Πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;

Από την επίμονη δυσκολία στη διαμόρφωση του θεραπευτικού αιτήματος

Το ερώτημα «πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;» δεν εμφανίζεται συνήθως σε μια ουδέτερη στιγμή. Έχει προηγηθεί η προσπάθεια να εξηγηθεί, να αντιμετωπιστεί ή να παραμεριστεί κάτι που επιμένει. Δεν υπάρχει πάντοτε μια μεγάλη κρίση ούτε ένα γεγονός που καθιστά την απάντηση αυτονόητη. Συχνότερα υπάρχει η αίσθηση ότι οι τρόποι που μέχρι τώρα επέτρεπαν στον άνθρωπο να διατηρεί μια ορισμένη ισορροπία δεν επαρκούν πλέον.

Η απόφαση για ψυχοθεραπεία δεν προκύπτει από ένα αντικειμενικό μέτρο ψυχικής οδύνης. Δεν υπάρχει ένας κατάλογος συμπτωμάτων που να απαντά με βεβαιότητα πότε κάποιος «δικαιούται» να ζητήσει βοήθεια. Η ίδια δυσκολία καταλαμβάνει διαφορετική θέση στη ζωή κάθε ανθρώπου, συνδέεται με διαφορετική ιστορία και έχει διαφορετικές συνέπειες.

Το ερώτημα δεν αφορά μόνο πόσο έντονο είναι αυτό που συμβαίνει. Αφορά πόσο επιμένει, πόσο επαναλαμβάνεται, τι περιορίζει και ποια θέση έχει αρχίσει να καταλαμβάνει μέσα στην καθημερινή ζωή.

Δεν υπάρχει ένα μοναδικό σημάδι

Η λύπη, το άγχος, η αβεβαιότητα, ο θυμός και η απογοήτευση αποτελούν μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Μια περίοδος πένθους, μια σύγκρουση, μια επαγγελματική δυσκολία ή ένας χωρισμός δεν συνιστούν από μόνα τους ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Η ψυχοθεραπεία δεν έχει ως σκοπό να καταργήσει κάθε δυσάρεστο συναίσθημα ούτε να προστατεύσει το υποκείμενο από οτιδήποτε προκαλεί πόνο.

Το ερώτημα για την αναζήτηση θεραπείας αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν η δυσκολία παραμένει, επεκτείνεται σε διαφορετικές περιοχές της ζωής ή αρχίζει να οργανώνει την καθημερινότητα. Το άγχος δεν εμφανίζεται πλέον μόνο μπροστά σε ένα συγκεκριμένο γεγονός, αλλά συνοδεύει κάθε απόφαση. Η θλίψη δεν περιορίζεται στην εμπειρία μιας απώλειας, αλλά μετατρέπεται σε σταθερή αδυναμία συμμετοχής. Μια σύγκρουση δεν αφορά μόνο μία σχέση, αλλά επαναλαμβάνεται με διαφορετικά πρόσωπα.

Αυτό που χρειάζεται να ακουστεί δεν είναι μόνο η παρουσία του συμπτώματος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο έχει αρχίσει να ζει γύρω από αυτό.

Όταν η δυσκολία επιμένει και επαναλαμβάνεται

Πριν αναζητήσει ψυχοθεραπεία, ο άνθρωπος έχει συνήθως ήδη επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τη δυσκολία του. Έχει συζητήσει με φίλους, έχει αλλάξει συνήθειες, έχει απομακρυνθεί από πρόσωπα ή καταστάσεις, έχει προσπαθήσει να ελέγξει περισσότερο τη σκέψη και τη συμπεριφορά του. Ορισμένες από αυτές τις κινήσεις προσφέρουν πραγματική ανακούφιση. Άλλες λειτουργούν προσωρινά, μέχρι το ίδιο αδιέξοδο να εμφανιστεί ξανά.

Η επιμονή ενός συμπτώματος δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν προσπάθησε αρκετά. Φανερώνει ότι η δυσκολία δεν εξαντλείται σε αυτό που φαίνεται στην επιφάνεια. Μια κρίση άγχους, η αϋπνία, η αναβλητικότητα, η υπερφαγία, η κοινωνική απόσυρση ή ένα ψυχοσωματικό σύμπτωμα εγγράφονται σε έναν ιδιαίτερο τρόπο διαχείρισης της αγωνίας, της επιθυμίας, της απώλειας και της σχέσης με τον Άλλο.

