
Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης
Η βελτιστοποίηση του εαυτού, το νέο υπερεγώ και η μεταβολή της υποκειμενικότητας
Η αυτοβελτίωση έχει μετατραπεί σε μία από τις κυρίαρχες αξίες της σύγχρονης κοινωνίας. Η διαρκής εξέλιξη του εαυτού παρουσιάζεται ως προσωπική ευθύνη, όμως η απαίτηση αυτή μεταβάλλει βαθύτερα τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με την επιθυμία, το σύμπτωμα και το ασυνείδητο.
Η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του δεν συγκροτείται ανεξάρτητα από τον πολιτισμό μέσα στον οποίο ζει. Κάθε ιστορική περίοδος εγκαθιστά ιδιαίτερους τρόπους κατανόησης της αξίας, της ευθύνης, της επιθυμίας και της προσωπικής ολοκλήρωσης. Οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν μεταβάλλουν μόνο τους θεσμούς ή τις μορφές εργασίας· μετασχηματίζουν συγχρόνως τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο βιώνει την έλλειψη, οργανώνει την εικόνα του εαυτού του και αναζητά τη θέση του απέναντι στον Άλλο.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες διαμορφώνεται σταδιακά μια νέα πολιτισμική συνθήκη. Η αξία του ανθρώπου δεν αξιολογείται αποκλειστικά από την τήρηση κοινωνικών κανόνων ούτε από τη συμμόρφωσή του σε ένα προκαθορισμένο σύστημα υποχρεώσεων. Η αξιολόγηση μετατοπίζεται προς μια διαφορετική απαίτηση: τη συνεχή εξέλιξη του ίδιου του εαυτού. Η προσωπικότητα αντιμετωπίζεται ως ένα ανοιχτό έργο που οφείλει να αναθεωρείται, να εμπλουτίζεται και να βελτιστοποιείται αδιάκοπα. Η γνώση, η εργασία, η σωματική φροντίδα, οι διαπροσωπικές σχέσεις, ακόμη και η ψυχική ισορροπία παρουσιάζονται ως πεδία συνεχούς αναβάθμισης, σαν να υπάρχει πάντοτε μια ανώτερη εκδοχή του ανθρώπου που περιμένει να κατακτηθεί.
Η μετατόπιση αυτή διαφοροποιείται ουσιαστικά από τις παραδοσιακές μορφές κοινωνικής πειθαρχίας. Η σύγχρονη προσταγή δεν εμφανίζεται κυρίως ως απαγόρευση ούτε ως εξωτερικός καταναγκασμός. Ενδύεται τη μορφή της προσωπικής επιλογής, της δημιουργικότητας, της ελευθερίας και της αυτοπραγμάτωσης. Το υποκείμενο καλείται να επενδύσει στον εαυτό του, να οργανώσει αποτελεσματικότερα τη ζωή του, να αποκτήσει νέες δεξιότητες, να διαχειριστεί τα συναισθήματά του, να γίνει περισσότερο ανθεκτικό, περισσότερο παραγωγικό, περισσότερο αυθεντικό. Η εξέλιξη παύει να αποτελεί μία από τις δυνατότητες της ανθρώπινης ζωής και μετατρέπεται σε μόνιμο κριτήριο αξιολόγησης της ίδιας της ύπαρξης.
Αυτή η πολιτισμική λογική δεν επηρεάζει μόνο τη συμπεριφορά. Μετασχηματίζει βαθύτερα τη σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του. Η προσωπική αξία αρχίζει να εξαρτάται από την αίσθηση διαρκούς προόδου. Η στασιμότητα αποκτά το νόημα της αποτυχίας, η αμφιβολία ερμηνεύεται ως ανεπαρκής ψυχική οργάνωση και κάθε δυσκολία βιώνεται ως ένδειξη ότι απομένει ακόμη δρόμος μέχρι την ολοκλήρωση. Η ζωή οργανώνεται γύρω από μια διαρκή επιδίωξη υπέρβασης του παρόντος εαυτού.
