Ψυχοσωματικά συμπτώματα: όταν το σώμα συμμετέχει στην ψυχική οδύνη

Μια ψυχαναλυτική προσέγγιση του σωματικού συμπτώματος και των ορίων της ψυχικής επεξεργασίας.

Ο όρος «ψυχοσωματικό» χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει κάθε σωματική ενόχληση που εμφανίζεται σε περιόδους άγχους, έντασης ή ψυχικής επιβάρυνσης. Πονοκέφαλοι, γαστρεντερικές διαταραχές, μυϊκοί πόνοι, ταχυκαρδίες, δερματικές εκδηλώσεις και επίμονη κόπωση αποδίδονται εύκολα στην ψυχική κατάσταση, ιδιαίτερα όταν οι ιατρικές εξετάσεις δεν προσφέρουν μια άμεση ή πλήρη εξήγηση.

Η χρήση αυτή διατηρεί συχνά έναν παλαιό διαχωρισμό ανάμεσα στο σώμα και στην ψυχή. Από τη μία πλευρά τοποθετείται ο οργανισμός, με τις βιολογικές του λειτουργίες, και από την άλλη η ψυχική ζωή, με τις συγκρούσεις, τις αναπαραστάσεις και τα συναισθήματά της. Όταν δεν εντοπίζεται οργανική βλάβη, το σύμπτωμα μεταφέρεται στη δεύτερη περιοχή και χαρακτηρίζεται ψυχολογικό.

Η διάκριση αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πολυπλοκότητα της σωματικής εμπειρίας. Το σώμα δεν υπάρχει έξω από την ψυχική ζωή, όπως και η ψυχική ζωή δεν συγκροτείται έξω από το σώμα. Η αναπνοή, ο πόνος, η κόπωση, η σεξουαλικότητα, η ασθένεια και η αίσθηση της σωματικής ακεραιότητας συμμετέχουν στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος βιώνει τον εαυτό του και σχετίζεται με τους άλλους.

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση δεν αντικαθιστά τη βιολογική εξήγηση με μια ψυχική αιτία. Εξετάζει τη θέση που καταλαμβάνει το σώμα μέσα στην υποκειμενική εμπειρία, χωρίς να αγνοεί την οργανική του πραγματικότητα.

Το ψυχοσωματικό δεν αποτελεί μία ενιαία κλινική κατηγορία

Ο όρος «ψυχοσωματικό» περιλαμβάνει φαινόμενα που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Μπορεί να αναφέρεται σε σωματικές αντιδράσεις του άγχους, σε λειτουργικά συμπτώματα, σε διαταραχές σωματικής δυσφορίας, στη μετατροπή μιας ψυχικής σύγκρουσης σε σωματικό σύμπτωμα ή στον τρόπο με τον οποίο η ψυχική καταπόνηση επηρεάζει την εμπειρία μιας οργανικής πάθησης.

Οι καταστάσεις αυτές δεν είναι ταυτόσημες. Ένας άνθρωπος που εμφανίζει ταχυκαρδία κατά τη διάρκεια μιας κρίσης πανικού δεν βρίσκεται στην ίδια κλινική κατάσταση με έναν άνθρωπο που παρουσιάζει επίμονο πόνο ή μια διαγνωσμένη οργανική νόσο. Αντίστοιχα, ένα λειτουργικό νευρολογικό σύμπτωμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως μια σωματική εκδήλωση που επιδεινώνεται σε συνθήκες έντονης καταπόνησης.

Στις σύγχρονες διαγνωστικές ταξινομήσεις, η ύπαρξη σωματικής δυσφορίας δεν προϋποθέτει ότι το σύμπτωμα είναι ιατρικά ανεξήγητο. Μπορεί να συνυπάρχει οργανική νόσος και έντονη ψυχική ενασχόληση με τα συμπτώματα. Το κλινικό ενδιαφέρον αφορά τη δυσφορία, τη λειτουργική επιβάρυνση και τη σχέση που διαμορφώνεται με το σώμα, όχι την απόδειξη ότι το σύμπτωμα βρίσκεται «μόνο στο μυαλό». Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται και στην κατηγορία της διαταραχής σωματικής δυσφορίας του ICD-11.

Ο όρος «ψυχοσωματικό» δεν αποτελεί από μόνος του διάγνωση και δεν δηλώνει ότι η οργανική διερεύνηση έχει ολοκληρωθεί. Δεν σημαίνει επίσης ότι το άτομο επινοεί, προκαλεί ή υπερβάλλει συνειδητά το σύμπτωμά του.

