Η ανάγκη για μια διάγνωση: όταν η ταξινόμηση γίνεται ταυτότητα

Η διάγνωση και η αναζήτηση του εαυτού στη σύγχρονη εποχή

Η ανάγκη για μια διάγνωση αποτελεί σήμερα ένα από τα συχνότερα ερωτήματα που συναντώνται στον χώρο της ψυχικής υγείας. Η διάγνωση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κλινικής πράξης.

Οργανώνει την κατανόηση των συμπτωμάτων, διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και συμβάλλει στη διαμόρφωση της θεραπευτικής πορείας. Για τον άνθρωπο που υποφέρει, μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική στιγμή ανακούφισης, καθώς δίνει ένα όνομα σε μια εμπειρία που μέχρι τότε παρέμενε ακατανόητη και επιτρέπει να αναζητηθεί η κατάλληλη φροντίδα.

Η σημασία της, επομένως, δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Το ερώτημα βρίσκεται αλλού.

Τα τελευταία χρόνια, η διάγνωση φαίνεται να αποκτά μια λειτουργία που υπερβαίνει την κλινική της χρήση. Δεν χρησιμοποιείται μόνο για να περιγράψει ένα σύνολο συμπτωμάτων, αλλά αρχίζει να λειτουργεί ως ένας τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος περιγράφει τον ίδιο του τον εαυτό. Η ανάγκη για μια διάγνωση δεν εκφράζει πάντοτε μόνο την ανάγκη θεραπείας. Συχνά εκφράζει και την ανάγκη να δοθεί μια σταθερή απάντηση σε ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος είμαι.

Η μετατόπιση αυτή δεν είναι τυχαία. Η σύγχρονη κοινωνία χαρακτηρίζεται από μια ολοένα αυξανόμενη ανάγκη ταξινόμησης. Οι εμπειρίες, οι συμπεριφορές, οι σχέσεις και οι ίδιες οι μορφές της ανθρώπινης ύπαρξης οργανώνονται μέσα από κατηγορίες που υπόσχονται σαφήνεια και βεβαιότητα. Η αβεβαιότητα βιώνεται όλο και περισσότερο ως κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί και όχι ως στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η διάγνωση φαίνεται να αποκτά μια επιπλέον λειτουργία. Δεν οργανώνει μόνο την κλινική σκέψη· οργανώνει και μια αφήγηση για τον εαυτό. Εκεί όπου υπήρχε ένα ανοιχτό ερώτημα, εμφανίζεται μια ονομασία. Εκεί όπου υπήρχε μια εμπειρία που ζητούσε να κατανοηθεί, εμφανίζεται μια κατηγορία που υπόσχεται να την εξηγήσει.

Η ανακούφιση που μπορεί να προσφέρει αυτή η διαδικασία είναι πραγματική. Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι, για πρώτη φορά, όσα βιώνουν αποκτούν συνοχή και ότι μπορούν να στραφούν προς μια θεραπευτική κατεύθυνση. Η αναγνώριση μιας ψυχικής δυσκολίας αποτελεί συχνά το πρώτο βήμα προς τη θεραπεία, όπως αναλύεται και στο άρθρο «Πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;».

Η διάγνωση, όμως, δεν εξαντλεί ποτέ την εμπειρία του ανθρώπου.

Περιγράφει ένα σύνολο κλινικών χαρακτηριστικών. Δεν μπορεί να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος αγάπησε, πένθησε, συγκρούστηκε, επιθύμησε ή έδωσε νόημα στις σχέσεις του. Δεν μπορεί να συμπεριλάβει την προσωπική του ιστορία, τις ασυνέχειες της ζωής του και τη μοναδική θέση που καταλαμβάνει το σύμπτωμα μέσα σε αυτή.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι, επομένως, αν μια διάγνωση είναι χρήσιμη.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν η διάγνωση παύει να αποτελεί την αρχή μιας προσπάθειας κατανόησης και αρχίζει να λειτουργεί ως η τελική απάντηση στο ερώτημα της ταυτότητας.

Η ανάγκη της ταξινόμησης

Η επιθυμία να ονομάσουμε όσα μας συμβαίνουν είναι βαθιά ανθρώπινη. Η ονομασία επιτρέπει να μοιραστούμε μια εμπειρία, να την κατανοήσουμε και να αναζητήσουμε βοήθεια. Η ταξινόμηση αποτελεί, άλλωστε, βασική λειτουργία κάθε επιστημονικής γνώσης.

Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η ταξινόμηση μετατρέπεται στον κυρίαρχο τρόπο κατανόησης του ανθρώπου.