Από την πειθαρχία στη διαρκή βελτιστοποίηση
Οι κοινωνίες της νεωτερικότητας θεμελιώθηκαν πάνω στην πειθαρχία. Η οικογένεια, το σχολείο, η εργασία και οι κοινωνικοί θεσμοί συγκροτούσαν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο μάθαινε να αναστέλλει την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών του και να προσαρμόζεται σε ένα σύστημα κανόνων. Η σύγκρουση οργανωνόταν κυρίως γύρω από την απαγόρευση. Το ψυχικό κόστος αφορούσε τη διαχείριση της επιθυμίας απέναντι σε όσα δεν επιτρέπονταν.
Η σημερινή πραγματικότητα παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η κοινωνική απαίτηση δεν αφορά μόνο την προσαρμογή αλλά κυρίως την επίδοση. Το άτομο καλείται να επενδύει συνεχώς στον εαυτό του, σαν να αποτελεί το σημαντικότερο κεφάλαιο που διαθέτει. Η επαγγελματική πορεία, η σωματική εικόνα, η ψυχική ανθεκτικότητα, η συναισθηματική νοημοσύνη, ακόμη και οι προσωπικές σχέσεις εντάσσονται σε μια λογική συνεχούς αξιολόγησης και διαρκούς βελτίωσης.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη η έννοια της ολοκλήρωσης απομακρύνεται συνεχώς. Δεν υπάρχει σαφές τέλος της διαδρομής. Κάθε επίτευγμα συνοδεύεται από μια νέα απαίτηση, κάθε κατάκτηση αποκαλύπτει ένα νέο πεδίο ανεπάρκειας, κάθε μορφή ισορροπίας παραμένει προσωρινή. Το υποκείμενο βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπο με την αίσθηση ότι δεν έχει ακόμη φτάσει εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται.
Η εμπειρία αυτή παράγει μια ιδιότυπη μορφή κόπωσης. Δεν προέρχεται αποκλειστικά από την ένταση της εργασίας ή από τον αυξημένο όγκο υποχρεώσεων. Προκύπτει και από την αδιάκοπη απαίτηση να εργάζεται κανείς πάνω στον ίδιο του τον εαυτό. Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνει απλώς έργα· μετατρέπεται ο ίδιος σε έργο προς ολοκλήρωση.
→ Δείτε επίσης: Η ψυχική εξάντληση και η ψευδαίσθηση του Εγώ.
Το νέο πρόσωπο του υπερεγώ
Η μεταβολή αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν εξετάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται σήμερα η εμπειρία της ενοχής.
Η ενοχή δεν γεννιέται πλέον αποκλειστικά από την παράβαση ενός κανόνα. Αναδύεται όλο και συχνότερα μέσα από την αίσθηση ότι το άτομο δεν αξιοποίησε επαρκώς τις δυνατότητές του. Η αδυναμία συγκέντρωσης, η μειωμένη παραγωγικότητα, η δυσκολία διαχείρισης του άγχους ή ακόμη και η απλή ψυχική κόπωση μπορούν να βιωθούν ως προσωπικές αποτυχίες. Το άτομο αισθάνεται ότι όφειλε να είναι περισσότερο αποτελεσματικό, περισσότερο ισορροπημένο, περισσότερο οργανωμένο.
Το στοιχείο που καθιστά αυτή τη μορφή ενοχής ιδιαίτερα ισχυρή είναι ότι δεν επιβάλλεται από έναν εξωτερικό φορέα. Λειτουργεί εσωτερικά. Το υποκείμενο αναλαμβάνει μόνο του τον ρόλο του αξιολογητή του εαυτού του. Παρακολουθεί την πρόοδό του, συγκρίνει τις επιδόσεις του με ιδεώδη πρότυπα, καταγράφει αποκλίσεις και επιχειρεί διαρκώς να διορθώσει όσα θεωρεί ανεπαρκή.
