Το αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη

Μια ψυχαναλυτική επεξεργασία της επιθυμίας, της μοναξιάς, του ναρκισσισμού και της σύγχρονης εμπειρίας του κενού

Όταν τίποτα δεν φαίνεται αρκετό

Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι έχουν βρεθεί κάποια στιγμή αντιμέτωποι με ένα αίσθημα κενού. Άλλοτε εμφανίζεται μετά από μια απώλεια, άλλοτε μέσα σε περιόδους μοναξιάς ή απογοήτευσης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μοιάζει να εγκαθίσταται μόνιμα στην ψυχική ζωή του υποκειμένου. Παρά τις διαφορετικές μορφές που μπορεί να λάβει, το βίωμα αυτό περιγράφεται συχνά με παρόμοιες λέξεις: «νιώθω άδειος», «τίποτα δεν με γεμίζει», «σαν να λείπει κάτι αλλά δεν ξέρω τι».

Η γλώσσα της καθημερινότητας αντιμετωπίζει συνήθως το κενό ως κάτι που πρέπει να καλυφθεί. Να γεμίσει με σχέσεις, εμπειρίες, επιτυχίες, δραστηριότητες ή αντικείμενα. Ωστόσο, παρά τις συνεχείς προσπάθειες, πολλοί άνθρωποι διαπιστώνουν ότι το βίωμα αυτό επιμένει. Το πρόβλημα μοιάζει να επιστρέφει ακόμη και όταν οι εξωτερικές συνθήκες φαίνεται να έχουν βελτιωθεί.

Η ψυχανάλυση προτείνει μια διαφορετική οπτική. Αντί να αναρωτηθεί αποκλειστικά πώς μπορεί να εξαφανιστεί το κενό, θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: τι ακριβώς είναι αυτό που ονομάζουμε κενό; Μήπως το πρόβλημα δεν είναι πάντοτε η παρουσία του κενού αλλά ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με αυτό;

Η έλλειψη ως θεμέλιο της ανθρώπινης εμπειρίας

Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει την έλλειψη ως παθολογική κατάσταση. Αντίθετα, θεωρεί ότι η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη συγκροτείται γύρω από μια θεμελιώδη έλλειψη.

Από τη στιγμή που το παιδί εισέρχεται στον κόσμο της γλώσσας και των ανθρώπινων σχέσεων, απομακρύνεται από τη φαντασίωση μιας αρχικής πληρότητας. Η εμπειρία αυτή δεν αποτελεί τραυματικό γεγονός με τη στενή έννοια του όρου. Αποτελεί τη συνθήκη μέσα από την οποία αναδύεται η ανθρώπινη επιθυμία.

Επιθυμούμε επειδή κάτι λείπει. Αναζητούμε επειδή δεν είμαστε πλήρεις. Δημιουργούμε σχέσεις, έργα, στόχους και νοήματα επειδή υπάρχει πάντοτε ένα σημείο ανικανοποίητου που μας κινητοποιεί προς τον κόσμο.

Ο Jacques Lacan υποστήριξε ότι η έλλειψη δεν είναι ένα ατύχημα που συμβαίνει στο υποκείμενο αλλά η ίδια η προϋπόθεση της επιθυμίας. Χωρίς έλλειψη δεν υπάρχει επιθυμία. Χωρίς επιθυμία δεν υπάρχει ψυχική ζωή.

Από αυτή την οπτική, η ανθρώπινη ωρίμανση δεν συνδέεται με την εξάλειψη της έλλειψης αλλά με την ικανότητα να ζει κανείς μαζί της χωρίς να συντρίβεται από αυτήν.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η έλλειψη παύει να λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη και μετατρέπεται σε πηγή ψυχικής οδύνης.

Το κενό και η επιθυμία

Αν η έλλειψη βρίσκεται στον πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, τότε η επιθυμία αποτελεί τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με αυτήν.

Η ψυχανάλυση διαχωρίζει την επιθυμία από την ανάγκη. Οι ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν. Η πείνα χορταίνει, η δίψα σβήνει, η σωματική ανάγκη βρίσκει το αντικείμενό της. Η επιθυμία όμως λειτουργεί διαφορετικά. Δεν αναζητά ένα αντικείμενο που θα την εξαλείψει οριστικά. Συνεχίζει να αναπαράγεται μέσα από την ίδια την έλλειψη που τη γεννά.

