
Τα παιδικά χρόνια: ανάμεσα στη μνήμη, την επιθυμία και τον Μικρό Πρίγκιπα
Μια διαδρομή από τη λογοτεχνία στην ψυχαναλυτική σκέψη
Τα παιδικά χρόνια δεν αποτελούν μόνο μια περίοδο της ζωής. Παραμένουν ένας τόπος όπου επιστρέφουμε διαρκώς μέσα από τη μνήμη, τις σχέσεις και την επιθυμία. «Πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια», λέει η φράση που αποδίδεται συχνά στον Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ.
Ο μικρός πλανήτης Β612 είναι τόσο μικρός ώστε αρκούν λίγα βήματα για να τον διασχίσει κανείς. Τρία ηφαίστεια, ένα τριαντάφυλλο και ένας μικρός πρίγκιπας συνθέτουν έναν κόσμο που μοιάζει αυτάρκης μέσα στην απλότητά του. Κι όμως, η ιστορία δεν αρχίζει με την παραμονή αλλά με την αναχώρηση. Ο μικρός πρίγκιπας φεύγει, αφήνοντας πίσω του έναν κόσμο που μέχρι τότε αποτελούσε ολόκληρο το σύμπαν του.
Οι σημαντικές ιστορίες, ίσως, δεν αρχίζουν όταν βρίσκουμε έναν τόπο αλλά όταν τον εγκαταλείπουμε. Ο αποχωρισμός δεν σηματοδοτεί μόνο μια αλλαγή τόπου· εγκαινιάζει έναν διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβανόμαστε όσα αφήσαμε πίσω. Μόνο τότε αρχίζει να γεννιέται η νοσταλγία.
Η φράση «πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια» μοιάζει να συνομιλεί με αυτή την εμπειρία. Δεν εξιδανικεύει την παιδική ηλικία ούτε προτείνει μια επιστροφή σε έναν χαμένο παράδεισο. Υποδηλώνει ότι τα πρώτα χρόνια της ζωής δεν χάνονται μαζί με τον χρόνο που πέρασε. Παραμένουν παρόντα, όχι ως ακριβείς αναμνήσεις αλλά ως ο τρόπος με τον οποίο μάθαμε να υπάρχουμε μέσα στον κόσμο.
Όταν οι άνθρωποι μιλούν για την παιδική τους ηλικία, σπάνια θυμούνται γεγονότα με χρονολογική ακρίβεια. Η μνήμη διατηρεί άλλα πράγματα: το φως ενός απογεύματος, τη μυρωδιά ενός σπιτιού, τον ήχο μιας πόρτας που άνοιγε πάντα την ίδια ώρα, μια φωνή που πρόφερε το όνομά τους με τρόπο μοναδικό. Εκείνο που επιβιώνει δεν είναι τόσο το ίδιο το παρελθόν όσο η αίσθηση που το συνόδευε.
Γι’ αυτό η παιδική ηλικία επιστρέφει πάντοτε ως εμπειρία και όχι ως αφήγηση. Δεν αναζητούμε μόνο έναν χαμένο χρόνο· αναζητούμε έναν τρόπο να αισθανόμαστε τον κόσμο πριν ακόμη αποκτήσει τις σημερινές του αντιφάσεις.
Ο Μικρός Πρίγκιπας δεν αφηγείται την ιστορία ενός παιδιού. Αφηγείται την ιστορία μιας διαδοχικής συνάντησης με διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης. Κάθε πλανήτης που επισκέπτεται μοιάζει να φωτίζει μια όψη της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο βασιλιάς οργανώνει τον κόσμο γύρω από την εξουσία, ο ματαιόδοξος γύρω από την αναγνώριση, ο επιχειρηματίας γύρω από την κατοχή, ο γεωγράφος γύρω από μια γνώση που παραμένει απομακρυσμένη από τη ζωή. Ο μικρός πρίγκιπας περνά από όλους αυτούς τους κόσμους χωρίς να τους κρίνει. Τους παρατηρεί με εκείνη τη διαύγεια που συχνά χάνεται όταν οι βεβαιότητες αντικαθιστούν την περιέργεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο ανοίγει με το σχέδιο που οι μεγάλοι βλέπουν ως καπέλο, ενώ το παιδί αναγνωρίζει έναν βόα που έχει καταπιεί έναν ελέφαντα. Η σκηνή δεν αντιπαραθέτει απλώς τη φαντασία στην ορθολογική σκέψη. Υπαινίσσεται ότι κάθε βλέμμα κουβαλά ήδη μια ιστορία. Δεν αντικρίζουμε τον κόσμο ως ουδέτεροι παρατηρητές· τον βλέπουμε μέσα από τις εμπειρίες που μας διαμόρφωσαν.