Η διαδικασία αυτή δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένες δραστηριότητες. Επεκτείνεται σταδιακά σε ολόκληρη την προσωπικότητα. Η ηρεμία, η δημιουργικότητα, η ψυχική ανθεκτικότητα, η αυτογνωσία, ακόμη και η ίδια η ευτυχία μετατρέπονται σε αντικείμενα αξιολόγησης. Ο άνθρωπος καλείται να αποδεικνύει διαρκώς ότι εξελίσσεται και, όταν δεν κατορθώνει να ανταποκριθεί σε αυτή την απαίτηση, η αποτυχία βιώνεται ως προσωπικό έλλειμμα και όχι ως αναπόφευκτη διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η ψευδαίσθηση της πληρότητας
Στο βάθος αυτής της πολιτισμικής λογικής διακρίνεται μια ιδιαίτερη υπόθεση για τον άνθρωπο: ότι η ανθρώπινη ύπαρξη μπορεί κάποτε να καταστεί πλήρης. Ότι υπάρχει ένα σημείο στο οποίο οι εσωτερικές αντιφάσεις θα έχουν επιλυθεί, οι συγκρούσεις θα έχουν εκλείψει και η σχέση του ανθρώπου με τον εαυτό του θα αποκτήσει οριστική σταθερότητα.
Η φαντασίωση αυτή μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται το άγχος, η αμφιβολία, η αναποφασιστικότητα, το σύμπτωμα ή η επανάληψη. Όλες αυτές οι εμπειρίες τείνουν να νοηματοδοτούνται ως προσωρινές ατέλειες που αναμένουν την κατάλληλη τεχνική παρέμβαση για να εξαλειφθούν.
Εκεί ακριβώς αναδεικνύεται το πρώτο ουσιαστικό όριο της λογικής της αυτοβελτίωσης.
→ Δείτε επίσης: Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη.
Το ανθρώπινο υποκείμενο δεν συγκροτείται γύρω από μια κατάσταση πληρότητας αλλά γύρω από μια θεμελιώδη έλλειψη, η οποία δεν αποτελεί δυσλειτουργία προς αποκατάσταση αλλά τον όρο μέσα από τον οποίο καθίσταται δυνατή η επιθυμία, η δημιουργία, ο δεσμός με τον άλλον και η ίδια η ιστορία της ζωής του.
Αυτή η παραδοχή μεταβάλλει και το ερώτημα που τίθεται απέναντι στην ανθρώπινη οδύνη. Το διακύβευμα δεν είναι πλέον πώς θα εξαλειφθεί κάθε αντίφαση του εαυτού, αλλά με ποιον τρόπο το υποκείμενο οργανώνει τη σχέση του με εκείνη την έλλειψη που καμία διαδικασία βελτιστοποίησης δεν μπορεί να καταργήσει.
Το ασυνείδητο ως το όριο της πλήρους αυτογνωσίας
Η υπόσχεση της αυτοβελτίωσης συνοδεύεται από μια ακόμη, λιγότερο εμφανή παραδοχή: ότι ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει πλήρως τον εαυτό του. Η αδιάκοπη παρατήρηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των συμπεριφορών δημιουργεί την εντύπωση ότι η ψυχική ζωή μπορεί να γίνει απολύτως διαφανής και ότι κάθε δυσκολία μπορεί να εξηγηθεί, να ταξινομηθεί και τελικά να διορθωθεί.
Η αντίληψη αυτή συναντά το όριό της εκεί όπου εμφανίζεται το ασυνείδητο.
Το ασυνείδητο δεν αποτελεί ένα κρυφό δωμάτιο του ψυχισμού που περιμένει να φωτιστεί. Δεν είναι το σύνολο όσων δεν γνωρίζουμε ακόμη για τον εαυτό μας. Αν ήταν έτσι, η αυτογνωσία θα οδηγούσε κάποτε στην ολοκλήρωση. Το ασυνείδητο όμως δεν εξαντλείται στη γνώση. Εκδηλώνεται ακριβώς εκεί όπου η γνώση αποτυγχάνει να οργανώσει πλήρως την εμπειρία.
Εμφανίζεται στην επανάληψη επιλογών που οδηγούν στο ίδιο αδιέξοδο, σε σχέσεις που μοιάζουν διαφορετικές αλλά επαναλαμβάνουν την ίδια ψυχική λογική, σε συμπτώματα που επιμένουν ενώ το άτομο κατανοεί ήδη τη λειτουργία τους, σε αποφάσεις που αναβάλλονται χωρίς προφανή λόγο, σε επιθυμίες που συγκρούονται με την εικόνα που το ίδιο το υποκείμενο έχει για τον εαυτό του.
