
Η αμφιβολία και η ανάγκη ελέγχου στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή
Η ενοχή, η υπερ-ευθύνη και η ανάγκη απόλυτου ελέγχου
Η αμφιβολία στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή συχνά συνδέεται με έντονη ανάγκη ελέγχου, υπερ-ευθύνη και δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας.
Τα άτομα με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) συχνά εμφανίζουν έναν ιδιαίτερο τρόπο επεξεργασίας των σκέψεων, των συναισθημάτων και της πραγματικότητας. Σύμφωνα με τη γνωσιακή θεωρία, ο τρόπος αυτός συνδέεται με βαθύτερες πεποιθήσεις, γνωσιακά σχήματα και μηχανισμούς ερμηνείας που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τις ιδεοληψίες και αντιδρά απέναντί τους.
Στην ΙΨΔ, οι ιδεοληψίες δεν βιώνονται απλώς ως δυσάρεστες σκέψεις. Συχνά αποκτούν υπερβολική σημασία και συνδέονται με έντονη αίσθηση ευθύνης, ενοχής ή απειλής. Το άτομο αισθάνεται ότι οφείλει να ελέγξει, να αποτρέψει ή να εξουδετερώσει οποιαδήποτε πιθανότητα κινδύνου, ακόμη και όταν αυτός είναι εξαιρετικά απίθανος ή φαντασιακός.
Σύμφωνα με τον Salkovskis, οι ιδεοληψίες λειτουργούν ως στρεσογόνα ερεθίσματα πάνω σε ένα ευάλωτο γνωσιακό σύστημα, το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από πρώιμες εμπειρίες και βαθύτερα γνωσιακά σχήματα.
Τα σχήματα αυτά συχνά σχετίζονται με:
- την ανάγκη τελειότητας,
- τον φόβο του λάθους,
- την υπερβολική ευθύνη,
- την ανάγκη ελέγχου,
- τη δυσανεξία στην αβεβαιότητα,
- και την αίσθηση ότι ορισμένες σκέψεις είναι επικίνδυνες ή απαράδεκτες.
Στην ιδεοψυχαναγκαστική εμπειρία, η σκέψη μπορεί να βιώνεται σαν να έχει την ίδια βαρύτητα με μια πραγματική πράξη.
Για παράδειγμα:
- η ύπαρξη μιας επιθετικής σκέψης μπορεί να εκληφθεί σαν ένδειξη επικινδυνότητας,
- μια βλάσφημη σκέψη σαν απόδειξη ηθικής διαφθοράς,
- ή μια αμφιβολία σαν πιθανή καταστροφή που πρέπει να αποτραπεί.
Έτσι, το άτομο συχνά αισθάνεται ότι πρέπει να έχει απόλυτο έλεγχο πάνω στο περιεχόμενο του νου του.
Η αβεβαιότητα γίνεται δύσκολα ανεκτή.
Η πιθανότητα λάθους βιώνεται ως απειλή.
Και η ανάγκη βεβαιότητας αρχίζει σταδιακά να αποκτά καταναγκαστικό χαρακτήρα.
Μέσα από αυτή τη διαδικασία εμφανίζονται μια σειρά από γνωσιακές διαστρεβλώσεις και διεργασιακά λάθη.
Συχνές είναι:
- η καταστροφική ερμηνεία των σκέψεων,
- η υπερεκτίμηση της απειλής,
- η απόλυτη ή διπολική σκέψη,
- η «μαγική σκέψη»,
- η συναισθηματική λογική,
- και το αυθαίρετο συμπέρασμα.
Οι μηχανισμοί αυτοί οδηγούν στην εμφάνιση αυτόματων αρνητικών σκέψεων όπως:
«Αν δεν ελέγξω αυτή τη σκέψη, μπορεί να συμβεί κάτι κακό.»
«Αν σκέφτομαι κάτι βίαιο, ίσως σημαίνει ότι είμαι επικίνδυνος.»
«Πρέπει να είμαι απόλυτα σίγουρος.»
«Δεν πρέπει να κάνω κανένα λάθος.»
Οι σκέψεις αυτές συνοδεύονται συνήθως από έντονο άγχος, ενοχή, ντροπή ή αίσθηση εσωτερικής απειλής.
Σε αρκετές περιπτώσεις, το άτομο αποφεύγει καταστάσεις, ανθρώπους ή ερεθίσματα που ενεργοποιούν τις ιδεοληψίες, ενώ παράλληλα καταφεύγει σε ελέγχους, τελετουργίες ή νοητικές διαδικασίες με στόχο τη μείωση της έντασης και την αποκατάσταση μιας αίσθησης ασφάλειας.
Παρότι οι στρατηγικές αυτές προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, τελικά συντηρούν τον φαύλο κύκλο της ΙΨΔ. Η ανάγκη ελέγχου ενισχύεται ακόμη περισσότερο και το άτομο αρχίζει να οργανώνει μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του γύρω από την προσπάθεια αποφυγής της αβεβαιότητας και της εσωτερικής απειλής.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η αμφιβολία καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της καθημερινότητας του ατόμου. Ακόμη και απλές αποφάσεις ή μικρές καθημερινές πράξεις μπορεί να συνοδεύονται από επίμονους ελέγχους, ανασφάλεια και ανάγκη διαβεβαίωσης, δημιουργώντας έντονη ψυχική κόπωση και αίσθηση εγκλωβισμού.
Η ψυχοθεραπεία στην περίπτωση της ΙΨΔ δεν αφορά μόνο τη μείωση των συμπτωμάτων. Αφορά και την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο το άτομο έμαθε να σχετίζεται με την ενοχή, τον έλεγχο, την ευθύνη και την αβεβαιότητα, καθώς και την ανάπτυξη μιας διαφορετικής σχέσης με τις σκέψεις και τα συναισθήματά του.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Παπακώστας, Ι. (1994). Γνωσιακή ψυχοθεραπεία: Θεωρία και πράξη. Αθήνα: Ινστιτούτο Έρευνας της Συμπεριφοράς.
Clark, A.D. (2007). Cognitive Behavioral Therapy for OCD. New York: The Guilford Press.
Westbrook, D., Kennerley, H. & Kirk, J. (2010). Εισαγωγή στη Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία. Α. Καλαντζή-Αζίζι & Κ. Ευθυμίου (Επιμ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.