Γι’ αυτό και το υποκείμενο βρίσκεται συχνά αντιμέτωπο με ένα παράδοξο. Κατακτά στόχους που άλλοτε φάνταζαν καθοριστικοί, δημιουργεί σχέσεις που επιθυμούσε έντονα ή αποκτά αναγνώριση που θεωρούσε απαραίτητη, χωρίς όμως να εξαφανίζεται η αίσθηση ότι κάτι εξακολουθεί να λείπει.

Η εμπειρία αυτή μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί ως αποτυχία. Το υποκείμενο αρχίζει τότε να αναζητά το επόμενο αντικείμενο που υποτίθεται ότι θα το ολοκληρώσει. Μια νέα σχέση, μια νέα επαγγελματική επιτυχία, μια νέα ταυτότητα, μια νέα μορφή αναγνώρισης.

Ωστόσο η υπόσχεση της οριστικής πληρότητας παραμένει πάντοτε ανεκπλήρωτη. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η επιθυμία αποτυγχάνει. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το υποκείμενο παύει να επιθυμεί. Όταν η σχέση του με τον κόσμο παγώνει και η έλλειψη μετατρέπεται σε εμπειρία ακινησίας, παραίτησης και εσωτερικής ερήμωσης.

Η εποχή της πληρότητας και η παραγωγή του κενού

Το αίσθημα κενού δεν αποτελεί μόνο ατομική εμπειρία. Συνδέεται και με τον πολιτισμό μέσα στον οποίο ζούμε. Οι σύγχρονες κοινωνίες προβάλλουν διαρκώς την ιδέα ότι η πληρότητα είναι εφικτή. Η ευτυχία παρουσιάζεται ως δικαίωμα αλλά και ως υποχρέωση. Η αυτοβελτίωση ως συνεχές καθήκον. Η επιτυχία ως απόδειξη προσωπικής αξίας. Η κατανάλωση υπόσχεται ότι κάθε έλλειψη μπορεί να καλυφθεί μέσα από την απόκτηση νέων εμπειριών, αντικειμένων ή ταυτοτήτων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έλλειψη τείνει να αντιμετωπίζεται ως αποτυχία. Το υποκείμενο βομβαρδίζεται καθημερινά από εικόνες πληρότητας, επιτυχίας και αυτοπραγμάτωσης. Οι ζωές των άλλων εμφανίζονται ολοκληρωμένες και γεμάτες νόημα, ενώ η δική του εμπειρία αμφιβολίας και ανικανοποίητου αρχίζει να βιώνεται ως προσωπικό ελάττωμα.

Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο μια κοινωνία υπόσχεται την εξάλειψη κάθε έλλειψης, τόσο περισσότερο παράγει εμπειρίες κενού. Η υπόσχεση της απόλυτης ικανοποίησης οδηγεί αναπόφευκτα σε απογοήτευση, καθώς καμία σχέση, κανένα αντικείμενο και καμία επιτυχία δεν μπορεί να εξαφανίσει τη θεμελιώδη ανθρώπινη έλλειψη.

Ίσως γι’ αυτό το αίσθημα κενού εμφανίζεται σήμερα τόσο συχνά ως προσωπικό πρόβλημα ενώ αφορά ταυτόχρονα και ένα πολιτισμικό φαινόμενο. Το υποκείμενο δεν υποφέρει μόνο από αυτά που του λείπουν. Υποφέρει και από την απαίτηση να μη λείπει τίποτα.

→ Δείτε επίσης: Τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων;

 

Όταν το κενό γίνεται ψυχική οδύνη

Δεν βιώνουν όλα τα υποκείμενα τη δομική έλλειψη ως κενό. Για τους περισσότερους ανθρώπους η έλλειψη παραμένει ένα σιωπηλό υπόβαθρο της ψυχικής ζωής. Γίνεται αισθητή μέσα από τις επιθυμίες, τις αμφιβολίες, τις προσδοκίες και τις ματαιώσεις που συνοδεύουν κάθε ανθρώπινη διαδρομή.