Αυτή η διαπίστωση βρίσκεται στον πυρήνα της ψυχαναλυτικής σκέψης. Ο Freud υπήρξε ο πρώτος που αντιμετώπισε τα πρώτα χρόνια της ζωής όχι ως μια περίοδο που απλώς προηγήθηκε, αλλά ως το σημείο όπου αρχίζει να οργανώνεται η ιδιαίτερη ιστορία κάθε ανθρώπου. Οι πρώτες σχέσεις, οι πρώτες απουσίες, οι πρώτες ματαιώσεις και οι πρώτες εμπειρίες αγάπης δεν παραμένουν αποθηκευμένες στη μνήμη σαν παλιές φωτογραφίες. Συνεχίζουν να δρουν σιωπηλά, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αγαπάμε, φοβόμαστε, εμπιστευόμαστε ή απομακρυνόμαστε.
Το παρελθόν, επομένως, δεν επιβιώνει επειδή το θυμόμαστε. Επιβιώνει επειδή εξακολουθεί να οργανώνει το παρόν. Εκεί όπου ένας άνθρωπος αισθάνεται ασφάλεια, ένας άλλος βιώνει απειλή· εκεί όπου κάποιος εγκαταλείπεται εύκολα στη σχέση, κάποιος άλλος περιμένει ήδη την απώλεια. Αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν απλές επιλογές χαρακτήρα. Έχουν τη δική τους ιστορία, ακόμη κι όταν η ιστορία αυτή δεν μπορεί να ειπωθεί με λέξεις.
Ενδεχομένως η ανάμνηση να γεννιέται ακριβώς σε αυτό το σημείο. Όχι από την επιθυμία να επιστρέψουμε σε έναν χρόνο που χάθηκε, αλλά από την αναζήτηση εκείνης της πρώτης εμπειρίας οικειότητας, μέσα από την οποία ο κόσμος έγινε κάποτε κατοικήσιμος. Η επίδραση αυτών των πρώτων σχέσεων γίνεται συχνά εμφανής στην ενήλικη ζωή, ιδιαίτερα όταν η αποδοχή ή η απόρριψη του άλλου αποκτά δυσανάλογη σημασία. (Δείτε επίσης: «Ο φόβος της απόρριψης: όταν το βλέμμα του άλλου γίνεται απειλή».)
Η αναζήτηση αυτής της πρώτης οικειότητας δεν αφορά μόνο τη μνήμη. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ίδια η εμπειρία του εαυτού. Πολύ πριν αποκτήσει λέξεις για να περιγράψει τον κόσμο, το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι υπάρχει μέσα σε έναν κόσμο που μπορεί να το αντέξει. Δεν γεννιέται απλώς σε ένα σπίτι· γεννιέται μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων, βλεμμάτων, φωνών και σιωπών που σταδιακά του επιτρέπουν να αισθανθεί ότι η ύπαρξή του έχει θέση.
Ο Donald Winnicott περιέγραψε αυτή τη λεπτή διεργασία ως την εμπειρία ενός περιβάλλοντος που μπορεί να «κρατήσει» ψυχικά το βρέφος. Δεν πρόκειται μόνο για τη φυσική φροντίδα αλλά για εκείνη τη διακριτική παρουσία που επιτρέπει στον κόσμο να γίνει κατοικήσιμος πριν ακόμη γίνει κατανοητός. Ίσως γι’ αυτό οι πιο πρώιμες εμπειρίες δεν επιστρέφουν ως αναμνήσεις αλλά ως αισθήσεις. Παραμένουν στον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε, εμπιστευόμαστε ή αποσύρουμε την εμπιστοσύνη μας.
Από αυτή την άποψη, η φράση «πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια» δεν αναφέρεται σε έναν συγκεκριμένο τόπο ούτε σε μια εποχή της ζωής που ιδανικοποιείται εκ των υστέρων. Εκείνο που διατηρείται δεν είναι το παιδικό δωμάτιο, οι δρόμοι μιας γειτονιάς ή τα αντικείμενα που κάποτε μας περιέβαλλαν. Διατηρείται ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος απέκτησε για πρώτη φορά νόημα.
