Φόβος απόρριψης: όταν χάνεται η θέση μας στην επιθυμία του Άλλου

Από την ανάγκη για αναγνώριση στη ναρκισσιστική πληγή της απόρριψης

Εισαγωγή: γιατί η απόρριψη πονά περισσότερο από το γεγονός

Ο φόβος της απόρριψης αποτελεί μία από τις πιο οδυνηρές ανθρώπινες εμπειρίες, καθώς δεν αφορά μόνο την απώλεια ενός προσώπου αλλά συχνά τον κλονισμό της ίδιας της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας.

Η εμπειρία της απόρριψης συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο οδυνηρές ανθρώπινες εμπειρίες. Εμφανίζεται στις ερωτικές σχέσεις, στις φιλίες, στην οικογένεια, στην εργασία και σε κάθε πεδίο όπου το υποκείμενο αναζητά αναγνώριση από τους άλλους.

Ωστόσο, η ένταση του πόνου που προκαλεί η απόρριψη συχνά υπερβαίνει το ίδιο το γεγονός. Ένας χωρισμός, μια απομάκρυνση, η έλλειψη ανταπόκρισης ή η αίσθηση ότι κάποιος δεν μας επιλέγει μπορούν να προκαλέσουν μια οδύνη δυσανάλογη σε σχέση με αυτό που συνέβη.

Η σύγχρονη ψυχολογική γλώσσα περιγράφει συνήθως αυτή την εμπειρία ως «φόβο της απόρριψης». Η διατύπωση αυτή, αν και χρήσιμη σε ένα πρώτο επίπεδο κατανόησης, αφήνει αναπάντητα ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα. Γιατί δύο άνθρωποι αντιδρούν τόσο διαφορετικά απέναντι σε παρόμοιες εμπειρίες; Γιατί κάποιες απορρίψεις ξεπερνιούνται σχετικά γρήγορα, ενώ άλλες αποκτούν σχεδόν τραυματικό χαρακτήρα; Και γιατί ορισμένες φορές το τέλος μιας σχέσης μοιάζει να απειλεί όχι μόνο τον δεσμό αλλά και την ίδια τη συνοχή του εαυτού;

Η ψυχαναλυτική σκέψη προτείνει μια διαφορετική οπτική. Το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος μας απέρριψε ή γιατί μας απέρριψε. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς χάνεται όταν ο άλλος αποσύρει το ενδιαφέρον, την επένδυση ή την επιθυμία του από εμάς.

Η απάντηση δεν αφορά πάντοτε τον ίδιο τον άλλον. Πολύ συχνά αφορά τη θέση που πιστεύαμε ότι κατείχαμε γι’ αυτόν, τη σημασία που θεωρούσαμε ότι είχε η παρουσία μας στη ζωή του και την εικόνα που είχαμε οικοδομήσει για τον εαυτό μας μέσα από αυτή τη σχέση.

Απόρριψη και απώλεια: δεν χάνεται μόνο ο άλλος

Συνήθως σκεφτόμαστε την απόρριψη ως απώλεια ενός προσώπου. Όμως η ψυχική εμπειρία είναι συχνά πολύ πιο σύνθετη.

Μαζί με τον άλλον χάνεται ένα μέλλον που είχαμε φανταστεί, μια αφήγηση που είχαμε κατασκευάσει, μια εκδοχή του εαυτού που είχε οργανωθεί μέσα στη σχέση. Η απόρριψη δεν αποσπά μόνο ένα πρόσωπο από τη ζωή μας. Διαταράσσει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούσαμε τη θέση μας μέσα στον κόσμο και τον τρόπο με τον οποίο δίναμε νόημα στην προσωπική μας ιστορία.

Ο Σαίξπηρ γράφει στην Τρικυμία ότι «είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων». Η φράση αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν διαβάζεται υπό το πρίσμα των ανθρώπινων σχέσεων. Οι σχέσεις δεν αποτελούνται μόνο από γεγονότα. Αποτελούνται επίσης από προσδοκίες, φαντασιώσεις, επιθυμίες και αφηγήσεις που επενδύονται πάνω στους άλλους.

