Όταν η ανάγκη για προστασία γίνεται σύμπτωμα μιας κοινωνίας χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς

Τα προσωπικά όρια έχουν μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε μία από τις πιο δημοφιλείς έννοιες της σύγχρονης ψυχολογικής κουλτούρας. Η φράση «πρέπει να μάθεις να βάζεις όρια» ακούγεται πλέον παντού…

Λίγες φράσεις έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια τόσο μεγάλη διάδοση όσο αυτή. Ακούγεται στις σχέσεις, στην εργασία, στην ανατροφή των παιδιών, στην ψυχοθεραπεία, στα κοινωνικά δίκτυα και στη δημόσια συζήτηση. Η έννοια των ορίων λειτουργεί πλέον ως σχεδόν αυτονόητη απάντηση σε κάθε μορφή ψυχικής δυσφορίας, σαν ένας σύντομος τρόπος να ονομαστεί η κόπωση, η εισβολή, η ενοχή και η δυσκολία διαφοροποίησης (→ Δείτε άρθρο: Ο φόβος της απόρριψης). 

Αισθάνεσαι εξάντληση; Βάλε όρια.

Δυσκολεύεσαι στις σχέσεις; Βάλε όρια.

Νιώθεις ότι οι άλλοι απαιτούν υπερβολικά πολλά από εσένα; Βάλε όρια.

Η διάδοση αυτή δεν είναι τυχαία. Αποκαλύπτει κάτι ουσιαστικό για τον τρόπο με τον οποίο η εποχή μας αντιλαμβάνεται τον εαυτό, τις σχέσεις και την ψυχική ζωή. Όσο όμως μια λέξη γίνεται καθολική εξήγηση, τόσο περισσότερο χρειάζεται να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι σημαίνει, αλλά και τι συγκαλύπτει: ποια δυσφορία μεταφράζεται σε ατομική δεξιότητα και ποια κοινωνική απαίτηση επιστρέφει ως προσωπική ευθύνη.

Το ζήτημα δεν είναι αν τα όρια είναι αναγκαία. Χωρίς όρια δεν υπάρχει ούτε σχέση ούτε κοινωνική ζωή. Το ερώτημα είναι γιατί η ανάγκη για όρια εμφανίζεται σήμερα ως κεντρικό αίτημα ενός πολιτισμού που, την ίδια στιγμή, οργανώνεται γύρω από την υπέρβαση κάθε περιορισμού.

Η ψυχολογικοποίηση μιας πολιτισμικής δυσφορίας

Η σύγχρονη ψυχολογική κουλτούρα τείνει να μεταφράζει συλλογικές δυσφορίες σε ατομικές δεξιότητες. Ό,τι αφορά την εργασία, τον χρόνο, τη μοναξιά, την εξάντληση ή την αβεβαιότητα επιστρέφει συχνά στο άτομο ως ζήτημα προσωπικής διαχείρισης.

Η γλώσσα των προσωπικών ορίων προσφέρει πραγματική ανακούφιση, επειδή δίνει όνομα σε μια εμπειρία υπερφόρτωσης. Ταυτόχρονα όμως μετατοπίζει το βλέμμα: αντί να αναρωτηθούμε ποιες συνθήκες παράγουν τη δυσφορία, εστιάζουμε στο άτομο που καλείται να τη διαχειριστεί.

Έτσι, ένα συλλογικό πρόβλημα επιστρέφει ως ατομική ευθύνη.

Η κοινωνία αποσύρεται από το ερώτημα των δικών της απαιτήσεων και το υποκείμενο καλείται να επιλύσει μόνο του αντιφάσεις που το υπερβαίνουν.

Η κοινωνία χωρίς όρια

Το παράδοξο γίνεται εμφανές αν δούμε το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδύεται η συζήτηση περί ορίων: ζητάμε από το άτομο να οριοθετηθεί μέσα σε μια κοινωνία που το καλεί αδιάκοπα να ξεπερνά τον εαυτό του.

Η διαθεσιμότητα, η παραγωγικότητα, η αυτοβελτίωση, η κατανάλωση και η απόλαυση παρουσιάζονται ως ατελείωτα καθήκοντα. Το υποκείμενο δεν καλείται απλώς να ζήσει, αλλά να βελτιώνεται, να αποδίδει και να ανταποκρίνεται συνεχώς.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προτροπή «βάλε όρια» δεν είναι απλώς πρακτική συμβουλή. Είναι άμυνα απέναντι σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τα δικά της όρια.

Η λέξη αποκτά τόση δύναμη επειδή έρχεται να καλύψει ένα πολιτισμικό κενό.

Εκεί όπου ο πολιτισμός αδυνατεί να περιορίσει τις απαιτήσεις του, καλείται να το κάνει το άτομο.

Τι είναι όμως ένα όριο;

Η ψυχολογική γλώσσα αντιμετωπίζει συχνά το προσωπικό όριο ως δεξιότητα: την ικανότητα να λες «όχι», να προστατεύεις τον προσωπικό σου χώρο και να διαφοροποιείσαι από τις απαιτήσεις των άλλων.

Η ψυχανάλυση μετατοπίζει το ερώτημα.

Το όριο δεν είναι μόνο τεχνική επικοινωνίας. Είναι όρος συγκρότησης του υποκειμένου, γιατί κανείς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς απώλεια, χωρίς έλλειψη και χωρίς τη μεσολάβηση του άλλου.

Με αυτή την έννοια, το προσωπικό όριο δεν περιορίζει απλώς την επιθυμία· την καθιστά δυνατή. Η επιθυμία δεν γεννιέται από την πληρότητα αλλά από την έλλειψη. Εκεί όπου όλα είναι διαθέσιμα, η επιθυμία σβήνει και παραχωρεί τη θέση της στην κατανάλωση ή στην απαίτηση.

