Τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων;

Από την ανάγκη για προσοχή στη θέση του υποκειμένου απέναντι στον Άλλο

«Το κάνει για να τραβήξει την προσοχή».

Πρόκειται για μία από τις πιο διαδεδομένες ερμηνείες της καθημερινής ζωής. Η φράση επιστρατεύεται κάθε φορά που μια συμπεριφορά μοιάζει υπερβολική, επίμονη ή δύσκολα κατανοητή. Με έναν παράδοξο τρόπο, όμως, η προφανής αυτή εξήγηση λειτουργεί συχνά ως άρνηση του ίδιου του ερωτήματος που υποτίθεται ότι απαντά.

Διότι το ζήτημα δεν είναι γιατί το υποκείμενο επιθυμεί να γίνει αντικείμενο προσοχής. Το ζήτημα είναι τι αναζητεί μέσα από το βλέμμα του Άλλου και γιατί το βλέμμα αυτό καταλαμβάνει τόσο κεντρική θέση στην ψυχική ζωή.

Πίσω από αυτό που συνήθως περιγράφεται ως ανάγκη για προσοχή διακρίνεται συχνά μια βαθύτερη αναζήτηση αναγνώρισης. Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει την αναγνώριση ως ένα απλό αίτημα επιβεβαίωσης ούτε ως έκφραση ματαιοδοξίας. Τη συνδέει με τον ίδιο τον τρόπο μέσα από τον οποίο συγκροτείται το υποκείμενο και αποκτά θέση απέναντι στον Άλλο.

Το υποκείμενο δεν εμφανίζεται στον κόσμο ως μια ήδη συγκροτημένη οντότητα που αργότερα εισέρχεται στις σχέσεις. Από την πρώτη στιγμή βρίσκεται εγγεγραμμένο σε ένα πεδίο λόγου, επιθυμιών και προσδοκιών που προϋπάρχει της παρουσίας του. Έχει ήδη ονομασθεί, έχει ήδη καταλάβει μια θέση στις αφηγήσεις των άλλων και έχει ήδη γίνει φορέας νοημάτων που δεν επέλεξε το ίδιο.

Από αυτή την άποψη, η σχέση με τον Άλλο δεν αποτελεί ένα μεταγενέστερο γεγονός της ζωής αλλά μια συνθήκη της ίδιας της υποκειμενικής συγκρότησης.

Γι’ αυτό και το βλέμμα αποκτά τόσο ιδιαίτερη σημασία. Όχι επειδή το υποκείμενο επιθυμεί απλώς να γίνει ορατό, αλλά επειδή μέσα από το βλέμμα επιχειρεί να αντλήσει κάτι σχετικά με τη θέση που κατέχει στον κόσμο του Άλλου.

Το στάδιο του καθρέφτη και η γέννηση της εικόνας

Η συμβολή του Jacques Lacan στο ζήτημα αυτό υπήρξε καθοριστική. Στο γνωστό στάδιο του καθρέφτη, το παιδί αναγνωρίζει για πρώτη φορά τον εαυτό του μέσα από μια εικόνα που βρίσκεται έξω από το ίδιο. Η εμπειρία αυτή δεν αφορά απλώς μια αναπτυξιακή φάση. Αφορά μια θεμελιώδη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η εικόνα μέσα από την οποία το υποκείμενο αναγνωρίζει τον εαυτό του δεν συμπίπτει ποτέ πλήρως με αυτό που είναι. Η αναγνώριση εμπεριέχει εξαρχής μια μορφή παραγνώρισης.

Το εγώ συγκροτείται μέσα από μια εικόνα συνοχής, πληρότητας και σταθερότητας που το ίδιο το υποκείμενο δεν κατέχει ποτέ πλήρως.

Γι’ αυτό και η σχέση του ανθρώπου με την εικόνα παραμένει πάντοτε ασταθής. Η ταυτότητα δεν αποτελεί ποτέ ένα οριστικά κατακτημένο δεδομένο. Παραμένει ένα διαρκές έργο αναγνώρισης και επαναδιαπραγμάτευσης.

Το βλέμμα του Άλλου αποκτά σημασία ακριβώς επειδή φαίνεται να υπόσχεται μια απάντηση εκεί όπου η βεβαιότητα απουσιάζει.