Το αίσθημα κενού εμφανίζεται όταν η έλλειψη παύει να λειτουργεί ως σημείο κίνησης και μετατρέπεται σε σημείο ακινησίας. Το υποκείμενο δεν βιώνει πλέον ότι κάτι λείπει αλλά ότι τίποτα δεν μπορεί να το συνδέσει ουσιαστικά με τον κόσμο.

Οι σχέσεις μοιάζουν κενές. Οι δραστηριότητες μηχανικές. Οι στόχοι αδιάφοροι. Ακόμη και όταν εξωτερικά η ζωή συνεχίζεται κανονικά, η εσωτερική εμπειρία παραμένει αυτή μιας αδιόρατης ερήμωσης.

Η ψυχική οδύνη που συνοδεύει το κενό δεν προέρχεται πάντοτε από μια συγκεκριμένη απώλεια. Συχνά προέρχεται από την αδυναμία του υποκειμένου να συνδέσει την εμπειρία του με κάτι που να διαθέτει προσωπικό νόημα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι λείπει κάτι.

Είναι ότι το ίδιο το υποκείμενο δυσκολεύεται να προσδιορίσει τι ακριβώς είναι αυτό που λείπει.

Γι’ αυτό και το κενό μπορεί να αποδειχθεί τόσο βασανιστικό. Ο πόνος της απώλειας συνδέεται συνήθως με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Το κενό, αντίθετα, αφορά συχνά μια απουσία που δεν μπορεί να ονομασθεί.

Το κενό στην κατάθλιψη, στη μοναξιά και στον ναρκισσισμό

Το αίσθημα κενού δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ψυχικές καταστάσεις. Στην κατάθλιψη, το κενό συνδέεται συχνά με την απώλεια. Όχι μόνο την απώλεια ενός προσώπου αλλά και την απώλεια μιας εικόνας του εαυτού, μιας προσδοκίας ή μιας σχέσης με τον κόσμο. Το υποκείμενο βιώνει μια εσωτερική ερήμωση που δυσκολεύει την επένδυση στη ζωή και στο μέλλον.

→ Δείτε επίσης: Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης

Στη μοναξιά, το κενό συνδέεται περισσότερο με την απουσία ουσιαστικού δεσμού με τον άλλον. Δεν αφορά απλώς την έλλειψη ανθρώπων γύρω μας αλλά την απουσία μιας σχέσης μέσα στην οποία το υποκείμενο μπορεί να αισθανθεί αναγνωρισμένο και συνδεδεμένο.

→ Δείτε επίσης: Η μοναξιά στην εποχή της συνεχούς σύνδεσης

Στον ναρκισσισμό, το κενό εμφανίζεται συχνά όταν καταρρέουν οι εικόνες μέσα από τις οποίες το υποκείμενο αντλεί αξία και αναγνώριση. Η απώλεια του θαυμασμού, της επιβεβαίωσης ή της ιδανικής εικόνας του εαυτού μπορεί να οδηγήσει σε μια βαθιά αίσθηση εσωτερικής ανεπάρκειας.

→ Δείτε επίσης: Ναρκισσισμός, η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας

Το αίσθημα κενού και η οριακή οργάνωση της προσωπικότητας

Ίσως καμία άλλη κλινική συνθήκη να μην έχει συνδεθεί τόσο στενά με το αίσθημα κενού όσο η οριακή οργάνωση της προσωπικότητας.

Πολλά υποκείμενα περιγράφουν μια αίσθηση εσωτερικής ασυνέχειας που τα συνοδεύει για χρόνια. Το κενό εδώ δεν εμφανίζεται μόνο μετά από μια απώλεια ή σε περιόδους μοναξιάς. Συχνά βιώνεται ως μια μόνιμη εσωτερική κατάσταση, σαν να απουσιάζει κάτι θεμελιώδες που δεν μπορεί να κατονομαστεί.

