
Όταν όλα ζητούν μια ψυχολογική εξήγηση
Η ψυχολογία ως γλώσσα της καθημερινότητας
Η ψυχολογικοποίηση της καθημερινής ζωής αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της σύγχρονης κοινωνίας. Η ψυχολογία κατέχει σήμερα μια θέση που δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από μερικές δεκαετίες.
Η γλώσσα της δεν περιορίζεται πλέον στο θεραπευτικό δωμάτιο ή στα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Διαπερνά την καθημερινότητα, οργανώνει τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τον εαυτό μας, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε τις σχέσεις μας και εμφανίζεται ακόμη και εκεί όπου άλλοτε κυριαρχούσαν διαφορετικά λεξιλόγια.
Λέξεις όπως τραύμα, τοξικότητα, χειραγώγηση, όρια, ναρκισσισμός, κρίση πανικού, συναισθηματική διαθεσιμότητα ή αυτοφροντίδα χρησιμοποιούνται πλέον καθημερινά. Δεν αποτελούν μόνο επιστημονικούς όρους. Έχουν γίνει μέρος της δημόσιας συζήτησης, των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων. Συχνά, μάλιστα, χρησιμοποιούνται χωρίς να προηγείται η κλινική διερεύνηση που απαιτούν οι έννοιες αυτές, μετατρέποντας σύνθετες ανθρώπινες εμπειρίες σε εύκολες εξηγήσεις.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αρνητική. Αντίθετα, συνέβαλε αποφασιστικά στη μείωση του στίγματος γύρω από την ψυχική υγεία και έδωσε σε πολλούς ανθρώπους τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν τον ψυχικό τους πόνο, να μιλήσουν γι’ αυτόν και να αναζητήσουν θεραπευτική υποστήριξη. Η στιγμή κατά την οποία κάποιος αναγνωρίζει ότι δυσκολεύεται και αποφασίζει να ζητήσει βοήθεια αποτελεί συχνά την αρχή μιας ουσιαστικής θεραπευτικής πορείας, όπως αναλύεται και στο άρθρο «Πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;».
Η διάδοση, όμως, της ψυχολογικής γνώσης συνοδεύτηκε και από μια διαφορετική μεταβολή. Η ψυχολογία έπαψε σταδιακά να αποτελεί έναν από τους τρόπους κατανόησης του ανθρώπου και άρχισε να λειτουργεί ως η κυρίαρχη γλώσσα με την οποία ερμηνεύεται σχεδόν κάθε πλευρά της ανθρώπινης εμπειρίας.
Έτσι, μια δυσκολία στη σχέση περιγράφεται αμέσως ως ζήτημα συναισθηματικής ωριμότητας. Μια εργασιακή εξουθένωση ερμηνεύεται ως ανεπαρκής διαχείριση του άγχους. Μια οικογενειακή σύγκρουση αποδίδεται αποκλειστικά σε τραύματα του παρελθόντος. Μια κοινωνική απομόνωση μετατρέπεται σε πρόβλημα αυτοεκτίμησης. Ακόμη και η ανάγκη να δοθεί ένα όνομα σε όσα βιώνει κάποιος οδηγεί συχνά στην αναζήτηση μιας διαγνωστικής κατηγορίας, μια διαδικασία που εξετάζεται διεξοδικά στο άρθρο «Η ανάγκη για μια διάγνωση: όταν η ταξινόμηση γίνεται ταυτότητα».
Το ερώτημα δεν είναι αν αυτές οι εξηγήσεις είναι λανθασμένες. Συχνά περιγράφουν με ακρίβεια σημαντικές πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας. Το ερώτημα είναι διαφορετικό. Τι συμβαίνει όταν κάθε ανθρώπινη δυσκολία ζητά υποχρεωτικά μια ψυχολογική εξήγηση;
Ο θεραπευτικός πολιτισμός
Η μετατόπιση αυτή δεν αφορά μόνο την ψυχολογία. Αφορά έναν ευρύτερο τρόπο με τον οποίο οργανώνεται ο σύγχρονος πολιτισμός.
Για μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, οι άνθρωποι αναζητούσαν απαντήσεις για τον πόνο, την απώλεια ή τις δυσκολίες της ζωής μέσα από τη θρησκεία, τη φιλοσοφία, την πολιτική, την οικογένεια ή τις συλλογικές αφηγήσεις της κοινότητας. Οι προσωπικές εμπειρίες αποκτούσαν νόημα μέσα από ευρύτερα κοινωνικά και πολιτισμικά πλαίσια.
Σήμερα, ολοένα και περισσότερα από αυτά τα ερωτήματα μεταφράζονται σε ψυχολογικούς όρους. Η αποτυχία γίνεται δυσκολία διαχείρισης των συναισθημάτων. Η μοναξιά γίνεται πρόβλημα προσκόλλησης. Η σύγκρουση γίνεται έλλειψη επικοινωνιακών δεξιοτήτων. Η επαγγελματική εξουθένωση γίνεται αδυναμία διαχείρισης του στρες.
