαντήσεις χωρίς να μπορεί να προσφέρει ψυχική εγγύηση. Και όμως, μέσα στη σιωπή της οθόνης, η απάντηση εμφανίζεται με μια σχεδόν καθησυχαστική καθαρότητα: γρήγορη, έτοιμη, τακτοποιημένη, σαν να μην φέρει το σημάδι της έλλειψης.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως νέος Άλλος της βεβαιότητας
Στο σημείο αυτό, η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται ως μια ιδιαίτερη μορφή του σύγχρονου Άλλου. Δεν εμφανίζεται με το βλέμμα του γονέα, με τη φωνή του δασκάλου ή με την αυθεντία του ειδικού, αλλά με την ταχύτητα μιας απάντησης που μοιάζει να έχει ήδη οργανώσει το χάος. Εκεί όπου το υποκείμενο ψάχνει, διστάζει, αναβάλλει ή φοβάται να επιλέξει, η τεχνητή νοημοσύνη μοιάζει να λέει: «δεν χρειάζεται να περιπλανηθείς· μπορώ να σου το δώσω έτοιμο».
Η υπόσχεσή της είναι βαθιά ελκυστική, ακριβώς επειδή συναντά το φαντασιακό αίτημα του υποκειμένου για έναν Άλλο που γνωρίζει.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι στρέφονται στην τεχνητή νοημοσύνη όχι μόνο για πληροφορίες αλλά και για ερωτήματα που παλαιότερα απευθύνονταν σε φίλους, συντρόφους, δασκάλους ή θεραπευτές. Το γεγονός αυτό δεν αποκαλύπτει μόνο μια τεχνολογική αλλαγή. Αποκαλύπτει και μια μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε αναγνώριση, προσανατολισμό και απαντήσεις απέναντι στην αβεβαιότητα.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως νέος Άλλος της βεβαιότητας
Ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι μπορεί να σφάλει, ότι μπορεί να επινοήσει, ότι μπορεί να επιστρέψει μια απάντηση πειστική αλλά όχι αληθινή, η μορφή της απάντησης παραμένει καθησυχαστική. Η βεβαιότητα δεν βρίσκεται απαραίτητα στην αλήθεια του περιεχομένου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο η απάντηση δίνεται: χωρίς δισταγμό, χωρίς αμηχανία, χωρίς σιωπή.
Έτσι, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να φανεί σαν η εγγύηση που το υποκείμενο έψαχνε: ένας Άλλος διαθέσιμος, ακούραστος, άμεσος, που δεν κουράζεται από την επανάληψη της ερώτησης και δεν δυσανασχετεί μπροστά στην αγωνία. Μπορεί να απαντήσει ξανά και ξανά, να αναδιατυπώσει, να ταξινομήσει, να προβλέψει, να προτείνει. Σαν να λέει: «είμαι εδώ για να κλείσω το κενό».
Αλλά το ερώτημα παραμένει: κλείνει πράγματι το κενό ή απλώς το καλύπτει προσωρινά με μια νέα μορφή διαβεβαίωσης;
Αν το σύμπτωμα είναι ένας τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο απευθύνει κάτι στον Άλλο, τότε η ατέρμονη αναζήτηση απαντήσεων μπορεί να ιδωθεί και ως σύγχρονη μορφή συμπτωματικού αιτήματος. Δεν ζητώ μόνο να μάθω· ζητώ να μου δοθεί μια απάντηση που θα με απαλλάξει από το βάρος της επιθυμίας, από την ευθύνη της επιλογής, από την αγωνία του να μην ξέρω. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν δημιουργεί αυτό το αίτημα, αλλά το συναντά σε μια ιστορική στιγμή όπου το υποκείμενο έχει ήδη εκπαιδευτεί να αναζητά γρήγορη επιβεβαίωση και άμεση ανακούφιση.
Ωστόσο, όσο σημαντική και αν είναι αυτή η ανάγκη, καμία διαβεβαίωση δεν μπορεί να προσφέρει οριστική λύση στο πρόβλημα της αβεβαιότητας. Η απάντηση μπορεί να καταπραΰνει, να οργανώσει προσωρινά το χάος, να δώσει στο υποκείμενο την αίσθηση ότι κάποιος το άκουσε και ότι κάτι ειπώθηκε στη θέση της αγωνίας.