Ο άλλος δεν είναι ποτέ μόνο αυτός που είναι. Είναι και αυτός που φανταζόμαστε ότι είναι. Είναι επίσης εκείνος μέσα από τον οποίο οργανώνουμε μια συγκεκριμένη εικόνα για τον εαυτό μας και για το μέλλον μας.

Γι’ αυτό η απόρριψη αποκτά τόσο μεγάλη ψυχική βαρύτητα. Δεν τραυματίζει μόνο τον δεσμό. Τραυματίζει και τη φαντασιακή κατασκευή που είχε οργανωθεί γύρω από αυτόν. Σε πολλές περιπτώσεις, εκείνο που πενθείται δεν είναι μόνο η απώλεια ενός ανθρώπου αλλά και η απώλεια μιας εκδοχής του εαυτού που υπήρχε μέσα από τη σχέση μαζί του.

Η θέση που νομίζαμε ότι κατείχαμε στην επιθυμία του άλλου

Από τις πρώτες κιόλας στιγμές της ζωής, το ανθρώπινο υποκείμενο αναζητά κάτι περισσότερο από τη φροντίδα. Αναζητά μια θέση.

Το παιδί δεν αρκείται στην παρουσία των γονέων του. Προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει γι’ αυτούς, ποια θέση κατέχει στην επιθυμία τους και αν η ύπαρξή του έχει ιδιαίτερη σημασία. Μέσα από αυτές τις πρώιμες εμπειρίες συγκροτούνται οι πρώτοι πυρήνες της ταυτότητας και της αυτοεικόνας.

Η ανάγκη αυτή δεν εξαφανίζεται με την ενηλικίωση. Μετασχηματίζεται.

Στον έρωτα, στη φιλία, στην εργασία και στις κοινωνικές σχέσεις συνεχίζουμε να αναζητούμε απαντήσεις σε ένα ερώτημα που παραμένει ενεργό σε όλη τη διάρκεια της ζωής:

«Τι είμαι για τον άλλον;»

Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο την αγάπη. Αφορά τη σημασία που έχει η ύπαρξή μας για κάποιον άλλο άνθρωπο. Αφορά την αναγνώριση, την αίσθηση ότι δεν είμαστε αδιάφοροι, ότι κατέχουμε έναν ιδιαίτερο τόπο στη ζωή ενός άλλου προσώπου.

Η απόρριψη γίνεται τραυματική όταν αμφισβητεί αυτή τη βεβαιότητα. Το τραύμα δεν προκύπτει μόνο από την απώλεια του δεσμού αλλά και από τη διάψευση μιας πεποίθησης σχετικά με τη θέση που θεωρούσαμε ότι κατείχαμε μέσα σε αυτόν.

Το υποκείμενο βρίσκεται τότε αντιμέτωπο με μια αποσταθεροποίηση που υπερβαίνει τη συγκεκριμένη σχέση. Δεν κλονίζεται μόνο η παρουσία του άλλου αλλά και ο τρόπος με τον οποίο είχε οργανωθεί η εικόνα του εαυτού μέσα από τη σχέση μαζί του.

Kafka: η αβεβαιότητα της αναγνώρισης και η αγωνία της θέσης

Το έργο του Franz Kafka περιγράφει με μοναδικό τρόπο αυτή την ανθρώπινη αγωνία.

Οι ήρωές του βρίσκονται διαρκώς σε αναζήτηση μιας αναγνώρισης που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Προσπαθούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε μια αρχή που παραμένει αινιγματική, αναζητούν μια απάντηση που συνεχώς μετατίθεται και επιχειρούν να κατοχυρώσουν μια θέση που δεν γίνεται ποτέ απολύτως βέβαιη.

Στον Πύργο, ο Κ. προσπαθεί να αποκτήσει πρόσβαση σε μια εξουσία που διαρκώς απομακρύνεται. Στη Δίκη, ο Γιόζεφ Κ. αναζητά μια εξήγηση που δεν αποκαλύπτεται ποτέ πλήρως. Η δύναμη αυτών των έργων δεν βρίσκεται μόνο στη λογοτεχνική τους αξία. Βρίσκεται στο ότι περιγράφουν μια βαθιά ανθρώπινη εμπειρία: την αδυναμία να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποια θέση κατέχουμε για τον άλλον.

