
Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας: γιατί ποτέ δεν είμαστε αρκετοί;
Η ντροπή, ο ναρκισσισμός, η κατάθλιψη και η ανάγκη αναγνώρισης πίσω από το αίσθημα ότι ποτέ δεν είμαστε αρκετοί.
Η αίσθηση ότι δεν είμαστε αρκετοί σπάνια εμφανίζεται ως μεμονωμένη σκέψη. Συνήθως εγκαθίσταται πιο αθόρυβα: ως υπόστρωμα εσωτερικής αμφιβολίας, ως δυσκολία να αναγνωρίσουμε την αξία μας χωρίς εξωτερική επιβεβαίωση, ως μόνιμη τάση να μετράμε τον εαυτό μας απέναντι σε μια εικόνα που πάντα μοιάζει ανώτερη. Η ανεπάρκεια δεν αφορά μόνο όσα δεν έχουμε πετύχει· αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε ψυχικά τον εαυτό μας.
Στην κλινική εμπειρία, αυτή η εσωτερική αίσθηση μειονεξίας συχνά συνδέεται με μια ασταθή ναρκισσιστική ισορροπία. Ακόμη και όταν ένας στόχος επιτυγχάνεται, η ανακούφιση διαρκεί λίγο, γιατί η ψυχική οικονομία της σύγκρισης δεν ικανοποιείται ποτέ οριστικά. Το Εγώ ανακουφίζεται προσωρινά, όμως το εσωτερικευμένο ιδανικό στο οποίο καλείται να ανταποκριθεί μετακινείται συνεχώς πιο πέρα.
Στη σύγχρονη κοινωνία, η σύγκριση με τους άλλους δεν είναι πια μια περιστασιακή εμπειρία. Έχει γίνει ένας σχεδόν μόνιμος τρόπος θέασης του εαυτού: ένας καθρέφτης που δεν αντανακλά απλώς την εικόνα μας, αλλά την κρίνει, την ιεραρχεί και συχνά την καθιστά ελλειμματική.
Η εποχή της συνεχούς σύγκρισης
Παλαιότερα οι άνθρωποι συγκρίνονταν κυρίως με όσους βρίσκονταν στο άμεσο κοινωνικό τους περιβάλλον. Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική.
Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα ερχόμαστε καθημερινά σε επαφή με εικόνες επιτυχίας, ευτυχίας, ομορφιάς και κοινωνικής αναγνώρισης. Παρακολουθούμε ανθρώπους που ταξιδεύουν, δημιουργούν, προοδεύουν επαγγελματικά ή φαίνεται να ζουν ζωές χωρίς αδιέξοδα. Η ψηφιακή σκηνή λειτουργεί σαν μια αδιάκοπη έκθεση ιδανικοποιημένων εαυτών, όπου ο καθένας προσφέρεται στο βλέμμα των άλλων μέσα από την πιο επιμελημένη του εκδοχή.
Ακόμη και όταν γνωρίζουμε ότι αυτές οι εικόνες είναι επιλεκτικές, η συναισθηματική τους επίδραση παραμένει ισχυρή. Η γνώση ότι κάτι είναι σκηνοθετημένο δεν αρκεί για να ακυρώσει την ψυχική του δύναμη. Το ασυνείδητο δεν πείθεται πάντα από τη λογική αποδόμηση της εικόνας· συχνά αντιδρά σαν η εικόνα αυτή να είναι η πλήρης αλήθεια.
Η εμπειρία της ζωής μας συγκρίνεται με το καλύτερο στιγμιότυπο της ζωής των άλλων. Η εσωτερική αμφιβολία μας αντιπαραβάλλεται με την εξωτερική βεβαιότητα που φαίνεται να εκπέμπουν οι άλλοι. Και αυτή η σύγκριση είναι εκ των πραγμάτων άνιση.
Όταν η αξία του εαυτού εξαρτάται από το βλέμμα του άλλου
Η ψυχαναλυτική σκέψη έχει από καιρό επισημάνει ότι η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας δεν διαμορφώνεται απομονωμένα.
Από τα πρώτα χρόνια της ζωής, ο άνθρωπος συγκροτεί την αίσθηση της ταυτότητάς του μέσα από το βλέμμα των σημαντικών άλλων. Το παιδί αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από την ανταπόκριση, την επιθυμία, την αποδοχή ή την απόσυρση του άλλου. Η αυτοεικόνα, επομένως, δεν είναι ποτέ απολύτως ιδιωτική υπόθεση· είναι εξαρχής σχεσιακή.