Οι εξηγήσεις αυτές μπορεί να φωτίζουν σημαντικές πλευρές της πραγματικότητας. Όταν όμως μετατρέπονται στη μοναδική γλώσσα ερμηνείας, κάτι ουσιαστικό αρχίζει να χάνεται.
Ο άνθρωπος δεν ζει έξω από την κοινωνία. Δεν διαμορφώνεται μόνο από την προσωπική του ιστορία ούτε μόνο από τον εσωτερικό του κόσμο. Ζει μέσα σε οικονομικές συνθήκες, θεσμούς, πολιτισμικές αξίες, μορφές εργασίας και τρόπους οργάνωσης των σχέσεων που επηρεάζουν βαθιά την ψυχική του ζωή.
Όταν όλα μετατρέπονται σε προσωπικά ψυχολογικά ζητήματα, οι κοινωνικές διαστάσεις της ανθρώπινης εμπειρίας αρχίζουν να υποχωρούν. Η ανεργία, η επισφάλεια, η αποδυνάμωση των κοινοτήτων, η διαρκής αξιολόγηση, η ψηφιακή έκθεση ή οι νέες μορφές μοναξιάς παύουν να αντιμετωπίζονται ως συλλογικά φαινόμενα και παρουσιάζονται κυρίως ως ατομικές δυσκολίες που καλείται ο καθένας να διαχειριστεί μόνος του.
Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια περίοδο αναπτύχθηκε μια ολόκληρη βιομηχανία αυτογνωσίας και αυτοβελτίωσης. Βιβλία, εφαρμογές, διαδικτυακά σεμινάρια, podcasts και αμέτρητο περιεχόμενο στα κοινωνικά δίκτυα υπόσχονται ότι η σωστή κατανόηση του εαυτού αρκεί για να αντιμετωπιστούν σχεδόν όλα τα προβλήματα της ζωής. Μέσα σε αυτή τη λογική, η προσωπική ευθύνη διευρύνεται συνεχώς. Ο άνθρωπος καλείται όχι μόνο να εργάζεται, να σχετίζεται και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, αλλά και να βελτιώνει διαρκώς τον εαυτό του.
Η δυναμική αυτή συνδέεται άμεσα με την εμπειρία της σύγκρισης. Όταν η προσωπική αξία εξαρτάται από τη συνεχή αυτοβελτίωση, κάθε δυσκολία βιώνεται ως προσωπική αποτυχία και κάθε αδυναμία ως ένδειξη ανεπάρκειας. Η σχέση ανάμεσα στην αυτοβελτίωση, τη σύγκριση και την εύθραυστη αυτοεικόνα αναπτύσσεται και στο άρθρο «Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας».
Η αυτογνωσία αποτελεί μια σημαντική δυνατότητα. Η θεραπευτική εργασία δημιουργεί τον χώρο μέσα στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει την ιστορία του, τις αντιφάσεις του και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτεί τις σχέσεις του. Διαφορετικό είναι, όμως, να αποτελεί επιλογή και διαφορετικό να μετατρέπεται σε πολιτισμική υποχρέωση.
Όταν κάθε εμπειρία πρέπει να αναλυθεί, κάθε συναίσθημα να ερμηνευθεί και κάθε δυσκολία να αποκτήσει μια ψυχολογική εξήγηση, η ανθρώπινη ζωή αρχίζει να περιορίζεται μέσα σε μία μόνο γλώσσα.
Και τότε η ψυχολογία, από ένας τρόπος κατανόησης του ανθρώπου, κινδυνεύει να μετατραπεί στον μοναδικό τρόπο με τον οποίο προσπαθούμε να τον κατανοήσουμε.
Όταν η ερμηνεία γίνεται πιο σημαντική από την εμπειρία
Η διάδοση της ψυχολογικής γνώσης άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε για τον άνθρωπο. Έδωσε λέξεις σε εμπειρίες που για χρόνια παρέμεναν σιωπηλές, περιόρισε το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία και συνέβαλε ώστε περισσότεροι άνθρωποι να αναζητήσουν βοήθεια. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί μια σημαντική κατάκτηση.
Την ίδια στιγμή, όμως, διαμορφώθηκε μια διαφορετική συνθήκη. Η ψυχολογική εξήγηση άρχισε να προηγείται της ίδιας της εμπειρίας. Πριν ακόμη ο άνθρωπος αφηγηθεί αυτό που του συμβαίνει, αναζητά την έννοια που θα το περιγράψει. Αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από όρους που κυκλοφορούν στον δημόσιο λόγο και επιχειρεί να οργανώσει την προσωπική του ιστορία γύρω από αυτούς. Η λειτουργία αυτή θυμίζει όσα αναπτύσσονται στο άρθρο «Η ανάγκη για μια διάγνωση: όταν η ταξινόμηση γίνεται ταυτότητα», όπου η ονομασία μιας εμπειρίας μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο ανακούφισης, αλλά και ως σημείο στο οποίο σταματά η διερεύνηση.