Η ανάγκη για ψυχοθεραπεία αποκαλύπτεται και μέσα από όσα επαναλαμβάνονται. Ο άνθρωπος διαπιστώνει ότι εμπλέκεται σε σχέσεις που καταλήγουν με παρόμοιο τρόπο, ότι αναλαμβάνει ξανά τον ίδιο ρόλο ή ότι περιμένει από τους άλλους μια αναγνώριση που δεν έρχεται ποτέ. Αλλάζει εργασία, σύντροφο ή περιβάλλον, αλλά συναντά κάθε φορά την ίδια αίσθηση απόρριψης, ελέγχου, ματαίωσης ή εγκατάλειψης.

Η αναγνώριση της επανάληψης δεν αρκεί πάντοτε για να τη διακόψει. Το υποκείμενο μπορεί να γνωρίζει ότι επαναλαμβάνει μια επιλογή και ταυτόχρονα να αδυνατεί να τοποθετηθεί διαφορετικά απέναντί της. Η γνώση παραμένει αποσυνδεδεμένη από τη δύναμη που διατηρεί το γνώριμο σενάριο μέσα στην ψυχική του ζωή.

Η θεραπευτική εργασία δεν περιορίζεται στην υπόδειξη μιας διαφορετικής συμπεριφοράς. Προσεγγίζει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε αυτή η επανάληψη, τη θέση που αποδίδει στο υποκείμενο και όσα διακυβεύονται όταν ανοίγεται η δυνατότητα μιας διαφορετικής επιλογής. Η λειτουργία της επανάληψης αναπτύσσεται περισσότερο στο άρθρο «Η αντίσταση και το έργο της επανάληψης».

Όταν η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από την αποφυγή

Ένα ακόμη σημείο αφορά όσα έχουν σταδιακά εγκαταλειφθεί. Ο άνθρωπος αποφεύγει συναντήσεις, διαδρομές, αποφάσεις ή σχέσεις επειδή φοβάται την ένταση που θα προκαλέσουν. Περιορίζει τις επιλογές του, αναζητά διαρκώς επιβεβαίωση, προετοιμάζεται υπερβολικά ή αναβάλλει οτιδήποτε τον φέρνει αντιμέτωπο με την πιθανότητα αποτυχίας.

Η αποφυγή προσφέρει προσωρινή προστασία. Ταυτόχρονα, περιορίζει τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να κινηθεί το υποκείμενο. Αυτό που ξεκίνησε ως τρόπος ελέγχου της αγωνίας μετατρέπεται σταδιακά σε τρόπο οργάνωσης ολόκληρης της ζωής.

Η αναβλητικότητα ως σύμπτωμα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Δεν αφορά πάντοτε έλλειψη πειθαρχίας ή κακή διαχείριση του χρόνου. Μπορεί να προστατεύει από την έκθεση στην κρίση, από την ευθύνη μιας επιλογής ή από το ενδεχόμενο να γίνει πραγματικότητα κάτι που μέχρι τότε υπήρχε μόνο ως δυνατότητα.

Η ανάγκη για ψυχοθεραπεία δεν συνοδεύεται υποχρεωτικά από εμφανή κατάρρευση. Πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να εργάζονται, να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους και να διατηρούν μια εξωτερικά οργανωμένη ζωή. Η λειτουργικότητα, όμως, δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο της ψυχικής κατάστασης.

Η καθημερινότητα μπορεί να διατηρείται με μεγάλο ψυχικό κόστος. Κάθε υποχρέωση απαιτεί υπερβολική προσπάθεια, η ανάπαυση συνοδεύεται από ενοχή και η αίσθηση ότι «δεν πρέπει να σταματήσω» γίνεται σταθερή. Η παραγωγικότητα λειτουργεί ως τρόπος απομάκρυνσης από όσα εμφανίζονται στη σιωπή, ενώ οι σχέσεις χάνουν σταδιακά τη ζωντάνια τους.

Μια απώλεια, μια αλλαγή ή ένα αδιευκρίνιστο κενό

Ένας χωρισμός, ένα πένθος, μια ασθένεια, η γέννηση ενός παιδιού, η αλλαγή εργασίας ή η μετάβαση σε μια νέα περίοδο ζωής μπορούν να διαταράξουν την ισορροπία που υπήρχε μέχρι τότε. Το γεγονός δεν αποτελεί πάντοτε ολόκληρη την εξήγηση της ψυχικής δυσκολίας. Λειτουργεί συχνά ως σημείο στο οποίο συναντώνται παλαιότερες απώλειες, φόβοι και τρόποι σύνδεσης.