Μόνο εκεί όπου κάτι δεν είναι πλήρως διαθέσιμο μπορεί να υπάρξει επιθυμία, αναμονή, ματαίωση και σχέση.

Κλινικά, χρειάζεται εδώ μια κρίσιμη διάκριση. Άλλο είναι το όριο ως ώριμη ψυχική λειτουργία, δηλαδή η δυνατότητα να διαφοροποιούμαι χωρίς να καταρρέω από ενοχή ή φόβο εγκατάλειψης, και άλλο το όριο ως αμυντική απόσυρση, όπου η προστασία χρησιμοποιείται για να αποφευχθεί κάθε εμπλοκή, εξάρτηση ή ματαίωση. Στην πρώτη περίπτωση το όριο επιτρέπει τη σχέση· στη δεύτερη τη ματαιώνει πριν ακόμη δοκιμαστεί.

Το προσωπικό όριο, λοιπόν, δεν εμφανίζεται στο τέλος της διαδρομής ως δεξιότητα που πρέπει να μάθουμε. Βρίσκεται στην αρχή της ψυχικής ζωής.

Η δυσκολία της έλλειψης

Η σύγχρονη κουλτούρα δυσκολεύεται να αποδεχθεί αυτή τη διάσταση. Αντί να αναγνωρίσει την έλλειψη ως συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, υπόσχεται διαρκώς την υπέρβασή της.

Το μήνυμα είναι σαφές: με περισσότερη γνώση, περισσότερη αυτογνωσία, περισσότερη κατανάλωση, περισσότερη απόλαυση ή περισσότερη αποτελεσματικότητα, κάπου υπάρχει μια κατάσταση πληρότητας στην οποία μπορούμε να φτάσουμε.

Η ψυχανάλυση υπενθυμίζει το αντίθετο: δεν υπάρχει τελική πληρότητα, πλήρως ικανοποιημένη επιθυμία, σχέση χωρίς ματαίωση ή ζωή χωρίς απώλεια.

Αυτό που ονομάζουμε όριο είναι η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας, όχι η αποτυχία να την ξεπεράσουμε.

Από την επιθυμία στην προστασία

Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο κρίσιμη μετατόπιση της εποχής μας: η συζήτηση για τα όρια οργανώνεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από την προστασία του εαυτού και πολύ λιγότερο γύρω από την επιθυμία (→ Δείτε άρθρο: Ναρκισσισμός, η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας).

Όταν η προστασία γίνεται το απόλυτο ιδανικό, η σχέση κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαρκή διαχείριση κινδύνου. Ο άλλος δεν εμφανίζεται πια μόνο ως δυνατότητα συνάντησης, αλλά και ως πιθανή απειλή για την ακεραιότητα του εαυτού.

Όμως η ανθρώπινη ζωή δεν συγκροτείται μόνο από όσα μας προστατεύουν. Συγκροτείται και από όσα μας εκθέτουν, μας συγκινούν, μας απογοητεύουν και μας αναγκάζουν να συναντήσουμε πλευρές του εαυτού μας που δεν ελέγχουμε πλήρως.

Τα όρια ως σύμπτωμα της εποχής

Η εμμονή με τα όρια δεν αποκαλύπτει απλώς μια νέα ψυχολογική ευαισθησία. Αποκαλύπτει μια βαθύτερη πολιτισμική μεταβολή: μια κοινωνία που δυσκολεύεται να παράγει συλλογικά νοήματα, σταθερά σημεία αναφοράς και κοινά συμβολικά πλαίσια μεταφέρει την ευθύνη στο άτομο.

Το υποκείμενο καλείται να βάλει μόνο του τα όρια που παλαιότερα στήριζαν, έστω ατελώς, οι θεσμοί, οι κοινότητες και οι συλλογικές αφηγήσεις.

Γι’ αυτό η διαρκής επίκληση των ορίων λέει περισσότερα για την εποχή μας παρά για τα ίδια τα πρόσωπα που καλούνται να τα θέσουν. Στο θεραπευτικό πεδίο, το αίτημα για όρια συχνά εμφανίζεται μαζί με εξάντληση, ενοχή, φόβο σύγκρουσης και δυσκολία να υπάρξει κανείς ως ξεχωριστό υποκείμενο χωρίς να νιώσει ότι προδίδει τον άλλον.

Η δημοφιλέστερη ψυχολογική συμβουλή των ημερών μας γίνεται έτσι και μια ομολογία αδυναμίας του ίδιου του πολιτισμού: όσο λιγότερο οι συλλογικές μορφές ζωής προσφέρουν σταθερότητα, τόσο περισσότερο το άτομο καλείται να γίνει μόνο του θεσμός, όριο και καταφύγιο.

Μιλάμε αδιάκοπα για όρια επειδή ζούμε σε μια εποχή που δυσκολεύεται να τα παράγει συλλογικά.

Η συζήτηση γύρω από τα όρια, λοιπόν, δεν αφορά τελικά μόνο την ψυχολογία.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τη ζωή μας, τις σχέσεις μας και τη θέση μας μέσα σε έναν κόσμο που απαιτεί από το άτομο να προστατεύεται από τις ίδιες τις συνθήκες που το διαμορφώνουν. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ξέρουμε να βάζουμε όρια. Είναι αν μπορούμε ακόμη να δημιουργούμε μορφές ζωής που να μην απαιτούν από το υποκείμενο να γίνεται μόνο του το όριο απέναντι σε έναν κόσμο χωρίς όρια.

 

Σχετικά άρθρα

Share your love