Ο μικρός πλανήτης Β612 αποκτά τότε μια διαφορετική σημασία. Δεν αποτελεί τον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας ούτε μια εξιδανικευμένη ανάμνηση. Γίνεται μια λογοτεχνική εικόνα εκείνης της πρώτης εμπειρίας από την οποία αρχίζει η ανθρώπινη διαδρομή. Όχι επειδή όλα ήταν πλήρη ή ευτυχισμένα, αλλά επειδή εκεί χαράχθηκαν οι πρώτες διαδρομές της επιθυμίας, της σχέσης και της απώλειας.
Η ψυχανάλυση, άλλωστε, δεν αντιμετώπισε ποτέ την παιδική ηλικία ως έναν τόπο στον οποίο ο άνθρωπος καλείται να επιστρέψει. Αντίθετα, έδειξε ότι το παρελθόν παραμένει ενεργό όχι επειδή μένει αμετάβλητο αλλά επειδή κάθε νέα εμπειρία το αναδιαμορφώνει. Η μνήμη δεν λειτουργεί σαν αρχείο που διατηρεί ανέπαφα τα γεγονότα. Κάθε μνήμη φωτίζεται διαφορετικά από το παρόν και κάθε σχέση μάς οδηγεί να ξαναδιαβάσουμε όσα προηγήθηκαν.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η βαθύτερη συγγένεια ανάμεσα στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση. Καμία από τις δύο δεν αναζητά την ιστορική ακρίβεια των γεγονότων. Και οι δύο ενδιαφέρονται για τον τρόπο με τον οποίο μια εμπειρία αποκτά νόημα μέσα στον χρόνο. Ο Μικρός Πρίγκιπας δεν συγκινεί επειδή αφηγείται την παιδική ηλικία· συγκινεί επειδή αγγίζει κάτι από εκείνη τη λεπτή περιοχή όπου η μνήμη, η απώλεια και η επιθυμία συναντώνται χωρίς να μπορούν να διαχωριστούν.
Στο σημείο αυτό γίνεται πιο εύκολο να κατανοήσει κανείς γιατί οι πρώτες εμπειρίες δεν παύουν ποτέ να συνομιλούν με την ενήλικη ζωή. Δεν επιστρέφουν αυτούσιες· επιστρέφουν μέσα στις επιλογές μας, στον τρόπο που σχετιζόμαστε, στις μορφές αγάπης που αναζητούμε, στις απογοητεύσεις που επαναλαμβάνονται και στα ερωτήματα που επιμένουν να μας συνοδεύουν. Εκείνο που άλλοτε ήταν βίωμα μετατρέπεται σταδιακά σε έναν τρόπο ανάγνωσης του κόσμου.
Ίσως γι’ αυτό η αναχώρηση του μικρού πρίγκιπα δεν αποτελεί μόνο την αρχή ενός ταξιδιού. Αποτελεί την αρχή μιας αναζήτησης που αφορά κάθε άνθρωπο. Από τη στιγμή που εγκαταλείπουμε τον πρώτο μας κόσμο, δεν αναζητούμε απλώς νέους τόπους· αναζητούμε νέους τρόπους να κατοικήσουμε τη ζωή. Και η αναζήτηση αυτή περνά πάντοτε μέσα από τις σχέσεις που δημιουργούμε.
Εκεί, στη συνάντηση με τον άλλον, θα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία η μορφή της αλεπούς. Γιατί η ιστορία δεν αφορά τελικά έναν τόπο που χάθηκε, αλλά τον τρόπο με τον οποίο ένας δεσμός μπορεί να μεταμορφώσει οριστικά τον κόσμο.
Η αλεπού εμφανίζεται αργά στην αφήγηση, σχεδόν διακριτικά. Δεν μεταφέρει μια μεγάλη αλήθεια ούτε προσφέρει μια θεωρία για τις ανθρώπινες σχέσεις. Ζητά μόνο κάτι που μοιάζει απλό: «εξημέρωσέ με».
Η λέξη προκαλεί ακόμη αμηχανία. Στη σύγχρονη γλώσσα ακούγεται σαν να προϋποθέτει κυριαρχία. Στον κόσμο του Μικρού Πρίγκιπα, όμως, σημαίνει κάτι διαφορετικό. Σημαίνει να δημιουργηθεί ένας δεσμός εκεί όπου πριν υπήρχε μόνο η ανωνυμία. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όλες οι αλεπούδες είναι ίδιες και όλα τα αγόρια μοιάζουν μεταξύ τους. Από τη στιγμή όμως που δύο υπάρξεις συναντώνται πραγματικά, τίποτε δεν παραμένει ανταλλάξιμο.