Η ψυχαναλυτική έννοια του ιδεώδους Εγώ βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η σύγκριση μπορεί να αποκτήσει τόσο βασανιστικό χαρακτήρα. Το άτομο δεν συγκρίνεται μόνο με πραγματικούς ανθρώπους, αλλά και με μια εσωτερικευμένη εικόνα τελειότητας: με αυτό που πιστεύει ότι θα έπρεπε να είναι για να αξίζει, να αγαπηθεί, να θαυμαστεί ή να μη ντροπιαστεί. Κλινικά, αυτή η απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό Εγώ και στο ιδεώδες μπορεί να παράγει έντονη αυτομομφή, αίσθημα αποτυχίας και επίμονη ανάγκη επιβεβαίωσης.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η προσωπική αξία εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από αυτή την εξωτερική επιβεβαίωση. Τότε το βλέμμα του άλλου παύει να είναι τόπος αναγνώρισης και μετατρέπεται σε δικαστήριο. Δεν αρκεί πια να ζούμε· πρέπει να αποδεικνύουμε ότι η ζωή μας έχει αξία.
Τότε η ερώτηση «ποιος είμαι;» μετατρέπεται σταδιακά στο «πώς φαίνομαι στους άλλους;». Η αγωνία που συνοδεύει αυτή τη μετατόπιση συχνά συναντάται και στον φόβο της απόρριψης, όπου η αξία του υποκειμένου μοιάζει να εξαρτάται απόλυτα από την αποδοχή του άλλου. (→ Δείτε άρθρο: Φόβος της απόρριψης).
Η ύπαρξη οργανώνεται σαν να πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει το δικαίωμά της να υπάρχει χωρίς ελάττωμα, χωρίς ρωγμή, χωρίς αδυναμία.
Η ζωή οργανώνεται γύρω από μια αδιάκοπη προσπάθεια να επιβεβαιωθεί η εικόνα που πιστεύουμε ότι πρέπει να έχουμε. Όσο περισσότερο αυτή η εικόνα γίνεται άκαμπτη, τόσο πιο απειλητική βιώνεται κάθε απόκλιση από αυτήν.
Η ντροπή πίσω από την ανεπάρκεια
Πίσω από πολλά αισθήματα ανεπάρκειας βρίσκεται η εμπειρία της ντροπής. Η ντροπή είναι ένα από τα πιο βαθιά ναρκισσιστικά αισθήματα, γιατί δεν αφορά μόνο μια πράξη αλλά την ίδια την εικόνα του εαυτού μπροστά στο βλέμμα του άλλου. Σε κλινικό επίπεδο, η ντροπή συχνά εμφανίζεται ως απόσυρση, υπερευαισθησία στην κριτική, ανάγκη τελειότητας ή δυσκολία να εκτεθεί κανείς χωρίς να αισθανθεί ότι αποκαλύπτεται.
Η ενοχή σχετίζεται με κάτι που κάποιος έκανε. Η ντροπή αφορά αυτό που πιστεύει ότι είναι.
Ο άνθρωπος που νιώθει ανεπαρκής δεν σκέφτεται απλώς ότι απέτυχε σε κάτι. Συχνά βιώνει τον εαυτό του ως ελαττωματικό, λιγότερο αξιαγάπητο ή λιγότερο σημαντικό από τους άλλους. Η ντροπή δεν λέει «έκανα κάτι λάθος», αλλά «κάτι σε μένα είναι λάθος».
Γι’ αυτό και η ντροπή αποτελεί συχνά ένα από τα πιο επώδυνα συναισθήματα της ψυχικής ζωής, καθώς δεν αφορά μια πράξη αλλά την ίδια την εικόνα του εαυτού. (→ Δείτε άρθρο: Η εμπειρία της ντροπής: τι εκτίθεται πραγματικά;)
Σε αυτή την περίπτωση, κάθε επιτυχία ενός άλλου προσώπου μπορεί να βιωθεί ασυνείδητα ως προσωπική απόδειξη αποτυχίας. Ο άλλος δεν είναι απλώς κάποιος που χαίρεται ή προχωρά· γίνεται ο καθρέφτης μιας εσωτερικής έλλειψης.
Η χαρά του άλλου μετατρέπεται σε υπενθύμιση μιας προσωπικής έλλειψης.