Το ίδιο γεγονός δεν αποκτά την ίδια σημασία για όλους. Αγγίζει διαφορετικά την ιστορία και τη θέση κάθε υποκειμένου. Μια αλλαγή που εξωτερικά φαίνεται αναμενόμενη μπορεί να προκαλέσει έντονη αγωνία, ενώ μια άλλη, αντικειμενικά δυσκολότερη, αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ψυχική αντοχή.

Η ψυχοθεραπεία δεν αφορά μόνο τις περιόδους κρίσης. Ορισμένοι άνθρωποι την αναζητούν επειδή αισθάνονται ότι η ζωή τους έχει οργανωθεί περισσότερο γύρω από τις προσδοκίες των άλλων παρά γύρω από μια προσωπική επιθυμία. Δυσκολεύονται να γνωρίζουν τι θέλουν, να πάρουν αποφάσεις ή να αναγνωρίσουν γιατί όσα εξωτερικά φαίνονται επαρκή δεν τους αφορούν πλέον με τον ίδιο τρόπο.

Η απουσία ενός σαφούς συμπτώματος δεν ακυρώνει αυτή τη δυσκολία. Η επίμονη αίσθηση κενού, η απομάκρυνση από την επιθυμία και η αδυναμία να αναγνωρίσει κανείς τη θέση του μέσα στη ζωή του αποτελούν επίσης λόγους για τους οποίους μπορεί να απευθυνθεί σε έναν ψυχοθεραπευτή.

Χρειάζεται να υπάρχει διάγνωση;

Η αναζήτηση ψυχοθεραπείας δεν προϋποθέτει ψυχιατρική διάγνωση. Ένας άνθρωπος μπορεί να ζητήσει θεραπεία επειδή βιώνει επίμονο άγχος, δυσκολίες στις σχέσεις, πένθος, μια σημαντική μετάβαση ή ένα αίσθημα αδιεξόδου που δεν μπορεί ακόμη να ονομάσει με ακρίβεια.

Η διάγνωση έχει τη θέση της στην κλινική αξιολόγηση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι αναγκαία για τον σχεδιασμό της κατάλληλης φροντίδας. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση για να μιλήσει κάποιος για όσα τον δυσκολεύουν.

Παράλληλα, η ψυχοθεραπεία δεν υποκαθιστά την ιατρική ή την ψυχιατρική αξιολόγηση όταν αυτή χρειάζεται. Έντονα ή αιφνίδια σωματικά συμπτώματα πρέπει να αξιολογούνται ιατρικά, ενώ καταστάσεις σοβαρής ψυχικής αποδιοργάνωσης μπορεί να απαιτούν συνδυασμένη θεραπευτική και ψυχιατρική αντιμετώπιση.

«Θα έπρεπε να μπορώ να το αντιμετωπίσω μόνος μου»

Η σκέψη αυτή συνοδεύει συχνά την αναβολή της θεραπείας. Η ανάγκη για βοήθεια βιώνεται ως απόδειξη ανεπάρκειας, εξάρτησης ή προσωπικής αποτυχίας. Ο άνθρωπος συγκρίνει τη δυσκολία του με τις δυσκολίες των άλλων, υποτιμά όσα αισθάνεται και θέτει διαρκώς νέες προϋποθέσεις πριν επιτρέψει στον εαυτό του να ζητήσει βοήθεια.

Η αυτάρκεια δεν είναι μόνο προσωπική αξία. Μπορεί να αποτελεί μια θέση μέσα στις σχέσεις: εκείνος που αντέχει, δεν επιβαρύνει, δεν χρειάζεται και διατηρεί τον έλεγχο. Η αναζήτηση θεραπείας έρχεται τότε σε σύγκρουση όχι μόνο με μια πεποίθηση, αλλά με ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο έχει μάθει να σχετίζεται με τους άλλους.

Το αίτημα για ψυχοθεραπεία δεν ακυρώνει την προσωπική ευθύνη. Ο άνθρωπος δεν παραδίδει τη ζωή του σε κάποιον που θα αποφασίσει για εκείνον. Αναλαμβάνει να φέρει σε μια σχέση λόγου αυτό που μέχρι τότε προσπαθούσε να αντιμετωπίσει μόνο μέσα από τη σιωπή, την αποφυγή ή την επανάληψη.