Όμως η διαβεβαίωση λειτουργεί συχνά σαν ένα λεπτό πέπλο πάνω από το κενό: για λίγο το σκεπάζει, χωρίς να το εξαφανίζει.
Γι’ αυτό η ανακούφιση διαρκεί λίγο. Η αγωνία επιστρέφει, όχι επειδή η απάντηση ήταν ανεπαρκής, αλλά επειδή το αίτημα που την κινητοποιεί δεν αφορά μόνο τη γνώση. Αφορά τη θέση του υποκειμένου απέναντι στην έλλειψη.
Ο Άλλος που υποτίθεται ότι γνωρίζει και ο Άλλος που υποτίθεται ότι απαντά
Η ψυχανάλυση προσεγγίζει αυτό το σημείο όχι ως απλό έλλειμμα προσαρμογής, αλλά ως τόπο όπου αποκαλύπτεται η σχέση του υποκειμένου με τον λόγο, την επιθυμία και τον Άλλο.
Ο Λακάν περιέγραψε τον Άλλο ως τον τόπο όπου το υποκείμενο τοποθετεί τη γνώση, την αναγνώριση και την εγγύηση του νοήματος. Ο Άλλος δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο· είναι ο τόπος του λόγου, της γλώσσας, του νόμου, της απάντησης που περιμένουμε πριν ακόμη διατυπώσουμε πλήρως το ερώτημά μας.
Από αυτή την οπτική, το παιδί απευθύνεται στον γονέα, ο μαθητής στον δάσκαλο, ο ασθενής στον γιατρό, ο αναλυόμενος στον θεραπευτή, ο ερωτευμένος στον αγαπημένο.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις λειτουργεί μια παρόμοια φαντασίωση: ότι κάπου υπάρχει κάποιος που γνωρίζει αυτό που εμείς δεν γνωρίζουμε και μπορεί να εγγυηθεί τη θέση μας.
→ Δείτε επίσης: Το φαντασιακό του υποκειμένου και οι κοινωνικές φαντασιώσεις
Η αγωνία εντείνεται όταν αυτή η βεβαιότητα αρχίζει να κλονίζεται· όταν το υποκείμενο αντιλαμβάνεται ότι ο Άλλος, στον οποίο απευθυνόταν σαν να κατείχε την τελευταία λέξη, είναι και ο ίδιος σημαδεμένος από έλλειψη.
Όταν γίνεται αντιληπτό ότι ούτε ο Άλλος διαθέτει τις απαντήσεις που αναζητούμε, τότε το υποκείμενο βρίσκεται αντιμέτωπο με την έλλειψη στον Άλλο: με το γεγονός ότι δεν υπάρχει τελικός εγγυητής του νοήματος.
Η σύγχρονη κοινωνία μοιάζει συχνά να ενισχύει αυτή τη φαντασίωση και ταυτόχρονα να την καταρρίπτει. Από τη μία πλευρά προτρέπει το άτομο να γίνει αυτόνομο, παραγωγικό, ευέλικτο, ψυχικά ανθεκτικό και βέβαιο για την αξία του. Από την άλλη, του υπενθυμίζει καθημερινά ότι το μέλλον είναι επισφαλές, ότι οι θεσμοί δεν εγγυώνται σταθερότητα, ότι το περιβάλλον απειλείται, ότι η οικονομία μπορεί να ανατραπεί, ότι ακόμη και η προσωπική ταυτότητα πρέπει διαρκώς να επιβεβαιώνεται και να επιτελείται.
Έτσι, το αίτημα για εσωτερική σιγουριά γεννιέται μέσα σε έναν πολιτισμό που παράγει συστηματικά εξωτερική ανασφάλεια.
Ούτε ο γιατρός μπορεί να εγγυηθεί απολύτως την υγεία, ούτε ο σύντροφος την αιωνιότητα μιας σχέσης, ούτε ο θεραπευτής την εξάλειψη της αβεβαιότητας. Κάθε μορφή αυθεντίας συναντά το όριό της εκεί όπου η ανθρώπινη ύπαρξη παραμένει ανοιχτή, ευάλωτη και μη πλήρως προβλέψιμη.