Από τη μετατροπή στο ψυχοσωματικό φαινόμενο

Η φροϋδική μελέτη της υστερίας εισήγαγε μια διαφορετική κατανόηση του σώματος. Τα σωματικά συμπτώματα που παρουσίαζαν οι ασθενείς δεν ακολουθούσαν πάντοτε την ανατομική κατανομή μιας νευρολογικής βλάβης. Παρέμεναν, ωστόσο, πραγματικά ως εμπειρία και ως περιορισμός της ζωής.

Στη μετατροπή, μια ασυνείδητη σύγκρουση αποκτά σωματική έκφραση. Το σύμπτωμα διαθέτει συμβολική οργάνωση και συνδέεται με την ιστορία, τις σχέσεις και τις απαγορεύσεις του υποκειμένου. Δεν αποτελεί συνειδητή κατασκευή ούτε προσποίηση. Η σωματική λειτουργία εμπλέκεται σε μια σύγκρουση που δεν μπορεί να αναγνωριστεί άμεσα.

Η μετατροπή δεν εξαντλεί ολόκληρη την περιοχή των ψυχοσωματικών φαινομένων. Υπάρχουν σωματικές εκδηλώσεις που δεν παρουσιάζουν την ίδια συμβολική συγκρότηση και δεν μπορούν να διαβαστούν ως κρυπτογραφημένα μηνύματα. Η επιθυμία να αποδοθεί σε κάθε σύμπτωμα ένα συγκεκριμένο νόημα οδηγεί εύκολα σε αυθαίρετες αντιστοιχίες. Ο πόνος στη μέση συνδέεται με ένα «βάρος», η δυσκολία στην αναπνοή με κάτι που «πνίγει» και μια δερματική εκδήλωση με υποτιθέμενη δυσκολία επαφής.

Τέτοιες αντιστοιχίες δημιουργούν την εντύπωση κατανόησης, αλλά δεν συγκροτούν ψυχαναλυτική ερμηνεία. Η σωματική θέση του συμπτώματος δεν παρέχει από μόνη της το κλειδί της ψυχικής του σημασίας. Το σύμπτωμα δεν αποτελεί πάντοτε μεταφορά και δεν διαθέτει αναγκαστικά ένα κρυμμένο περιεχόμενο που μπορεί να αποκωδικοποιηθεί.

Το σώμα πέρα από τον οργανισμό

Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει το σώμα ως ουδέτερο βιολογικό αντικείμενο. Το σώμα που βιώνει ο άνθρωπος έχει ήδη επενδυθεί από σχέσεις, ταυτίσεις, απαγορεύσεις, προσδοκίες και φαντασιώσεις. Μέσα από αυτό εργάζεται, επιθυμεί, απολαμβάνει, υποφέρει και αναγνωρίζεται από τους άλλους.

Η αίσθηση της σωματικής ενότητας δεν αποτελεί απλώς βιολογικό δεδομένο. Συγκροτείται μέσα από την εικόνα του σώματος, τη γλώσσα και τη σχέση με τον άλλον. Το βλέμμα, η φροντίδα, η απόρριψη, η ντροπή και η επιθυμία συμμετέχουν στον τρόπο με τον οποίο το σώμα γίνεται αντιληπτό ως δικό μας.

Η οργανική λειτουργία δεν καταργείται από αυτή τη διάσταση. Το σώμα παραμένει οργανισμός με φυσιολογικές διεργασίες και βιολογικά όρια. Παράλληλα, κάθε σωματική μεταβολή αποκτά θέση μέσα στην ιστορία του ανθρώπου. Ένας πόνος, μια αλλαγή στην εμφάνιση ή μια απώλεια λειτουργικότητας δεν αποτελούν μόνο ιατρικά γεγονότα. Επηρεάζουν την εικόνα του εαυτού, την αυτονομία και τη σχέση με τους άλλους.

Η διπλή αυτή διάσταση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στο άγχος υγείας. Η σωματική αίσθηση δεν παραμένει ουδέτερο ερέθισμα, αλλά αποκτά θέση μέσα σε ένα σενάριο απειλής, ευαλωτότητας και απώλειας ελέγχου. Η ιατρική αξιολόγηση παραμένει απαραίτητη, ενώ το κλινικό ενδιαφέρον στρέφεται και στο νόημα που αποκτά το σώμα για το συγκεκριμένο υποκείμενο.