Η αναγνώριση που αναζητούμε δεν ολοκληρώνεται ποτέ απόλυτα. Η βεβαιότητα που επιθυμούμε δεν έρχεται ποτέ ολοκληρωτικά. Η επιθυμία του άλλου παραμένει πάντοτε εν μέρει αινιγματική και γι’ αυτό η αναζήτηση μιας οριστικής απάντησης είναι καταδικασμένη να συναντά τα όριά της.

Η ναρκισσιστική πληγή της απόρριψης

Η εμπειρία της απόρριψης αγγίζει αναπόφευκτα και τον ναρκισσισμό, όχι με τη συνήθη έννοια της αλαζονείας ή της υπερβολικής αυτοεκτίμησης αλλά με την ψυχαναλυτική έννοια της επένδυσης που πραγματοποιεί το υποκείμενο στην εικόνα του εαυτού του.

Κάθε άνθρωπος χρειάζεται να αισθάνεται ότι η ύπαρξή του έχει σημασία, ότι αφήνει ένα ίχνος στον κόσμο και ότι κατέχει έναν ιδιαίτερο τόπο στη ζωή κάποιων άλλων ανθρώπων. Η αίσθηση αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο της ψυχικής ισορροπίας και της συγκρότησης της ταυτότητας.

Η απόρριψη αποκτά ναρκισσιστική διάσταση ακριβώς επειδή διαταράσσει αυτή την επένδυση. Η απώλεια δεν αφορά μόνο το πρόσωπο που απομακρύνεται αλλά και την εικόνα που είχε οργανωθεί γύρω από τη σχέση μαζί του. Ο άλλος λειτουργούσε ως φορέας μιας συγκεκριμένης σημασίας για το υποκείμενο, επιβεβαιώνοντας συχνά τη μοναδικότητα, την αξία ή την ιδιαίτερη θέση που πίστευε ότι κατείχε.

Η οδύνη που συνοδεύει την απόρριψη συνδέεται επομένως με μια συνάντηση με τα όρια αυτής της φαντασιακής βεβαιότητας. Το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με το γεγονός ότι η επιθυμία του άλλου δεν του ανήκει, δεν μπορεί να ελεγχθεί και δεν μπορεί να αποτελέσει μόνιμη εγγύηση της αξίας του.

Η προβληματική αυτή εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους και σε άλλες μορφές ψυχικής οργάνωσης. Η ανάγκη να παραμείνει κανείς αψεγάδιαστος, απαραίτητος ή ξεχωριστός συναντάται συχνά στην Τελειοθηρία: η παγίδα του να μην είναι τίποτα αρκετό, ενώ η προσπάθεια διατήρησης μιας εικόνας επάρκειας ακόμη και υπό συνθήκες έντονης ψυχικής δυσφορίας αναδεικνύεται στο άρθρο Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης.

Η επιθυμία του Άλλου και το αδύνατο της βεβαιότητας

Σε αυτό το σημείο η ψυχαναλυτική σκέψη απομακρύνεται από τις συνήθεις ερμηνείες της απόρριψης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι χάνεται ένας άνθρωπος ή μια σχέση. Το ζήτημα είναι ότι η απόρριψη φέρνει το υποκείμενο αντιμέτωπο με κάτι που προσπαθεί διαρκώς να αποφύγει: την αβεβαιότητα της επιθυμίας του Άλλου.