Η αβεβαιότητα στις ψυχικές διαταραχές
Η δυσκολία συνάντησης με την αβεβαιότητα εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές σε πολλές ψυχικές δυσκολίες, άλλοτε ως επίμονη σκέψη, άλλοτε ως επανάληψη, άλλοτε ως ανάγκη ελέγχου και άλλοτε ως απαίτηση να μιλήσει ο Άλλος ακόμη μία φορά.
Στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή εμφανίζεται ως ατέρμονη αναζήτηση βεβαιότητας, στο άγχος υγείας ως αδιάκοπη προσπάθεια αποκλεισμού κάθε πιθανού κινδύνου, στον φόβο εγκατάλειψης ως ανάγκη συνεχούς επιβεβαίωσης της αγάπης του άλλου, στην τελειοθηρία ως προσπάθεια εξάλειψης κάθε λάθους και στη δυσκολία λήψης αποφάσεων ως αναζήτηση μιας τέλειας επιλογής που δεν θα συνοδεύεται από απώλειες.
→ Δείτε επίσης: Τελειοθηρία: η παγίδα του να μην είναι τίποτα αρκετό
Παρά τις διαφορές τους, όλες αυτές οι μορφές ψυχικής οδύνης οργανώνονται γύρω από μια κοινή δυσκολία: την αποδοχή ότι η ζωή δεν παρέχει απόλυτες εγγυήσεις και ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να αποφύγει το άνοιγμα της επιλογής, της απώλειας και της επιθυμίας.
Η αβεβαιότητα ως υπαρξιακή συνθήκη
Από υπαρξιακή σκοπιά, η αβεβαιότητα δεν αποτελεί παθολογία· αποτελεί τον ορίζοντα μέσα στον οποίο η ζωή αποκτά κίνδυνο, βάρος και νόημα. Αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι το ον που γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει: γνωρίζει ότι θα χάσει, ότι θα αποχωριστεί, ότι θα αποτύχει σε ορισμένες από τις επιθυμίες του και ότι δεν μπορεί να αποφύγει τη θνητότητά του.
Καμία γνώση δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως αυτές τις πραγματικότητες. Η αβεβαιότητα δεν είναι ατύχημα της ζωής· είναι η μορφή με την οποία βιώνεται η ανθρώπινη ελευθερία, εκεί όπου δεν υπάρχει έτοιμο σενάριο και το υποκείμενο καλείται να πάρει θέση.
Στην εποχή της πολλαπλής κρίσης, αυτή η υπαρξιακή διάσταση γίνεται πιο ορατή. Η κλιματική αγωνία, η οικολογική απώλεια, η εργασιακή αστάθεια και η αίσθηση ότι το μέλλον συρρικνώνεται δεν είναι απλώς κοινωνικά δεδομένα. Γίνονται τρόποι με τους οποίους το υποκείμενο συναντά την έλλειψη εγγύησης στον ίδιο τον κόσμο.
Η αγωνία δεν αφορά μόνο το τι θα συμβεί αύριο, αλλά και το αν υπάρχει ακόμη ένα πλαίσιο που μπορεί να κρατήσει την επιθυμία, τον σχεδιασμό και την ελπίδα.
Τι ζητάμε πραγματικά όταν ζητάμε βεβαιότητα;
Πίσω από την αναζήτηση της βεβαιότητας κρύβεται συχνά ένα βαθύτερο αίτημα, πιο αρχαϊκό και πιο επίμονο από την ανάγκη για μια απλή απάντηση.
Δεν πρόκειται μόνο για αίτημα πληροφορίας. Πρόκειται για αίτημα αναγνώρισης, προστασίας, αγάπης και νοήματος· για την υπόσχεση ότι κάποιος ή κάτι θα μας προφυλάξει από την απώλεια, τη ματαίωση και την αβεβαιότητα.