Ερωτήματα που μπορούν να βοηθήσουν

Οι ακόλουθες ερωτήσεις δεν αποτελούν διαγνωστικό τεστ. Βοηθούν να διατυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που συμβαίνει:

  • Πόσο καιρό επιμένει αυτή η δυσκολία και πόσο έχει επηρεάσει την καθημερινή μου ζωή;
  • Εμφανίζεται ξανά, ακόμη και όταν αλλάζουν οι εξωτερικές συνθήκες ή τα πρόσωπα;
  • Ποιες σχέσεις, δραστηριότητες ή επιλογές έχω περιορίσει για να αποφεύγω την αγωνία που μου προκαλούν;
  • Πόση ψυχική προσπάθεια απαιτείται για να συνεχίζω να λειτουργώ και να δείχνω ότι είμαι καλά;
  • Επανέρχεται μέσα μου η σκέψη να μιλήσω με έναν ψυχοθεραπευτή, αλλά εξακολουθώ να την αναβάλλω;

Καμία μεμονωμένη απάντηση δεν αποδεικνύει ότι κάποιος χρειάζεται θεραπεία. Όταν όμως τα ίδια ερωτήματα επανέρχονται και η δυσκολία έχει αρχίσει να περιορίζει τη ζωή, η συνάντηση με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας προσφέρει τη δυνατότητα να διερευνηθεί τι ακριβώς ζητά να ειπωθεί.

Από τη δυσκολία στο θεραπευτικό αίτημα

Το θεραπευτικό αίτημα δεν είναι απαραίτητα έτοιμο πριν από την έναρξη της ψυχοθεραπείας. Συχνά διαμορφώνεται μέσα στις πρώτες συναντήσεις. Ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει τι τον πονά, χωρίς να γνωρίζει ακόμη τι ζητά να αλλάξει ή πώς συνδέεται ο ίδιος με αυτό που συμβαίνει.

Η πρώτη συνάντηση δεν απαιτεί πλήρη γνώση του προβλήματος ούτε δέσμευση σε μια προκαθορισμένη πορεία. Προσφέρει τη δυνατότητα να ακουστεί η αρχική δυσκολία, να συζητηθεί το πλαίσιο και να διερευνηθεί αν μπορεί να αρχίσει μια θεραπευτική συνεργασία.

Περισσότερα για την έναρξη της θεραπείας μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο «Πρώτη συνεδρία ψυχοθεραπείας: τι συμβαίνει και τι χρειάζεται να γνωρίζω;».

Η θεραπευτική διαδικασία αρχίζει από αυτό το σημείο: όχι από τη βεβαιότητα για το τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά από την αναγνώριση ότι κάτι επιμένει και δεν μπορεί πλέον να παραμένει χωρίς λόγο.

Όταν χρειάζεται άμεση βοήθεια

Η προγραμματισμένη ψυχοθεραπεία δεν αποτελεί υπηρεσία επείγουσας παρέμβασης. Όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τη ζωή ή την ασφάλεια, συγκεκριμένο σχέδιο αυτοκτονίας, αδυναμία διατήρησης της προσωπικής ασφάλειας ή έντονη ψυχική αποδιοργάνωση, χρειάζεται άμεση επικοινωνία με το 112 ή μετάβαση στο πλησιέστερο εφημερεύον νοσοκομείο.

Η Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306 λειτουργεί δωρεάν, ανώνυμα και όλο το εικοσιτετράωρο για θέματα ψυχικής υγείας.

Πώς αποφασίζω αν χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;

Η ανάγκη για ψυχοθεραπεία δεν καθορίζεται από το πόσο υποφέρει κάποιος σε σύγκριση με τους άλλους. Αναγνωρίζεται όταν η δυσκολία επιμένει, όταν η ίδια θέση επαναλαμβάνεται και όταν οι γνώριμοι τρόποι αντιμετώπισης δεν επαρκούν πλέον.

Η απόφαση δεν προϋποθέτει βεβαιότητα ούτε μια ολοκληρωμένη εξήγηση. Προϋποθέτει να δοθεί σημασία σε αυτό που επιστρέφει και να απευθυνθεί σε έναν άλλον μέσα σε ένα σταθερό θεραπευτικό πλαίσιο.

Για πληροφορίες σχετικά με τις δια ζώσης συνεδρίες στην Πάτρα και τις διαδικτυακές συνεδρίες, μπορείτε να δείτε τη σελίδα Υπηρεσίες ή να επικοινωνήσετε με το γραφείο.

Share your love