Δεν είναι η μοναδικότητα που γεννά τον δεσμό. Είναι ο δεσμός που γεννά τη μοναδικότητα.
Η παρατήρηση αυτή υπερβαίνει τη λογοτεχνία. Οι σημαντικές σχέσεις της ζωής δεν ξεχωρίζουν επειδή οι άνθρωποι που τις συγκροτούν είναι διαφορετικοί από όλους τους άλλους. Ξεχωρίζουν επειδή μέσα τους δημιουργείται ένας ιδιαίτερος τρόπος ύπαρξης. Μια κοινή γλώσσα, ένας ιδιαίτερος χρόνος, μια μορφή εμπιστοσύνης που δεν μπορεί να αναπαραχθεί αυτούσια αλλού.
Οι πρώτες εμπειρίες της ζωής έχουν ακριβώς αυτή τη δύναμη. Δεν παραμένουν σημαντικές επειδή συνέβησαν πρώτες αλλά επειδή μέσα από αυτές ο άνθρωπος γνώρισε για πρώτη φορά τι σημαίνει να συνδέεται, να περιμένει, να χάνει, να αναγνωρίζεται. Κάθε επόμενη σχέση συνομιλεί, με τον δικό της τρόπο, με εκείνες τις πρώτες εγγραφές χωρίς ποτέ να τις αντιγράφει.
Η ψυχανάλυση δεν αντιμετώπισε αυτές τις πρώτες σχέσεις ως μια αμετάβλητη μοίρα. Αντίθετα, ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζουν να μετασχηματίζονται μέσα από τις κατοπινές εμπειρίες. Το παρελθόν δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά· επανερμηνεύεται αδιάκοπα. Κάθε νέα συνάντηση μπορεί να φωτίσει διαφορετικά όσα προηγήθηκαν, όπως και κάθε απώλεια μπορεί να ανακινήσει μνήμες που έμοιαζαν λησμονημένες.
Ίσως γι’ αυτό η νοσταλγία δεν αφορά ποτέ αποκλειστικά έναν τόπο ή μια εποχή. Αφορά έναν τρόπο σχέσης με τον κόσμο. Όταν αναπολούμε τα παιδικά μας χρόνια, δεν επιστρέφουμε μόνο στα σπίτια όπου μεγαλώσαμε ή στους ανθρώπους που τα κατοικούσαν. Επιστρέφουμε, συχνά ασυνείδητα, στην πρώτη εμπειρία του να αισθανόμαστε ότι ανήκουμε κάπου, ότι κάποιος μας περίμενε, ότι η παρουσία μας είχε μια θέση μέσα στη ζωή ενός άλλου.
Ο μικρός πρίγκιπας καταλαβαίνει ότι το τριαντάφυλλό του είναι μοναδικό όχι όταν το συγκρίνει με τα υπόλοιπα, αλλά όταν συνειδητοποιεί τον χρόνο που αφιέρωσε σε αυτό. Η μοναδικότητα δεν βρίσκεται στο αντικείμενο· βρίσκεται στη σχέση. Αυτό που αποκτά αξία για τον άνθρωπο δεν είναι εκείνο που κατέχει, αλλά εκείνο με το οποίο έχει δεθεί.
Στην ενήλικη ζωή αυτή η εμπειρία εμφανίζεται με αμέτρητες μορφές. Στην αγάπη, στη φιλία, στη γονεϊκότητα, ακόμη και στη θεραπευτική σχέση, ο άνθρωπος δεν αναζητά απλώς την παρουσία ενός άλλου. Αναζητά τη δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας δεσμός που να μεταμορφώνει την εμπειρία του κόσμου. Ίσως γι’ αυτό οι πιο ουσιαστικές συναντήσεις δεν μας προσθέτουν απλώς κάτι καινούργιο· αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε ακόμη και όσα προηγήθηκαν.
Δείτε επίσης: Η εποχή των ορίων – για τον τρόπο με τον οποίο οι σχέσεις συγκροτούνται μέσα από την εγγύτητα, την απόσταση και την αναγνώριση του άλλου.