Η εμπειρία αυτή συνδέεται συχνά με δυσκολίες στη σταθερότητα της εικόνας του εαυτού, στις σχέσεις και στη διαχείριση των συναισθημάτων. Το υποκείμενο μπορεί να μετακινείται απότομα από την αίσθηση πληρότητας στην αίσθηση κενού, από την εξιδανίκευση στην απογοήτευση, από την έντονη ανάγκη για τον άλλον στην απόσυρση ή την οργή.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το κενό δεν βιώνεται απλώς ως έλλειψη κάποιου αντικειμένου. Βιώνεται συχνά ως αβεβαιότητα γύρω από τον ίδιο τον εαυτό. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «τι μου λείπει;» αλλά και «ποιος είμαι όταν δεν υπάρχει ο άλλος να με καθρεφτίζει;».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συμπεριφορές όπως οι εξαρτήσεις, οι παρορμητικές πράξεις ή οι αυτοτραυματισμοί μπορούν να ιδωθούν ως απόπειρες αντιμετώπισης μιας αφόρητης εσωτερικής κενότητας.

→ Δείτε επίσης: Ο αυτοτραυματισμός πέρα από την πρόθεση θανάτου

Το κενό ανάμεσα σε τι;

Ίσως το σημαντικότερο ερώτημα να μην είναι γιατί υπάρχει το κενό αλλά τι ακριβώς χωρίζει. Η ψυχανάλυση δεν τοποθετεί το κενό αποκλειστικά μέσα στο υποκείμενο. Το τοποθετεί στη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία, με τον Άλλο και με τον ίδιο του τον εαυτό.

Το κενό βρίσκεται ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που φανταζόμαστε ότι θα μας ολοκλήρωνε. Ανάμεσα σε αυτό που μπορούμε να πούμε και σε αυτό που διαφεύγει από τη γλώσσα. Ανάμεσα σε αυτό που επιθυμούμε και σε αυτό που πραγματικά μπορούμε να αποκτήσουμε.

Το υποκείμενο συχνά αναζητά το αντικείμενο που θα εξαφανίσει οριστικά την έλλειψη: τον ιδανικό σύντροφο, την απόλυτη αναγνώριση, την τέλεια επαγγελματική επιτυχία ή μια οριστική απάντηση για τον εαυτό του. Ωστόσο κάθε φορά που πλησιάζει έναν τέτοιο στόχο, ανακαλύπτει ότι το κενό δεν εξαφανίζεται.

Η διαπίστωση αυτή μπορεί αρχικά να προκαλεί απογοήτευση. Από ψυχαναλυτική σκοπιά όμως αποτελεί και μια δυνατότητα. Το υποκείμενο μπορεί να σταματήσει να αντιμετωπίζει την έλλειψη ως ελάττωμα που πρέπει να διορθωθεί και να αρχίσει να την αναγνωρίζει ως μέρος της ανθρώπινης συνθήκης.

Από την αναζήτηση πληρότητας στην αποδοχή της έλλειψης

Ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ζωής οργανώνεται γύρω από την αναζήτηση αυτού που φαίνεται να λείπει. Σχέσεις, επαγγελματικοί στόχοι, δημιουργικά έργα, φιλοδοξίες ή ακόμη και μορφές αυτογνωσίας επενδύονται με την προσδοκία ότι θα οδηγήσουν σε μια κατάσταση μεγαλύτερης πληρότητας.

Η προσδοκία αυτή δεν είναι προβληματική από μόνη της. Αποτελεί μέρος της ίδιας της ανθρώπινης επιθυμίας. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν το υποκείμενο αρχίζει να πιστεύει ότι κάπου υπάρχει ένα αντικείμενο, ένα πρόσωπο ή μια κατάσταση που θα εξαφανίσει οριστικά κάθε αίσθηση έλλειψης.

Τότε η επιθυμία μετατρέπεται εύκολα σε παγίδα. Κάθε νέα κατάκτηση προσφέρει στιγμιαία ανακούφιση αλλά αδυνατεί να εκπληρώσει την υπόσχεση της οριστικής ολοκλήρωσης. Το κενό επιστρέφει και το υποκείμενο οδηγείται σε μια αδιάκοπη αναζήτηση νέων αντικειμένων που υποτίθεται ότι θα το γεμίσουν.

Η ψυχανάλυση προτείνει μια διαφορετική διαδρομή. Δεν επιχειρεί να υποδείξει στο υποκείμενο τι ακριβώς πρέπει να αποκτήσει για να νιώσει καλύτερα. Επιχειρεί να φωτίσει τον τρόπο με τον οποίο το ίδιο σχετίζεται με την έλλειψη, την επιθυμία και τις προσδοκίες του.