Η ψυχική επεξεργασία και τα όριά της

Η ψυχική επεξεργασία είναι η εργασία μέσω της οποίας μια εμπειρία αποκτά αναπαράσταση, συνδέεται με προηγούμενες εμπειρίες και εντάσσεται σε μια προσωπική ιστορία. Δεν αναιρεί την οδύνη και δεν μετατρέπει αυτόματα το τραυματικό σε κατανοητό. Δημιουργεί, όμως, έναν χώρο μέσα στον οποίο αυτό που συνέβη μπορεί να αποκτήσει μορφή, να συνδεθεί με συναισθήματα και να γίνει αντικείμενο σκέψης.

Η Σχολή Ψυχοσωματικής των Παρισίων χρησιμοποίησε την έννοια της λειτουργικής σκέψης για να περιγράψει έναν τρόπο ψυχικής λειτουργίας προσανατολισμένο κυρίως στα γεγονότα και στις πρακτικές απαιτήσεις. Ο άνθρωπος μπορεί να περιγράφει με ακρίβεια τι συνέβη, χωρίς να συνδέει το γεγονός με την εσωτερική του επίδραση. Η αφήγηση παραμένει πλήρης ως προς τις πληροφορίες αλλά περιορισμένη ως προς τη φαντασιακή και συναισθηματική της διάσταση.

Η έννοια αυτή δεν αποτελεί γενική εξήγηση των σωματικών συμπτωμάτων ούτε περιγράφει έλλειψη νοημοσύνης. Πρόκειται για θεωρητικό και κλινικό πλαίσιο που επιχειρεί να κατανοήσει ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες η εμπειρία δυσκολεύεται να μετασχηματιστεί σε αναπαράσταση, φαντασίωση ή όνειρο.

Τα ψυχοσωματικά φαινόμενα τοποθετούν το ενδιαφέρον στο όριο αυτής της εργασίας. Η διατύπωση δεν σημαίνει ότι το σώμα αναλαμβάνει μηχανικά να εκφράσει όσα δεν ειπώθηκαν. Δηλώνει ότι η σωματική και η ψυχική λειτουργία παραμένουν αλληλένδετες και ότι ορισμένες εμπειρίες δεν εντάσσονται εύκολα σε μια συνεκτική προσωπική αφήγηση.

Η σχέση αυτή εμφανίζεται και στην αβεβαιότητα και στην ανάγκη για βεβαιότητα. Όταν η εμπειρία δεν μπορεί να οργανωθεί πλήρως μέσα από τη γνώση και τον έλεγχο, το σώμα γίνεται συχνά το πεδίο στο οποίο η αβεβαιότητα αποκτά μεγαλύτερη ένταση.

Το σώμα δεν είναι κείμενο προς αποκωδικοποίηση

Η φράση «το σώμα μιλά» χρησιμοποιείται συχνά για να υπογραμμίσει ότι ένα σωματικό σύμπτωμα διαθέτει ψυχική σημασία. Η φράση μπορεί, ωστόσο, να οδηγήσει στην αντίληψη ότι κάθε σύμπτωμα περιέχει ένα κρυμμένο μήνυμα που πρέπει να αποκωδικοποιηθεί.

Το σώμα δεν λειτουργεί μόνο ως φορέας σημασιών. Διαθέτει βιολογικές διεργασίες και όρια που δεν υπακούουν στην ψυχική επιθυμία. Η ασθένεια δεν αποτελεί αναγκαστικά συμβολική έκφραση μιας σύγκρουσης, όπως και η απουσία ασθένειας δεν αποτελεί ένδειξη ψυχικής ισορροπίας.

Παράλληλα, κανένα σώμα δεν βιώνεται ως ουδέτερος οργανισμός. Η ασθένεια, ο πόνος ή η αλλαγή της λειτουργικότητας επηρεάζουν την εικόνα του εαυτού και φέρνουν στο προσκήνιο την εξάρτηση, τη φροντίδα και τη σωματική ευαλωτότητα. Αυτή η υποκειμενική διάσταση δεν εξηγεί τη βιολογική αιτία. Περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η οργανική πραγματικότητα γίνεται ανθρώπινη εμπειρία.

Η ψυχαναλυτική κατανόηση βρίσκεται σε αυτή τη διάκριση. Δεν αποδίδει στη σωματική εκδήλωση ένα προκαθορισμένο νόημα, αλλά εξετάζει τις σημασίες και τις μεταβολές που οργανώνονται γύρω της.