Γι’ αυτό και η σύγκριση μπορεί να γίνει τόσο επώδυνη: δεν αγγίζει μόνο την αυτοεκτίμηση, αλλά απειλεί τη συνοχή του εαυτού. Το άτομο δεν φοβάται απλώς ότι υστερεί· φοβάται ότι αποκαλύπτεται.
Ο ναρκισσισμός της εποχής μας
Όταν γίνεται λόγος για ναρκισσισμό, συχνά σκεφτόμαστε ανθρώπους με υπερβολική αυτοπεποίθηση, μεγαλομανία ή ανάγκη επίδειξης. Ωστόσο, η ψυχαναλυτική κατανόηση του ναρκισσισμού είναι πιο σύνθετη: πίσω από την επιδεικτικότητα μπορεί να υπάρχει όχι δύναμη, αλλά εύθραυστη αυτοεκτίμηση.
Πολλές ναρκισσιστικές δυσκολίες δεν κρύβουν περίσσεια σιγουριάς, αλλά μια ασταθή αίσθηση προσωπικής αξίας. Η εύθραυστη αυτή ισορροπία βρίσκεται συχνά στον πυρήνα όσων περιγράφονται ως ναρκισσιστικές δυσκολίες, πέρα από τα στερεότυπα περί υπερβολικής αυτοπεποίθησης. (→ Δείτε άρθρο: Ναρκισσισμός, η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας)
Το Εγώ χρειάζεται διαρκείς ενισχύσεις επειδή η εσωτερική του συνοχή δεν είναι δεδομένη. Με αυτή την έννοια, η αναζήτηση θαυμασμού ή αποδοχής μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός ναρκισσιστικής ρύθμισης: μια προσπάθεια να σταθεροποιηθεί προσωρινά μια εύθραυστη αυτοεικόνα.
Ο άνθρωπος που χρειάζεται συνεχώς αναγνώριση από το περιβάλλον του δεν είναι απαραίτητα υπερβολικά βέβαιος για τον εαυτό του. Συχνά προσπαθεί να ρυθμίσει, μέσα από την επιβεβαίωση των άλλων, ένα βαθύτερο αίσθημα κενού, μειονεξίας ή αστάθειας.
Η σύγχρονη κουλτούρα, με την έμφαση στην εικόνα, την επίδοση και την ορατότητα, δεν δημιουργεί από μόνη της αυτές τις ψυχικές ευαλωτότητες. Τις ενεργοποιεί όμως και τους προσφέρει ένα ιδανικό πεδίο έκφρασης. Ο εαυτός καλείται να παρουσιάζεται, να αξιολογείται και να επιβεβαιώνεται αδιάκοπα.
Η επιτυχία, η κοινωνική προβολή ή η αποδοχή λειτουργούν προσωρινά ως επιβεβαίωση ότι αξίζει. Όμως η ανακούφιση δεν διαρκεί.
Η ανάγκη για επιβεβαίωση επιστρέφει ξανά και ξανά, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης από το βλέμμα των άλλων. Όσο περισσότερο το άτομο αναζητά την ανακούφιση έξω από τον εαυτό του, τόσο περισσότερο επιβεβαιώνει ασυνείδητα ότι μέσα του δεν αρκεί. Έτσι, η επιβεβαίωση δεν θεραπεύει την ανεπάρκεια· συχνά την ανανεώνει.
Η κατάθλιψη ως αποτυχία του ιδανικού εαυτού
Σε αρκετές περιπτώσεις η αίσθηση ανεπάρκειας συνδέεται με καταθλιπτικά βιώματα. Η κατάθλιψη εδώ δεν χρειάζεται να ιδωθεί μόνο ως πτώση της διάθεσης, αλλά και ως κατάρρευση μιας φαντασιακής σχέσης με τον ιδανικό εαυτό. Σε μια τέτοια καταθλιπτική οργάνωση, το άτομο στρέφει την επιθετικότητα προς τον εαυτό του και βιώνει την απόσταση από το ιδανικό ως προσωπική ενοχή ή αποτυχία.
Ο άνθρωπος δεν συγκρίνει τον εαυτό του μόνο με τους άλλους. Συγκρίνεται και με μια εσωτερική μορφή του εαυτού του: με εκείνον που πιστεύει ότι θα έπρεπε να έχει γίνει για να δικαιώσει τις προσδοκίες του, τις επιθυμίες των άλλων ή τις πρώιμες φαντασιώσεις του. Αυτή η σύγκριση είναι συχνά η πιο σκληρή, γιατί δεν γίνεται απέναντι σε έναν πραγματικό άνθρωπο, αλλά απέναντι σε ένα ιδανικό που δεν κουράζεται ποτέ να απαιτεί.