Ο Lacan υποστήριξε ότι η ανθρώπινη επιθυμία συγκροτείται πάντοτε σε σχέση με την επιθυμία του Άλλου. Από την παιδική ηλικία μέχρι την ενήλικη ζωή, το υποκείμενο επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει ένα αίνιγμα που δεν παύει ποτέ να το συνοδεύει. Τι είμαι για τον άλλον; Τι αντιπροσωπεύω γι’ αυτόν; Ποια σημασία έχει η παρουσία μου στη ζωή του;

Πρόκειται για ερωτήματα που δεν μπορούν να απαντηθούν οριστικά. Η επιθυμία του άλλου δεν είναι ποτέ απολύτως διαφανής. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πλήρως γιατί μας αγαπά, γιατί μας επιθυμεί ή γιατί απομακρύνεται. Ακόμη και στις πιο στενές σχέσεις παραμένει πάντοτε ένα υπόλοιπο αβεβαιότητας.

Η απόρριψη γίνεται οδυνηρή επειδή φωτίζει αυτή την αβεβαιότητα που υπήρχε εξαρχής. Δεν δημιουργεί την αστάθεια. Την καθιστά ορατή. Το υποκείμενο αναγκάζεται να συναντήσει ένα όριο που προηγουμένως προσπαθούσε να παρακάμψει: ότι η επιθυμία του άλλου δεν μπορεί να αποτελέσει μόνιμο θεμέλιο της ύπαρξής του.

Όταν ο φόβος απόρριψης γίνεται επανάληψη στις σχέσεις

Στην κλινική πράξη συναντάμε συχνά ανθρώπους που δεν υποφέρουν μόνο από μια συγκεκριμένη απόρριψη αλλά από την αίσθηση ότι η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.

Αλλάζουν τα πρόσωπα, αλλά η εμπειρία μοιάζει ίδια. Οι σχέσεις ξεκινούν διαφορετικά, όμως καταλήγουν σε παρόμοια αδιέξοδα. Η επιθυμία στρέφεται επανειλημμένα προς ανθρώπους που παραμένουν συναισθηματικά απόμακροι, αβέβαιοι ή μη διαθέσιμοι.

Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει αυτές τις επαναλήψεις ως απλές συμπτώσεις. Υποστηρίζει ότι το υποκείμενο τείνει να επιστρέφει σε ορισμένες ψυχικές θέσεις ακόμη και όταν αυτές παράγουν οδύνη. Δεν επαναλαμβάνεται πάντοτε το ίδιο πρόσωπο. Συχνά επαναλαμβάνεται η ίδια αναζήτηση, η ίδια προσδοκία, η ίδια προσπάθεια να λυθεί ένα παλιό ερώτημα μέσω μιας νέας σχέσης.

Η προβληματική αυτή αναπτύσσεται εκτενέστερα στο άρθρο Τα μοτίβα που επαναλαμβάνουμε στις σχέσεις: όταν η αγάπη συναντά το ασυνείδητο, όπου εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο το παρελθόν συνεχίζει να οργανώνει τις επιλογές και τις προσδοκίες του υποκειμένου.

Η απόρριψη παύει έτσι να είναι μόνο ένα εξωτερικό γεγονός και μετατρέπεται σε σημείο συνάντησης με μια προσωπική ιστορία που προϋπάρχει της σχέσης και συνεχίζει να δρα μέσα σε αυτήν.

Από την απόρριψη στην έλλειψη

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ψυχαναλυτικής προσέγγισης είναι ότι η απόρριψη δεν δημιουργεί την έλλειψη.

Την αποκαλύπτει.

Πολύ πριν από κάθε ερωτική, φιλική ή κοινωνική ματαίωση, το ανθρώπινο υποκείμενο έχει ήδη συναντήσει το γεγονός ότι δεν μπορεί να είναι τα πάντα για τον άλλον και ότι ο άλλος δεν μπορεί να είναι τα πάντα γι’ αυτό.

Η εμπειρία αυτή αποτελεί δομικό στοιχείο της ψυχικής ζωής. Η επιθυμία γεννιέται ακριβώς εκεί όπου κάτι λείπει, εκεί όπου δεν υπάρχει πλήρης ικανοποίηση, εκεί όπου καμία σχέση δεν μπορεί να προσφέρει οριστική πληρότητα.