Το στρες ως σωματική και ψυχική διεργασία

Το στρες δεν αποτελεί μόνο ψυχολογική κατάσταση. Περιλαμβάνει νευροενδοκρινικές και αυτόνομες αντιδράσεις που επιτρέπουν στον οργανισμό να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος. Η ενεργοποίηση αυτή αποτελεί μέρος της φυσιολογικής λειτουργίας. Η παρατεταμένη ένταση, όμως, επηρεάζει τον ύπνο, την πέψη, τη μυϊκή τάση, τη συγκέντρωση και τη συνολική σωματική αντοχή.

Η επίδραση δεν είναι ίδια για όλους και δεν ακολουθεί μια απλή σχέση αιτίου και αποτελέσματος. Παρεμβαίνουν η κατάσταση της υγείας, οι συνθήκες ζωής, η διάρκεια της καταπόνησης, η προσωπική ιστορία και οι διαθέσιμες σχέσεις υποστήριξης.

Η γενικευμένη ανησυχία μπορεί να διατηρεί το σώμα σε κατάσταση παρατεταμένης επιφυλακής. Η δυσκολία χαλάρωσης, η μυϊκή ένταση, η κόπωση και οι διαταραχές του ύπνου αποτελούν πραγματικές σωματικές εμπειρίες. Η αναγνώριση της σχέσης τους με το άγχος δεν υποκαθιστά την ιατρική αξιολόγηση ούτε σημαίνει ότι κάθε σωματικό σύμπτωμα προέρχεται από την ψυχική κατάσταση.

Η κλινική διερεύνηση χρειάζεται να αποφεύγει τόσο την πλήρη αποσύνδεση του σώματος από την ψυχική ζωή όσο και την αυτόματη απόδοση κάθε συμπτώματος στο άγχος.

Όταν υπάρχει οργανική νόσος

Η ύπαρξη μιας οργανικής διάγνωσης δεν ακυρώνει την ψυχική διάσταση της εμπειρίας, όπως και η ψυχική επιβάρυνση δεν αναιρεί την οργανική πραγματικότητα. Η ασθένεια μεταβάλλει τη σχέση με το σώμα, τον χρόνο, την εργασία, την αυτονομία και τους άλλους. Αυτές οι μεταβολές αποτελούν αντικείμενο ψυχικής επεξεργασίας, χωρίς να χρησιμοποιούνται για να εξηγηθεί η βιολογική αιτία της νόσου.

Δύο άνθρωποι με την ίδια διάγνωση δεν βιώνουν με τον ίδιο τρόπο τον πόνο, την εξάρτηση, την αβεβαιότητα ή την ανάγκη φροντίδας. Η προσωπική ιστορία δεν προκαλεί τη νόσο, αλλά συμμετέχει στον τρόπο με τον οποίο η νόσος εγγράφεται στη ζωή.

Η διάγνωση μπορεί να μεταβάλει ένα σώμα που μέχρι τότε θεωρούνταν αυτονόητο σε αντικείμενο εξετάσεων, παρακολούθησης και ιατρικών αποφάσεων. Ο χρόνος οργανώνεται γύρω από συμπτώματα, ραντεβού, περιόδους επιδείνωσης και αβεβαιότητα για την πορεία της κατάστασης. Η μεταβολή αυτή επηρεάζει την εικόνα του εαυτού, χωρίς ο άνθρωπος να ταυτίζεται αναγκαστικά με τη διάγνωσή του.

Η κοινωνική απαίτηση της διαρκούς λειτουργικότητας

Η σύγχρονη σχέση με το σώμα οργανώνεται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την απόδοση. Το σώμα οφείλει να παραμένει λειτουργικό, παραγωγικό, διαθέσιμο και ελεγχόμενο. Η υγεία παρουσιάζεται συχνά ως αποτέλεσμα σωστής διαχείρισης, ενώ η ασθένεια βιώνεται ως διακοπή ενός προσωπικού προγράμματος αυτοβελτίωσης.

Η αντίληψη αυτή γίνεται ιδιαίτερα επιβαρυντική όταν ο πόνος, η κόπωση ή η σωματική δυσφορία δεν είναι άμεσα ορατά στους άλλους. Ο άνθρωπος καλείται να συνεχίσει να ανταποκρίνεται, ακόμη και όταν η ενέργεια και η αντοχή του έχουν μεταβληθεί. Η λειτουργικότητα μπορεί τότε να μετατραπεί σε προσωπείο που αποκρύπτει τόσο τη σωματική επιβάρυνση όσο και την ψυχική οδύνη.