Με αυτό που πιστεύει ότι θα έπρεπε να είναι.
Με αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει.
Με αυτό που φανταζόταν κάποτε για το μέλλον του.
Όσο μεγαλύτερη γίνεται η απόσταση ανάμεσα στην πραγματική και την ιδανική εικόνα του εαυτού, τόσο εντονότερη μπορεί να γίνει η απογοήτευση. Το άτομο βιώνει αυτή την απόσταση όχι ως φυσική διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία και την πραγματικότητα, αλλά ως προσωπική αποτυχία.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η διαδικασία αυτή συνδέεται με μορφές κατάθλιψης που παραμένουν αόρατες πίσω από τη λειτουργικότητα και την καθημερινή επίδοση. (→ Δείτε άρθρο: Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης)
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κατάθλιψη δεν εκφράζει μόνο απώλεια ενδιαφέροντος ή ευχαρίστησης. Μπορεί να εκφράζει και το πένθος για έναν εαυτό που δεν κατάφερε ποτέ να υπάρξει: έναν εαυτό πιο αγαπητό, πιο λαμπερό, πιο επιτυχημένο, πιο άξιο να αναγνωριστεί. Το πένθος αυτό γίνεται βαρύ όταν ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποχωριστεί το ιδανικό του χωρίς να νιώσει ότι χάνει την ίδια του την αξία.
Μπορεί να σταματήσει η σύγκριση;
Η σύγκριση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Το ζήτημα δεν είναι να εξαφανιστεί, σαν να μπορούσε ο άνθρωπος να υπάρξει έξω από κάθε σχέση με τον άλλο.
Το ζητούμενο είναι να πάψει η σύγκριση να λειτουργεί ως μοναδικό μέτρο της προσωπικής αξίας. Να μπορεί ο άνθρωπος να βλέπει τον άλλο χωρίς να καταρρέει μπροστά του· να αναγνωρίζει τη διαφορά χωρίς να τη μεταφράζει αμέσως σε προσωπική μειονεξία.
Το ερώτημα είναι αν η προσωπική αξία μπορεί να πάψει να εξαρτάται αποκλειστικά από αυτή.
Η ψυχική ανακούφιση δεν προκύπτει όταν κάποιος αποδεικνύει ότι είναι καλύτερος από τους άλλους. Προκύπτει όταν αρχίζει να αναγνωρίζει ότι η αξία του δεν εξαντλείται σε μια διαρκή διαδικασία αξιολόγησης και ότι η ύπαρξη δεν χρειάζεται να δικαιώνεται αδιάκοπα μέσα από επιδόσεις, εικόνες και επιβεβαιώσεις.
Αυτό δεν σημαίνει παραίτηση από την επιθυμία, την εξέλιξη ή τη δημιουργία. Σημαίνει όμως αποδέσμευση από την τυραννία ενός ιδανικού που απαιτεί από τον άνθρωπο να είναι πάντα περισσότερο από αυτό που είναι. Σε θεραπευτικό επίπεδο, η μετακίνηση αυτή προϋποθέτει μια πιο ανεκτική σχέση με την έλλειψη: όχι ως απόδειξη αποτυχίας, αλλά ως στοιχείο της ίδιας της υποκειμενικότητας.
Και όταν σταδιακά εγκαταλείπει την απαίτηση να είναι συνεχώς αρκετός για όλους, μπορεί να αρχίσει να συναντά έναν εαυτό λιγότερο τέλειο αλλά πιο αληθινό. Ίσως τότε η σύγκριση να χάνει μέρος της δύναμής της.
Όχι επειδή οι άλλοι παύουν να υπάρχουν, αλλά επειδή ο άνθρωπος παύει να μετρά την ύπαρξή του αποκλειστικά μέσα από αυτούς. Εκεί αρχίζει μια πιο ώριμη μορφή αυτοεκτίμησης: όχι η βεβαιότητα ότι είμαστε ανώτεροι, αλλά η δυνατότητα να υπάρχουμε χωρίς να μετατρέπουμε κάθε βλέμμα σε απειλή.
Σχετικά άρθρα