Δείτε επίσης: Ο φόβος της απόρριψης: όταν το βλέμμα του άλλου γίνεται απειλή – για το πώς οι πρώτες εμπειρίες αναγνώρισης και απόρριψης συνεχίζουν να επηρεάζουν τις ενήλικες σχέσεις.
Σε αυτό το σημείο η σκέψη του Lacan προσφέρει μια ακόμη μετατόπιση. Ο άνθρωπος δεν κατοικεί απλώς έναν κόσμο· κατοικεί έναν κόσμο που έχει ήδη οργανωθεί από τη γλώσσα. Οι πρώτες λέξεις που τον περιέγραψαν, οι επιθυμίες που προηγήθηκαν της γέννησής του, οι προσδοκίες που επενδύθηκαν πάνω στο όνομά του, γίνονται μέρος της ιστορίας του πριν ακόμη μπορέσει να τη διηγηθεί ο ίδιος. Η παιδική ηλικία δεν παραμένει μόνο ως ανάμνηση· επιβιώνει μέσα από τα σημαίνοντα που συνεχίζουν να δίνουν μορφή στην εμπειρία του.
Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που καμία επιστροφή δεν είναι πραγματική επιστροφή. Δεν μπορούμε να ξανασυναντήσουμε τον κόσμο όπως τον αντικρίσαμε κάποτε, γιατί ούτε ο κόσμος ούτε εμείς είμαστε πλέον οι ίδιοι. Εκείνο που επιστρέφει δεν είναι το παρελθόν αλλά η προσπάθεια να του αποδώσουμε εκ νέου νόημα. Κάθε ανάμνηση είναι ταυτόχρονα μια νέα ανάγνωση.
Η ψυχαναλυτική εργασία δεν αποσκοπεί στην αναβίωση των παιδικών χρόνων ούτε στην αποκατάσταση μιας χαμένης πληρότητας. Εκείνο που καθίσταται δυνατό είναι να αναγνωρίσει κανείς πώς η προσωπική του ιστορία εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν. Όχι για να παραμείνει εγκλωβισμένος σε αυτήν, αλλά για να πάψει να την επαναλαμβάνει χωρίς να το γνωρίζει. Η ελευθερία δεν γεννιέται από τη λήθη· γεννιέται όταν το παρελθόν παύει να λειτουργεί ως μια αόρατη αναγκαιότητα.
Ίσως γι’ αυτό ο Μικρός Πρίγκιπας εξακολουθεί να συγκινεί ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών. Δεν μας επιστρέφει στην παιδική μας ηλικία. Μας φέρνει αντιμέτωπους με κάτι βαθύτερο: με εκείνο το ίχνος των πρώτων σχέσεων που εξακολουθεί να συνοδεύει κάθε νέα συνάντηση, κάθε απώλεια, κάθε μορφή αγάπης. Διαβάζοντάς τον ως ενήλικες, δεν ανακαλύπτουμε ένα διαφορετικό βιβλίο· ανακαλύπτουμε έναν διαφορετικό εαυτό.
Η φράση «πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια» αποκτά τότε μια διαφορετική βαρύτητα. Ίσως τελικά να μην περιγράφει έναν χαμένο τόπο αλλά μια αδιάκοπη συνομιλία. Τα παιδικά χρόνια δεν βρίσκονται πίσω μας σαν μια κλειστή εποχή της ζωής. Συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στις λέξεις που επιλέγουμε, στις σχέσεις που δημιουργούμε, στις σιωπές που επαναλαμβάνουμε και στις επιθυμίες που εξακολουθούν να μας κινούν.
Γι’ αυτό και η ανθρώπινη διαδρομή δεν μοιάζει τόσο με μια προσπάθεια επιστροφής όσο με μια διαρκή επανερμηνεία. Δεν αλλάζουμε το γεγονός ότι κάποτε υπήρξαμε παιδιά. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αυτή η ιστορία συνεχίζει να γράφεται μέσα στην ενήλικη ζωή.
Η φράση που αποδίδεται στον Σαιντ-Εξυπερύ μπορεί να αποτελεί μια πρόσκληση για σκέψη. Αν πράγματι «πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια», τότε η πατρίδα αυτή δεν βρίσκεται μόνο στη μνήμη. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο εξακολουθούμε να συναντούμε τον εαυτό μας και τους άλλους. Εκεί όπου η πρώτη εμπειρία γίνεται αφήγηση, η αφήγηση γίνεται επιθυμία και η επιθυμία συνεχίζει, αθόρυβα, να ανοίγει τον δρόμο προς το μέλλον.