→ Δείτε επίσης: Ναρκισσισμός – Η ερωτική έλξη της κατοπτρικής εικόνας

Το βλέμμα δεν είναι τα μάτια

Η ψυχανάλυση χρησιμοποιεί τη λέξη «βλέμμα» με διαφορετικό τρόπο από την καθημερινή γλώσσα. Το βλέμμα δεν ταυτίζεται με τα μάτια ενός προσώπου. Δεν αφορά απλώς την οπτική αντίληψη. Αφορά μια θέση.

Αφορά τη θέση από την οποία το υποκείμενο αισθάνεται ότι γίνεται αντικείμενο παρατήρησης, αξιολόγησης ή επιθυμίας.

Η σημασία του βλέμματος δεν βρίσκεται τόσο στο ότι ο Άλλος μας κοιτάζει. Βρίσκεται στο ότι το υποκείμενο προσπαθεί διαρκώς να καταλάβει τι σημαίνει για τον Άλλο. Τι αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν. Τι θέση κατέχει στην επιθυμία του.

Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν μπορεί να απαντηθεί οριστικά. Και ακριβώς γι’ αυτό επιστρέφει ξανά και ξανά με διαφορετικές μορφές.

Η ανάγκη για αναγνώριση δεν αφορά απλώς την αναζήτηση θετικών σχολίων ή επιβεβαίωσης. Αφορά τη σχέση του υποκειμένου με ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό. Ποια είναι η θέση μου για τον Άλλο; Η απάντηση δεν βρίσκεται ποτέ πλήρως διαθέσιμη. Το υποκείμενο δεν έχει πρόσβαση στην επιθυμία του Άλλου.

Δεν γνωρίζει πραγματικά τι σκέφτεται ο άλλος, τι βλέπει ή τι επιθυμεί. Αυτό το κενό δεν μπορεί να καταργηθεί.

Όταν αισθανόμαστε ότι όλοι μας κοιτούν

Η σημασία του βλέμματος γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις εμπειρίες ντροπής, κοινωνικού άγχους και έκθεσης.

Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν την αίσθηση ότι τους παρατηρούν, τους αξιολογούν ή τους σχολιάζουν. Η εμπειρία αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στην εφηβεία, αλλά συναντάται σε όλες τις ηλικίες.

Το ενδιαφέρον είναι ότι συνήθως δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει στον ψυχικό κόσμο των άλλων. Δεν έχουμε πρόσβαση στις σκέψεις τους. Δεν γνωρίζουμε τι πραγματικά βλέπουν. Δεν γνωρίζουμε αν πράγματι μας αξιολογούν. Το μόνο βέβαιο είναι ότι εμείς κοιτάμε.

Κοιτάμε τον εαυτό μας μέσα από μια θέση από την οποία φανταζόμαστε ότι μας κοιτάζει ο Άλλος. Προσπαθούμε να μαντέψουμε την κρίση του, την αξιολόγησή του ή την επιθυμία του.

Η αγωνία δεν γεννιέται πάντοτε από ένα πραγματικό βλέμμα. Γεννιέται συχνά από την υπόθεση ενός βλέμματος. Από την υπόθεση ότι υπάρχει κάπου ένας Άλλος που γνωρίζει κάτι για εμάς που εμείς δεν γνωρίζουμε.

Αυτή η διάσταση εξηγεί γιατί η ντροπή μπορεί να είναι τόσο ισχυρή ακόμη και απουσία πραγματικής έκθεσης. Το υποκείμενο δεν υποφέρει μόνο από αυτό που συμβαίνει. Υποφέρει από αυτό που φαντάζεται ότι συμβαίνει στο πεδίο του Άλλου.

→ Δείτε επίσης: Η εμπειρία της ντροπής: τι εκτίθεται πραγματικά;

Η σύγχρονη οικονομία του βλέμματος

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν δημιούργησαν την ανάγκη για αναγνώριση. Το αίτημα προς το βλέμμα προϋπήρχε της τεχνολογίας.