Η παρουσία του ασυνειδήτου υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ πλήρως ταυτόσημος με τον εαυτό του. Υπάρχει πάντοτε μια απόσταση ανάμεσα σε εκείνο που πιστεύει ότι επιθυμεί και σε εκείνο που πραγματικά οργανώνει τις επιλογές του.
→ Δείτε επίσης: Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος.
Το σύμπτωμα ως μορφή λόγου
Η λογική της συνεχούς βελτιστοποίησης δυσκολεύεται να αναγνωρίσει αυτή την απόσταση. Αντιμετωπίζει το σύμπτωμα ως τεχνικό πρόβλημα, σαν να πρόκειται για δυσλειτουργία που παρεμβάλλεται ανάμεσα στο άτομο και στην ομαλή λειτουργία του.
Μια τέτοια προσέγγιση μεταβάλλει και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η ψυχική οδύνη. Η αγχώδης κρίση, η ιδεοψυχαναγκαστική αμφιβολία, η αναβλητικότητα, η ψυχική κόπωση ή η καταθλιπτική αναστολή παύουν να αποτελούν ερωτήματα προς διερεύνηση και αντιμετωπίζονται ως σφάλματα που πρέπει να εξαλειφθούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Ωστόσο, στην κλινική πράξη, το σύμπτωμα σπάνια λειτουργεί ως απλή δυσλειτουργία.
Εντάσσεται σε μια ιδιαίτερη οικονομία του ψυχισμού. Καταλαμβάνει μια θέση μέσα στην ιστορία του υποκειμένου και αποκτά νόημα σε σχέση με τις απώλειες, τις ταυτίσεις, τις επιθυμίες και τις ασυνείδητες συγκρούσεις που οργανώνουν τη ζωή του.
Το γεγονός ότι ένα σύμπτωμα προκαλεί οδύνη δεν σημαίνει ότι είναι χωρίς νόημα. Αντίθετα, πολλές φορές αποτελεί το μοναδικό σημείο από το οποίο μπορεί να προσεγγιστεί μια αλήθεια που δεν έχει ακόμη βρει άλλη μορφή έκφρασης.
Το ερώτημα επομένως μετατοπίζεται. Δεν αφορά μόνο το πώς θα περιοριστεί το σύμπτωμα, αλλά και το τι καθιστά αναγκαία την εμφάνισή του σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του ανθρώπου.
→ Δείτε επίσης: Η επιθυμία υπό επιτήρηση στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή.
Η επιθυμία απέναντι στη λογική της επίδοσης
Η έννοια της επιθυμίας καταλαμβάνει ιδιαίτερη θέση μέσα σε αυτή τη συζήτηση. Η σύγχρονη κουλτούρα οργανώνεται γύρω από στόχους, επιτεύγματα και μετρήσιμα αποτελέσματα. Η προσωπική ανάπτυξη μεταφράζεται συχνά σε αύξηση της αποτελεσματικότητας, της παραγωγικότητας ή της ψυχικής ανθεκτικότητας. Η επιθυμία όμως δεν υπακούει σε αυτή τη λογική. Δεν εξελίσσεται γραμμικά. Δεν ακολουθεί προκαθορισμένο σχέδιο. Δεν μπορεί να μετατραπεί σε αντικείμενο διαχείρισης χωρίς να αλλοιωθεί η ίδια η φύση της.
Το υποκείμενο δεν υποφέρει μόνο επειδή δεν πετυχαίνει τους στόχους του. Υποφέρει και όταν οι στόχοι που επιδιώκει δεν συμπίπτουν με την επιθυμία του. Η συνεχής απαίτηση να εξελίσσεται μπορεί να το απομακρύνει σταδιακά από το ερώτημα που παραμένει θεμελιώδες: τι επιθυμεί πραγματικά και για ποιον επιθυμεί.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Η επιθυμία δεν συγκροτείται ανεξάρτητα από τον Άλλο. Γεννιέται μέσα στη σχέση με τον λόγο, την αναγνώριση και την επιθυμία εκείνων από τους οποίους το υποκείμενο εξαρτήθηκε για να συγκροτηθεί. Για τον λόγο αυτό, η διαρκής αναζήτηση μιας καλύτερης εκδοχής του εαυτού δεν αποτελεί πάντοτε έκφραση προσωπικής επιθυμίας. Συχνά αποτελεί προσπάθεια ανταπόκρισης σε ένα ιδεώδες που έχει ήδη εσωτερικευθεί.