Δεν είναι σπάνιο ένας άνθρωπος να φτάνει στη θεραπεία πιστεύοντας ότι γνωρίζει ήδη ποιο είναι το πρόβλημά του. Μπορεί να μιλά για χαμηλή αυτοεκτίμηση, για τραύμα ή για δυσκολία στη διαχείριση του άγχους, επειδή αυτές είναι οι λέξεις που συνάντησε συχνότερα. Καθώς όμως αρχίζει να μιλά, γίνεται φανερό ότι το ερώτημά του αφορά κάτι διαφορετικό: μια απώλεια που δεν βιώθηκε, μια σχέση που επαναλαμβάνεται, μια ενοχή που δεν μπορεί να ειπωθεί ή μια επιθυμία που παραμένει ασυνείδητη. Η πρώτη εξήγηση δεν ήταν απαραίτητα λανθασμένη. Ήταν όμως μικρότερη από την εμπειρία που προσπαθούσε να περιγράψει.
Η αγορά της αυτοβελτίωσης και η υπόσχεση της διαρκούς αλλαγής
Παράλληλα με την εξάπλωση της ψυχολογικής γλώσσας αναπτύχθηκε και μια ολόκληρη αγορά γύρω από την αυτογνωσία. Η ψυχική υγεία έγινε αντικείμενο βιβλίων, εφαρμογών, διαδικτυακών μαθημάτων και αμέτρητου περιεχομένου στα κοινωνικά δίκτυα. Η πρόσβαση στη γνώση είναι ασφαλώς πολύτιμη. Το ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται αυτή η γνώση.
Η αυτοβελτίωση παρουσιάζεται συχνά ως μια διαδικασία χωρίς τέλος. Υπάρχει πάντοτε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού που περιμένει να κατακτηθεί. Περισσότερη ισορροπία, καλύτερη επικοινωνία, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, αποτελεσματικότερη διαχείριση των συναισθημάτων. Η προσωπική εξέλιξη μετατρέπεται εύκολα από δυνατότητα σε απαίτηση.
Μέσα σε αυτή τη λογική, η ανθρώπινη ατέλεια παύει να θεωρείται στοιχείο της ύπαρξης και αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα που χρειάζεται διαρκή διόρθωση. Η λύπη, η αμφιβολία, η ματαίωση ή η εσωτερική σύγκρουση εμφανίζονται ως σημάδια ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά, ενώ αποτελούν εμπειρίες που συνοδεύουν κάθε ανθρώπινη ζωή. Η αίσθηση ότι υπάρχει πάντοτε ένας καλύτερος εαυτός τροφοδοτεί αναπόφευκτα και τη σύγκριση με τους άλλους, όπως αναλύεται στο άρθρο «Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας».
Η ψυχοθεραπεία δεν αναζητά την σωστή ετικέτα
Η ψυχολογικοποίηση της καθημερινότητας δεν πρέπει να συγχέεται με την ψυχοθεραπεία.
Η θεραπευτική διαδικασία δεν επιδιώκει να προσαρμόσει τον άνθρωπο σε μια έτοιμη εξήγηση. Δημιουργεί τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να αποκτήσει νόημα η μοναδική του ιστορία. Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι μόνο τι αισθάνεται κάποιος, αλλά γιατί αυτό αποκτά αυτή τη μορφή στη συγκεκριμένη στιγμή της ζωής του και ποια θέση καταλαμβάνει στις σχέσεις του. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η θεραπεία δεν εξαντλείται στη μείωση των συμπτωμάτων.
Η αξία της ψυχολογίας βρίσκεται ακριβώς στο ότι ανοίγει τον δρόμο για αυτά τα ερωτήματα. Χάνει όμως μέρος της δύναμής της όταν χρησιμοποιείται για να δώσει γρήγορες και οριστικές απαντήσεις σε κάθε ανθρώπινη εμπειρία.
Η ανθρώπινη ζωή δεν οργανώνεται μόνο από τον εσωτερικό κόσμο. Διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις, στην ιστορία, στη γλώσσα, στις κοινωνικές συνθήκες και στον πολιτισμό κάθε εποχής. Καμία από αυτές τις διαστάσεις δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει τον άνθρωπο.
Ίσως, λοιπόν, το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι αν χρειαζόμαστε περισσότερες ψυχολογικές εξηγήσεις.
Ίσως το ερώτημα είναι αν μπορούμε ακόμη να αφήσουμε χώρο σε εκείνες τις εμπειρίες που αντιστέκονται στις έτοιμες ερμηνείες και μας υποχρεώνουν να συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε.
Σχετικά άρθρα
- Η θεραπευτική σχέση ως ασφαλής βάση
- Πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;
- Η ανάγκη για μια διάγνωση: όταν η ταξινόμηση γίνεται ταυτότητα
- Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας
- Ναρκισσισμός η ερωτική έλξη της κατοπτρικής Εικόνας
- Χειριστική συμπεριφορά: όταν ο έλεγχος γίνεται απάντηση στην αγωνία
- Ψυχοσωματικά συμπτώματα: όταν το σώμα μιλά εκεί όπου οι λέξεις δυσκολεύονται