Η αμφιβολία, η ενοχή και η αδύνατη αναζήτηση της απόλυτης βεβαιότητας στην ιδεοψυχαναγκαστική εμπειρία

Στην ιδεοψυχαναγκαστική εμπειρία, το πρόβλημα δεν είναι η παρουσία μιας σκέψης. Οι παρείσακτες σκέψεις, οι επιθετικές εικόνες, οι βλάσφημες ιδέες ή οι παράδοξες επιθυμίες ανήκουν στην ανθρώπινη ψυχική εμπειρία. Εκείνο που διαφοροποιεί την ιδεοψυχαναγκαστική λειτουργία είναι η ιδιαίτερη σχέση που αποκτά το υποκείμενο με τη σκέψη του.

Η σκέψη παύει να βιώνεται ως κάτι φευγαλέο, αντιφατικό ή ασταθές. Αντιμετωπίζεται σαν ένδειξη. Σαν ίχνος μιας πιθανής αλήθειας για το ίδιο το υποκείμενο. Το άγχος δεν αφορά μόνο αυτό που σκέφτεται κανείς, αλλά αυτό που η σκέψη ίσως αποκαλύπτει για την επιθυμία του.

Έτσι, το υποκείμενο αρχίζει σταδιακά να οργανώνει τη σχέση του με τη σκέψη μέσα από μια αδιάκοπη διαδικασία ελέγχου και ερμηνείας. Η σκέψη παρακολουθείται, εξετάζεται, αναλύεται και επιστρέφει ξανά προς επιβεβαίωση. Όχι επειδή το υποκείμενο επιθυμεί πραγματικά να πράξει αυτό που φοβάται, αλλά επειδή αδυνατεί να αποδεχθεί ότι μια σκέψη μπορεί να υπάρξει χωρίς να σημαίνει κάτι οριστικό για την επιθυμία, την ηθική του θέση ή την ταυτότητά του.

Η ιδεοψυχαναγκαστική λειτουργία δεν οργανώνεται μόνο γύρω από το άγχος. Οργανώνεται γύρω από μια επίμονη απαίτηση βεβαιότητας. Μια ανάγκη να αποκλειστεί κάθε ασυνέχεια, κάθε αμφισημία, κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να διαταράξει την εικόνα ενός εαυτού απόλυτα ελεγχόμενου και ηθικά αδιαπέραστου.

Η αμφιβολία δεν λειτουργεί εδώ ως άνοιγμα προς το ερώτημα, αλλά ως μηχανισμός επιτήρησης του ίδιου του υποκειμένου.

Η ανάγκη ελέγχου και η αδύνατη βεβαιότητα να αποκτήσει πλήρη πρόσβαση στις προθέσεις του, να εξαλείψει κάθε πιθανότητα λάθους, να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει μέσα του τίποτα ανεξέλεγκτο, επιθετικό ή «απαγορευμένο». Όμως ακριβώς αυτή η απαίτηση πλήρους διαφάνειας απέναντι στον εαυτό οδηγεί σε έναν παράδοξο εγκλωβισμό: όσο περισσότερο αναζητείται η βεβαιότητα, τόσο περισσότερο ενισχύεται η αμφιβολία.

Κάθε καθησυχασμός λειτουργεί προσωρινά.
Κάθε τελετουργία μειώνει στιγμιαία την ένταση.
Και κάθε έλεγχος ανοίγει εκ νέου το ενδεχόμενο ενός ακόμη ελέγχου.

Έτσι συγκροτείται ένας κλειστός ψυχικός μηχανισμός όπου η ίδια η προσπάθεια εξουδετέρωσης της σκέψης της προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη πυκνότητα. Η σκέψη αποκτά βαρύτητα όχι επειδή είναι ισχυρή από μόνη της, αλλά επειδή το υποκείμενο επιχειρεί αδιάκοπα να την εξουδετερώσει, να τη σταθεροποιήσει ή να την αδειάσει από κάθε πιθανή σημασία.

Στην ιδεοψυχαναγκαστική εμπειρία, η ενοχή συχνά προηγείται της πράξης. Το υποκείμενο αισθάνεται υπεύθυνο όχι μόνο γι’ αυτό που έκανε, αλλά και γι’ αυτό που θα μπορούσε να είχε κάνει, να επιθυμήσει ή να προκαλέσει άθελά του. Η ευθύνη επεκτείνεται ακόμη και στο επίπεδο της φαντασίωσης.

Πίσω από αυτή την υπερτροφική ευθύνη διακρίνεται μια ιδιαίτερη σχέση με την επιθυμία. Η επιθυμία βιώνεται ως κάτι που δύσκολα μπορεί να αφεθεί χωρίς επιτήρηση, χωρίς λογοκρισία και χωρίς την ανάγκη συνεχούς διαβεβαίωσης ότι δεν θα οδηγήσει σε καταστροφή. Το υποκείμενο επιχειρεί έτσι να προστατευθεί όχι μόνο από το άγχος, αλλά και από το ενδεχόμενο να αναγνωρίσει μέσα του μια επιθυμία που δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.

Η ιδεοψυχαναγκαστική λειτουργία εμφανίζεται τότε σαν μια προσπάθεια εξουδετέρωσης όχι μόνο της σκέψης αλλά και της ίδιας της επιθυμίας. Όχι απαραίτητα μέσω της απαγόρευσής της, αλλά μέσω της αδιάκοπης αναβολής, της τελετουργικής σκέψης και της συνεχούς αναζήτησης μιας βεβαιότητας που ποτέ δεν κατακτάται.

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, ακόμη και η ικανοποίηση αποκτά παράδοξο χαρακτήρα. Η ανακούφιση που προσφέρουν οι τελετουργίες είναι στιγμιαία, ενώ η επιθυμία παραμένει διαρκώς υπό επιτήρηση. Το υποκείμενο μοιάζει να εγκλωβίζεται σε μια ψυχική οικονομία όπου η αποφυγή της καταστροφής αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ίδια τη δυνατότητα του να επιθυμήσει, να δράσει ή να αφεθεί στο μη προβλέψιμο στοιχείο της ζωής.

Γι’ αυτό και η ιδεοψυχαναγκαστική εμπειρία δεν αφορά μόνο την παρουσία ιδεοληψιών ή τελετουργιών. Αφορά έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να οργανώσει τη σχέση του με την επιθυμία, την ευθύνη, την έλλειψη και το μη ελέγξιμο στοιχείο της ύπαρξης.

Όμως η ψυχική ζωή δεν μπορεί να οργανωθεί χωρίς αντιφάσεις, χωρίς έλλειψη και χωρίς το ενδεχόμενο του απρόβλεπτου.

Έτσι, η ιδεοψυχαναγκαστική προσπάθεια πλήρους ελέγχου καταλήγει συχνά σε μια βαθιά ψυχική εξουθένωση. Η καθημερινότητα γεμίζει από επαναλήψεις, εσωτερικές διαπραγματεύσεις και αδιάκοπη αυτοπαρατήρηση. Το υποκείμενο αποσύρεται σταδιακά από την αυθόρμητη κίνηση της ζωής και εγκλωβίζεται σε μια συνεχή σχέση επιτήρησης με τον ίδιο του τον νου.

Ίσως τελικά το πιο επώδυνο στοιχείο της ιδεοψυχαναγκαστικής εμπειρίας να μην είναι μόνο το άγχος ή οι τελετουργίες, αλλά η σταδιακή μετατροπή της σκέψης σε έναν χώρο όπου ακόμη και η επιθυμία μοιάζει να χρειάζεται διαρκώς να λογοδοτεί.

 

Σχετικά Άρθρα

Share your love