Η κόπωση δεν αποτελεί έλλειψη θέλησης και η ανάγκη περιορισμού των δραστηριοτήτων δεν δηλώνει παραίτηση. Το σώμα εισάγει πραγματικά όρια, τα οποία δεν μπορούν να ξεπεραστούν μόνο μέσω μεγαλύτερης προσπάθειας. Το ζήτημα αυτό συνδέεται και με τη διάκριση ανάμεσα στο burnout και στην καταθλιπτική συμπτωματολογία, καθώς η σωματική εξάντληση δεν έχει πάντοτε μία μοναδική ψυχική ή οργανική εξήγηση.

Η κλινική θέση απέναντι στο σωματικό σύμπτωμα

Η κλινική προσέγγιση του σωματικού συμπτώματος χρειάζεται να αποφεύγει δύο συμμετρικά λάθη. Το πρώτο είναι η αντιμετώπιση του σώματος σαν να μην έχει καμία σχέση με την ψυχική ζωή. Το δεύτερο είναι η μετατροπή κάθε σωματικής εκδήλωσης σε ψυχολογικό μήνυμα.

Η οργανική διερεύνηση παραμένει αναγκαία, ιδιαίτερα όταν ένα σύμπτωμα είναι νέο, επίμονο, μεταβάλλεται ή επηρεάζει τη λειτουργικότητα. Η ψυχική διάσταση δεν χρησιμοποιείται για να κλείσει πρόωρα η ιατρική διερεύνηση. Η απουσία άμεσου ευρήματος δεν ακυρώνει την πραγματικότητα της σωματικής εμπειρίας.

Αντίστοιχα, η ύπαρξη οργανικής διάγνωσης δεν εξαντλεί τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η ασθένεια. Η προσωπική ιστορία, οι σχέσεις και η εικόνα του σώματος διαμορφώνουν την εμπειρία χωρίς να μετατρέπονται σε αιτία της νόσου.

Η ψυχαναλυτική ακρόαση δεν αντιμετωπίζει το σύμπτωμα ως γρίφο με μία σωστή λύση. Αφήνει χώρο στην οργανική πραγματικότητα, στην ασυνείδητη ζωή και σε εκείνο που δεν μπορεί να μετατραπεί πλήρως σε νόημα. Η στάση αυτή προστατεύει τον άνθρωπο τόσο από την υποτίμηση του σωματικού του βιώματος όσο και από την ψυχολογικοποίηση της νόσου.

Το σώμα ως όριο της ερμηνείας

Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα δεν επιβεβαιώνουν μια απλή αιτιώδη σχέση ανάμεσα στην ψυχική σύγκρουση και στη σωματική εκδήλωση. Αναδεικνύουν μια περιοχή στην οποία η βιολογική λειτουργία, η προσωπική ιστορία και τα όρια της ψυχικής επεξεργασίας συναντώνται χωρίς να ταυτίζονται.

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση διατηρεί την κλινική της αξία όταν δεν μετατρέπει το σώμα σε κείμενο με προκαθορισμένο νόημα. Το σύμπτωμα μπορεί να συνδέεται με την ιστορία του υποκειμένου, αλλά δεν αποτελεί πάντοτε συμβολικό μήνυμα. Μπορεί επίσης να δηλώνει ένα όριο της αναπαράστασης ή να ανήκει σε μια οργανική διεργασία που απαιτεί ιατρική αντιμετώπιση.

Η κατανόηση του ψυχοσωματικού προϋποθέτει διπλή προσοχή: στην πραγματικότητα του σώματος και στη μοναδικότητα της εμπειρίας. Καμία από τις δύο διαστάσεις δεν επαρκεί όταν χρησιμοποιείται για να ακυρώσει την άλλη.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Breuer, J., & Freud, S. (1895). Studies on Hysteria.
  • Freud, S. (1926). Inhibitions, Symptoms and Anxiety.
  • Winnicott, D. W. (1949). Mind and Its Relation to the Psyche-Soma.
  • McDougall, J. (1989). Theatres of the Body: A Psychoanalytic Approach to Psychosomatic Illness.
  • World Health Organization. International Classification of Diseases, 11th Revision.

Σχετικά άρθρα

Share your love