Η απόρριψη γίνεται συχνά αφόρητη όταν το άτομο πιστεύει ότι χάνει εκείνο που θα το ολοκλήρωνε. Όμως η πληρότητα που φαίνεται να χάνεται δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά. Αυτό που καταρρέει είναι η φαντασίωση ότι η έλλειψη είχε εξαλειφθεί.

Η διάκριση ανάμεσα στην πραγματική απώλεια και στη δομική έλλειψη συνδέεται άμεσα με το Αίσθημα κενού: από τη δομική έλλειψη στην ψυχική οδύνη, όπου εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να δώσει νόημα σε αυτό που του διαφεύγει.

Η οδύνη της απόρριψης πηγάζει συχνά από τη συνάντηση με αυτή την πραγματικότητα. Με το γεγονός ότι κανένας άλλος άνθρωπος δεν μπορεί να λειτουργήσει ως οριστική απάντηση στο ερώτημα της ύπαρξής μας.

Αναγνώριση, αγάπη και επιθυμία: τρία διαφορετικά αιτήματα

Ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα στις ανθρώπινες σχέσεις είναι ότι συχνά ζητάμε από τον άλλον πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα.

Θέλουμε να μας αγαπά.

Θέλουμε να μας καταλαβαίνει.

Θέλουμε να μας αναγνωρίζει.

Θέλουμε να μας επιθυμεί.

Θέλουμε να επιβεβαιώνει την αξία μας.

Ωστόσο, τα αιτήματα αυτά δεν ταυτίζονται.

Κάποιος μπορεί να μας αγαπά χωρίς να μας καταλαβαίνει πλήρως. Μπορεί να μας αναγνωρίζει χωρίς να μας επιθυμεί. Μπορεί να μας επιθυμεί χωρίς να μπορεί να μας προσφέρει σταθερότητα. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι γεμάτη από αυτές τις ασυμμετρίες.

Η απόρριψη γίνεται ιδιαίτερα επώδυνη όταν η αγάπη, η επιθυμία, η αναγνώριση και η προσωπική αξία συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο αίτημα. Τότε η μεταβολή μιας σχέσης δεν βιώνεται ως απλή απώλεια αλλά ως κατάρρευση ενός ολόκληρου συστήματος νοήματος.

Το υποκείμενο δεν χάνει μόνο τον άλλον. Χάνει την απάντηση που πίστευε ότι λάμβανε για τον εαυτό του μέσα από αυτόν.

Η εποχή της διαρκούς αναγνώρισης: κοινωνικά δίκτυα, εικόνα και απόρριψη

Η αγωνία της απόρριψης δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως ατομικό φαινόμενο. Συνδέεται και με τον πολιτισμό μέσα στον οποίο ζούμε.

Η σύγχρονη κοινωνία απαιτεί από το υποκείμενο να είναι διαρκώς ορατό. Να παρουσιάζει τον εαυτό του, να αξιολογείται και να αξιολογεί τους άλλους. Η λογική των κοινωνικών δικτύων, της δημόσιας εικόνας και της συνεχούς έκθεσης ενισχύει την ανάγκη αναγνώρισης και μετατρέπει την αποδοχή ή την αδιαφορία σε καθημερινή εμπειρία.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η απόρριψη παύει να είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Μετατρέπεται σε μόνιμη πιθανότητα. Το υποκείμενο καλείται συνεχώς να αποδείξει την αξία του, να διατηρήσει την ορατότητά του και να προστατεύσει τη θέση του μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς σύγκρισης.

Η πίεση για συνεχή απόδοση και κοινωνική επιβεβαίωση συνδέεται συχνά με μορφές ψυχικής δυσφορίας που παραμένουν αόρατες πίσω από μια φαινομενικά επιτυχημένη καθημερινότητα, όπως αναλύεται στο άρθρο Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης.

Όσο περισσότερο η αξία συνδέεται με την αναγνώριση, τόσο περισσότερο η απώλειά της βιώνεται ως απειλή.