Το ερώτημα παύει να είναι: «Τι μου λείπει για να είμαι πλήρης;» και γίνεται: «Πώς σχετίζομαι με αυτό που λείπει;»

Θεραπεία: μπορεί να θεραπευτεί το αίσθημα κενού;

Το ερώτημα αυτό εμφανίζεται συχνά στη θεραπευτική πράξη. Πολλά υποκείμενα προσέρχονται στη θεραπεία αναζητώντας έναν τρόπο να απαλλαγούν από το αίσθημα κενού που τα συνοδεύει.

Η προσδοκία αυτή είναι απολύτως κατανοητή. Ωστόσο η ψυχανάλυση δεν υπόσχεται την εξάλειψη κάθε έλλειψης.

Το ζητούμενο δεν είναι να γεμίσει το κενό. Είναι να μετασχηματιστεί η σχέση του υποκειμένου με αυτό.

Συχνά αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη οδύνη δεν είναι η ίδια η έλλειψη αλλά η πεποίθηση ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Ότι κάπου υπάρχει μια κατάσταση πλήρους ικανοποίησης στην οποία όλοι οι άλλοι έχουν πρόσβαση εκτός από εμάς.

Η θεραπευτική εργασία επιτρέπει σταδιακά στο υποκείμενο να αμφισβητήσει αυτή τη φαντασίωση. Να αναγνωρίσει ότι η έλλειψη δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη αποτυχίας, ανεπάρκειας ή παθολογίας.

Το κενό παύει σταδιακά να βιώνεται ως μια άβυσσος που απειλεί να καταπιεί το υποκείμενο και γίνεται ένα στοιχείο της ύπαρξης που μπορεί να αναγνωριστεί, να συμβολοποιηθεί και να νοηματοδοτηθεί.

Η θεραπεία δεν οδηγεί στην πληρότητα. Οδηγεί συχνά σε κάτι πιο ουσιαστικό: στη δυνατότητα να ζήσει κανείς χωρίς να κυνηγά αδιάκοπα μια πληρότητα που δεν υπάρχει.

Επίλογος

Το αίσθημα κενού αποτελεί μία από τις πιο συχνές αλλά και πιο δύσκολες μορφές ψυχικής οδύνης. Άλλοτε συνδέεται με την κατάθλιψη, άλλοτε με τη μοναξιά, τον ναρκισσισμό, τις οριακές δυσκολίες ή τις εμπειρίες απώλειας. Παρά τις διαφορετικές εκφράσεις του, φέρνει πάντοτε το υποκείμενο αντιμέτωπο με ένα θεμελιώδες ερώτημα γύρω από την έλλειψη, την επιθυμία και το νόημα της ύπαρξής του.

Η ψυχανάλυση προτείνει μια διαφορετική οπτική απέναντι σε αυτό το βίωμα. Αντί να αντιμετωπίζει το κενό αποκλειστικά ως σύμπτωμα προς εξάλειψη, επιχειρεί να κατανοήσει τη θέση που κατέχει στην ψυχική ζωή του υποκειμένου.

Ίσως τελικά το πρόβλημα να μην είναι ότι κάτι λείπει από το υποκείμενο. Ίσως το πρόβλημα να αρχίζει όταν η έλλειψη βιώνεται ως σφάλμα που πρέπει να διορθωθεί ή ως κενό που πρέπει να γεμίσει πάση θυσία.

Ίσως τελικά το ζητούμενο να μην είναι να γεμίσει το κενό. Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα να είναι πώς μπορεί το υποκείμενο να ζήσει δημιουργικά με αυτό που πάντοτε θα λείπει. Γιατί η έλλειψη δεν αποτελεί το αντίθετο της ζωής. Αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις της.

Σχετικά άρθρα

Βιβλιογραφία

Freud, S. (1917). Πένθος και Μελαγχολία.
Freud, S. (1920). Πέρα από την Αρχή της Ηδονής.
Lacan, J. (1964). Οι τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης.
McWilliams, N. (2011). Ψυχαναλυτική Διάγνωση: Η κατανόηση της δομής της προσωπικότητας στην κλινική διαδικασία.

Share your love