→ Δείτε επίσης: Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη
Πρόκειται για ένα αίτημα βαθιά ανθρώπινο, αλλά ταυτόχρονα αδύνατο να ικανοποιηθεί πλήρως, γιατί ζητά από τον κόσμο να πάψει να είναι ανοιχτός και από τον Άλλο να πάψει να είναι ελλειμματικός.
Κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξει απώλεια, πόνος ή λανθασμένη επιλογή. Ακόμη και η πιο καθησυχαστική απάντηση αφήνει πίσω της ένα υπόλοιπο, μια μικρή σκιά αμφιβολίας που υπενθυμίζει ότι το υποκείμενο δεν κατοικεί σε έναν κόσμο απόλυτης διαφάνειας.
Η αναζήτηση μιας τέτοιας εγγύησης οδηγεί συχνά σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση από τον Άλλο και σε ακόμη μεγαλύτερη αγωνία όταν η εγγύηση αυτή αποδεικνύεται αδύνατη.
Η βεβαιότητα που αναζητά το διχασμένο υποκείμενο είναι ακριβώς εκείνη που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί πλήρως χωρίς να ακυρώσει κάτι από την ίδια την υποκειμενικότητά του. Αν ο Άλλος έδινε την τελική απάντηση, αν η εγγύηση ήταν απόλυτη, τότε τι θα απέμενε από την επιθυμία; Τι θα σήμαινε να επιλέγει κανείς, να αγαπά, να πενθεί, να διακινδυνεύει, αν το νόημα ήταν ήδη κλειστό πριν από την πράξη;
Μαθαίνοντας να ζούμε χωρίς εγγυήσεις
Η ψυχική ωρίμανση δεν ταυτίζεται με την κατάκτηση της βεβαιότητας, αλλά με την ικανότητα να ζει κανείς χωρίς να απαιτεί από τον εαυτό του, από τον Άλλο ή από τα νέα τεχνολογικά του προσωπεία μια απόλυτη εγγύηση.
→ Δείτε επίσης: Προσωπικά όρια: γιατί η εποχή μας μιλά διαρκώς γι’ αυτά
Δεν σημαίνει παραίτηση από τη γνώση ούτε αδιαφορία απέναντι στον κίνδυνο. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να συνεχίσει να επιθυμεί, να αγαπά, να αποφασίζει και να πράττει, γνωρίζοντας ότι κάθε επιλογή εμπεριέχει ένα υπόλοιπο αβεβαιότητας· ένα υπόλοιπο που δεν είναι απλώς έλλειμμα, αλλά ο χώρος όπου μπορεί να κινηθεί η επιθυμία.
Αυτό δεν είναι εύκολο σε έναν πολιτισμό που συχνά μεταφράζει την ανασφάλεια σε προσωπική αποτυχία. Όταν το άτομο καλείται να είναι διαρκώς αποτελεσματικό, συναισθηματικά ρυθμισμένο, παραγωγικό και αισιόδοξο, η αμφιβολία μπορεί να βιωθεί σαν ελάττωμα.
Μια ψυχαναλυτική ανάγνωση, αντίθετα, επιτρέπει να δούμε την αμφιβολία όχι μόνο ως σύμπτωμα, αλλά και ως σημείο όπου το υποκείμενο συναντά την επιθυμία του, τα όριά του και την ανάγκη του για δεσμό.
Η ενηλικίωση, με αυτή την έννοια, δεν συνδέεται με την εύρεση των οριστικών απαντήσεων.
Συνδέεται με την αναγνώριση ότι ορισμένα από τα σημαντικότερα ερωτήματα της ζωής δεν θα απαντηθούν ποτέ οριστικά, όχι επειδή λείπει η σωστή τεχνική, αλλά επειδή η ίδια η ζωή δεν κλείνει σε τελική απάντηση.
Και ακριβώς μέσα σε αυτή την έλλειψη βεβαιότητας καθίσταται δυνατή η επιθυμία, η επιλογή, η σχέση και η ίδια η ανθρώπινη ζωή: όχι ως πλήρης κατοχή νοήματος, αλλά ως διαρκής προσπάθεια να δοθεί μορφή σε κάτι που δεν εγγυάται ποτέ πλήρως τον εαυτό του.