Η μοναξιά πίσω από την ανάγκη αναγνώρισης

Παραδόξως, όσο περισσότερο η εποχή μας υπόσχεται σύνδεση, τόσο περισσότερο αναδεικνύεται μια βαθιά εμπειρία μοναξιάς. Όχι επειδή οι άνθρωποι δεν επικοινωνούν. Αλλά επειδή η επικοινωνία δεν ταυτίζεται με τη συνάντηση. Το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει το ίδιο: τι σημαίνω για τον άλλον;

Καμία τεχνολογική πρόοδος δεν έχει καταφέρει να απαντήσει οριστικά σε αυτό το ερώτημα. Και δεν θα μπορούσε. Γιατί δεν πρόκειται για τεχνικό πρόβλημα αλλά για υπαρξιακό και ψυχικό ερώτημα.

Η ανθρώπινη επιθυμία συνεχίζει να κινείται γύρω από αυτό το κενό, γύρω από αυτή την αβεβαιότητα, γύρω από την αδυναμία μιας οριστικής απάντησης.

Επίλογος: η θέση που δεν κατοχυρώνεται ποτέ οριστικά

Ο Σαίξπηρ έγραφε στην Τρικυμία ότι είμαστε φτιαγμένοι από την ύλη των ονείρων. Η φράση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν διαβάζεται υπό το πρίσμα της απόρριψης. Γιατί εκείνο που καταρρέει δεν είναι μόνο μια σχέση. Καταρρέει και η φαντασίωση μιας θέσης που πιστεύαμε ότι κατείχαμε. Η πεποίθηση ότι ήμασταν μοναδικοί, αναγκαίοι ή αναντικατάστατοι για τον άλλον.

Ο Kafka περιέγραψε ανθρώπους που αναζητούσαν αδιάκοπα μια αναγνώριση η οποία διαρκώς μετατοπιζόταν. Πρόσωπα που περίμεναν μια απάντηση η οποία δεν ερχόταν ποτέ οριστικά. Μια επιβεβαίωση που πάντοτε διέφευγε. Η δύναμη του έργου του δεν βρίσκεται μόνο στη λογοτεχνική του αξία. Βρίσκεται στο ότι αγγίζει μια θεμελιώδη ανθρώπινη εμπειρία: την αδυναμία να κατοχυρώσουμε οριστικά τη θέση μας για τον άλλον.

Η αγωνία της απόρριψης γεννιέται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Όχι μόνο από την απώλεια ενός προσώπου αλλά από τη συνάντηση με το γεγονός ότι η επιθυμία του άλλου δεν μπορεί να ελεγχθεί, να εξασφαλιστεί ή να μετατραπεί σε μόνιμη εγγύηση της αξίας μας.

Η σύγχρονη κουλτούρα υπόσχεται διαρκώς το αντίθετο. Υπόσχεται ότι κάπου υπάρχει η οριστική αναγνώριση, η πλήρης αποδοχή, η σχέση που θα εξαλείψει την αβεβαιότητα. Όμως η ανθρώπινη εμπειρία δείχνει ότι η αναγνώριση παραμένει πάντοτε μερική και ότι καμία σχέση δεν μπορεί να απαντήσει οριστικά στο ερώτημα της ύπαρξης.

Η ψυχαναλυτική σκέψη δεν αντιμετωπίζει αυτή την έλλειψη ως αποτυχία. Την αντιμετωπίζει ως συνθήκη της ανθρώπινης ζωής. Η επιθυμία γεννιέται ακριβώς εκεί όπου δεν υπάρχει πλήρης βεβαιότητα, εκεί όπου κάτι διαφεύγει και εκεί όπου η θέση μας δεν μπορεί να κατοχυρωθεί για πάντα.

Η απόρριψη γίνεται τότε μια σκληρή υπενθύμιση αυτού του ορίου. Υπενθυμίζει ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αποτελέσει το τελικό θεμέλιο της ύπαρξής μας και ότι καμία αναγνώριση δεν μπορεί να εξαλείψει οριστικά την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε ανθρώπινο δεσμό.

Η θέση που αναζητούμε στον άλλον δεν ολοκληρώνεται ποτέ οριστικά. Και ακριβώς γι’ αυτό η επιθυμία συνεχίζει να κινείται.

Σχετικά άρθρα

Share your love