Εκείνο που μεταβάλλεται είναι η μορφή μέσα από την οποία το αίτημα αυτό οργανώνεται και επανέρχεται. Η ψηφιακή συνθήκη προσφέρει στο υποκείμενο μια σχεδόν αδιάκοπη δυνατότητα έκθεσης της εικόνας του και ταυτόχρονα μια εξίσου αδιάκοπη δυνατότητα παρακολούθησης των απαντήσεων που η εικόνα αυτή προκαλεί.

Η ανάρτηση, το σχόλιο, η κοινοποίηση, ακόμη και η απλή θέαση μιας δημοσίευσης αποκτούν μια λειτουργία που υπερβαίνει την επικοινωνία.

Η εικόνα δεν εκτίθεται μόνο για να γίνει ορατή. Εκτίθεται ως αίτημα. Ως ερώτημα που απευθύνεται προς τον Άλλο.

Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στον αριθμό των αντιδράσεων αλλά στη δομή της διαδικασίας. Το υποκείμενο αναζητά διαρκώς μέσα στις απαντήσεις των άλλων κάτι που θα μπορούσε να του επιστρέψει μια βεβαιότητα σχετικά με τη θέση του. Ωστόσο η βεβαιότητα αυτή δεν έρχεται ποτέ οριστικά.

Η αναγνώριση λειτουργεί συχνά ως στιγμιαία απάντηση σε ένα ερώτημα που παραμένει δομικά ανοιχτό.

Ίσως γι’ αυτό η ψηφιακή εποχή δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την παραγωγή εικόνων αλλά και από τη διαρκή επανάληψη του ίδιου αιτήματος.

Το υποκείμενο εκθέτει ξανά και ξανά την εικόνα του στο πεδίο ενός Άλλου του οποίου η επιθυμία παραμένει αδιαφανής.

→ Δείτε επίσης: Εκεί όπου ο λόγος σκοντάφτει

Η αναζήτηση αναγνώρισης και η παγίδα της επιβεβαίωσης

Ένα από τα πιο συνηθισμένα λάθη είναι η ταύτιση της αναγνώρισης με την επιβεβαίωση. Η επιβεβαίωση αφορά την αποδοχή μιας εικόνας του εαυτού. Η αναγνώριση αφορά κάτι βαθύτερο. Αφορά την αναγνώριση του υποκειμένου ως υποκειμένου.

Δεν προϋποθέτει θαυμασμό. Δεν προϋποθέτει συμφωνία. Δεν προϋποθέτει ιδανικοποίηση.

Γι’ αυτό και η αναζήτηση αναγνώρισης δεν εξαντλείται ποτέ πλήρως μέσω της επιτυχίας, της δημοφιλίας ή της κοινωνικής αποδοχής.

Το ερώτημα της θέσης του υποκειμένου απέναντι στον Άλλο επιμένει. Επιστρέφει στις ερωτικές σχέσεις. Επιστρέφει στις επαγγελματικές φιλοδοξίες.

Επιστρέφει στις φιλίες. Επιστρέφει στη δημόσια εικόνα. Επιστρέφει ακόμη και μέσα στην ψυχοθεραπεία.

Επίλογος

Ίσως η μεγαλύτερη ιδιαιτερότητα της σύγχρονης εποχής να μην είναι η αυξημένη ανάγκη για αναγνώριση αλλά η διαρκής παραγωγή χώρων μέσα στους οποίους το αίτημα αυτό μπορεί να απευθύνεται ξανά και ξανά χωρίς να ολοκληρώνεται ποτέ.

Η τεχνολογία πολλαπλασιάζει τις δυνατότητες έκθεσης της εικόνας. Δεν καταργεί όμως την αβεβαιότητα που συνοδεύει τη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία του Άλλου.

Το βλέμμα εξακολουθεί να κατέχει μια κεντρική θέση όχι επειδή το υποκείμενο επιθυμεί απλώς να γίνει ορατό. Αλλά επειδή μέσα από το βλέμμα επιχειρείται διαρκώς η επεξεργασία ενός ερωτήματος που βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας: της σχέσης με τον Άλλο και της αβέβαιης θέσης που καταλαμβάνει κανείς μέσα στον κόσμο του.

Σχετικά άρθρα

Share your love