→ Δείτε επίσης: Όταν το «όχι» δεν μπορεί να ειπωθεί.
Η θεραπευτική εργασία ως μετατόπιση του ερωτήματος
Η θεραπευτική συνάντηση αποκτά νόημα ακριβώς επειδή μετατοπίζει το ερώτημα. Η δυσφορία δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως εμπόδιο που πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά ως αφετηρία μιας διερεύνησης σχετικά με τη θέση που καταλαμβάνει μέσα στην ιστορία του υποκειμένου. Η μετατόπιση αυτή διαφοροποιείται ουσιαστικά από τη λογική της διαρκούς αυτοβελτίωσης.
Το ενδιαφέρον δεν στρέφεται προς την παραγωγή ενός αποτελεσματικότερου ανθρώπου ούτε προς την κατασκευή μιας προσωπικότητας απαλλαγμένης από κάθε αντίφαση. Η εργασία αφορά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με την έλλειψη, την επιθυμία, την ευθύνη και το σύμπτωμά του.
Αυτό δεν συνεπάγεται παραίτηση από την αλλαγή. Αντιθέτως, εισάγει μια διαφορετική έννοια της αλλαγής.
Η μεταβολή δεν προκύπτει επειδή ο άνθρωπος κατορθώνει να ελέγξει πλήρως τον εαυτό του, αλλά επειδή μετασχηματίζεται η σχέση του με εκείνο που μέχρι τότε εμφανιζόταν ως αδιέξοδο.
Κλείνοντας
Η συνεχής αυτοβελτίωση αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της εποχής μας, όχι μόνο επειδή προτείνει νέους τρόπους ζωής, αλλά επειδή διαμορφώνει έναν νέο τρόπο κατανόησης του ανθρώπου. Η αξία του υποκειμένου συνδέεται ολοένα περισσότερο με την ικανότητά του να βελτιώνεται, να προσαρμόζεται και να επιδεικνύει διαρκή πρόοδο.
Το ασυνείδητο υπενθυμίζει ότι αυτή η πορεία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί. Όχι επειδή ο άνθρωπος αδυνατεί να εξελιχθεί, αλλά επειδή η ανθρώπινη ύπαρξη δεν συγκροτείται γύρω από μια κατάσταση πληρότητας. Η έλλειψη, η αμφιθυμία, η επιθυμία και το σύμπτωμα δεν αποτελούν κατάλοιπα μιας ατελούς προσωπικότητας που περιμένει να διορθωθεί. Συνιστούν θεμελιώδεις διαστάσεις της υποκειμενικότητας.
Η συνάντηση με αυτή την πραγματικότητα δεν οδηγεί στην εγκατάλειψη κάθε επιθυμίας για αλλαγή. Μεταβάλλει όμως το νόημά της. Η αλλαγή παύει να οργανώνεται γύρω από την αναζήτηση ενός ιδανικού εαυτού και συνδέεται περισσότερο με τη δυνατότητα του ανθρώπου να αναλάβει διαφορετικά τη σχέση του με την επιθυμία του, με την ευθύνη των επιλογών του και με εκείνο το υπόλοιπο που καμία διαδικασία αυτοβελτίωσης δεν μπορεί να εξαλείψει, γιατί αποτελεί το ίδιο το σημείο από το οποίο αρχίζει να συγκροτείται η ανθρώπινη ζωή.
Σχετικά άρθρα
- Αυτογνωσία, Αυτοβελτίωση και η Γενιά που Θεραπεύεται
- Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη
- Η αναζήτηση αναγνώρισης και το βλέμμα των άλλων
- Η εποχή της ανεπάρκειας: η σύγκριση με τους άλλους και η ψυχική φθορά
- Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη
- Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος
- Όταν το «όχι» δεν μπορεί να ειπωθεί
- Επανάληψη στις σχέσεις: όταν η αγάπη συναντά το ασυνείδητο
- Φόβος απόρριψης: όταν χάνεται η θέση μας στην επιθυμία του Άλλου