Η σύγχρονη κουλτούρα δείχνει ολοένα μικρότερη ανοχή σε ό,τι παραμένει ασαφές. Υπάρχει η διαρκής απαίτηση να γνωρίζουμε, να ορίζουμε και να κατατάσσουμε. Η πολυπλοκότητα συχνά υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για σαφείς απαντήσεις και σταθερές κατηγορίες.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η διάγνωση μπορεί εύκολα να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από εκείνη που της αναλογεί. Η προσοχή μετατοπίζεται από την προσωπική ιστορία στην κατηγορία, από το ερώτημα στο όνομα, από τη μοναδικότητα του υποκειμένου στη βεβαιότητα μιας ταξινόμησης.

Κι όμως, δύο άνθρωποι που λαμβάνουν την ίδια διάγνωση δεν έχουν την ίδια ιστορία, δεν αγαπούν με τον ίδιο τρόπο, δεν φοβούνται τα ίδια πράγματα και δεν υποφέρουν για τους ίδιους λόγους. Το σύμπτωμα δεν αποκτά το νόημά του μόνο από τη μορφή του αλλά και από τη θέση που καταλαμβάνει στη ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου. Το ίδιο γίνεται εμφανές και στην εμπειρία της κατάθλιψης, όπου παρόμοια συμπτώματα μπορούν να εκφράζουν εντελώς διαφορετικές υποκειμενικές διαδρομές, όπως αναλύεται στο άρθρο « Burnout ή κατάθλιψη; Πού τελειώνει η εξάντληση και πού αρχίζει το σύμπτωμα».

Η διάγνωση οργανώνει την κλινική σκέψη. Δεν μπορεί, όμως, να οργανώσει τη μοναδικότητα μιας ανθρώπινης ζωής.

Η διάγνωση ανάμεσα στην επιστήμη και στην ανάγκη για βεβαιότητα

Η επιστήμη οργανώνεται μέσα από έννοιες, ορισμούς και ταξινομήσεις. Χωρίς αυτές, η κλινική πράξη θα ήταν αδύνατη. Η διάγνωση αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία που επιτρέπουν την κατανόηση των συμπτωμάτων, τον σχεδιασμό της θεραπείας και την επικοινωνία μεταξύ των επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Η λειτουργία αυτή, όμως, δεν ταυτίζεται πάντοτε με τον τρόπο που βιώνεται η διάγνωση από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Όταν κάποιος αναζητά μια διάγνωση, δεν αναζητά μόνο μια επιστημονική εξήγηση. Αναζητά πολλές φορές μια μορφή βεβαιότητας απέναντι σε κάτι που βιώνεται ως ακατανόητο. Η αβεβαιότητα απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μπορεί να γίνει ιδιαίτερα επώδυνη. Η διάγνωση φαίνεται τότε να προσφέρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, μια αίσθηση ότι ο ψυχικός πόνος αποκτά επιτέλους όρια και μπορεί να γίνει κατανοητός.

Η ανάγκη αυτή είναι εύλογη. Ο άνθρωπος δυσκολεύεται να αντέξει αυτό που δεν μπορεί να εξηγήσει. Η ονομασία δημιουργεί την αίσθηση ότι το άγνωστο περιορίζεται και ότι η εμπειρία μπορεί πλέον να οργανωθεί μέσα σε ένα συνεκτικό πλαίσιο. Η βεβαιότητα, όμως, δεν ταυτίζεται με την κατανόηση.

Μια διάγνωση μπορεί να εξηγήσει τη μορφή που λαμβάνει ένα σύμπτωμα, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει από μόνη της γιατί αυτό εμφανίζεται στη συγκεκριμένη στιγμή της ζωής ενός ανθρώπου, γιατί επιμένει, γιατί υποχωρεί ή γιατί συνδέεται με συγκεκριμένες σχέσεις και γεγονότα. Αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται μέσα από μια ταξινόμηση αλλά μέσα από την προσωπική ιστορία.

Γι’ αυτό και η διάγνωση δεν μπορεί να αποτελεί το τέλος της θεραπευτικής διερεύνησης. Αντίθετα, αποτελεί την αφετηρία της. Εκεί όπου η διάγνωση ολοκληρώνει το έργο της, αρχίζει η προσπάθεια κατανόησης του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο κάθε άνθρωπος βιώνει το σύμπτωμά του.

Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη εποχή, όπου η ανάγκη για γρήγορες και οριστικές απαντήσεις είναι ισχυρότερη από ποτέ. Η βεβαιότητα μοιάζει να έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αξία από το ίδιο το ερώτημα. Ωστόσο, η ανθρώπινη εμπειρία δεν οργανώνεται με τον τρόπο που οργανώνονται οι επιστημονικές κατηγορίες. Παραμένει πάντοτε πιο σύνθετη, πιο αντιφατική και πιο ανοιχτή από κάθε ορισμό που επιχειρεί να την περιγράψει.

Η θεραπευτική διαδικασία δεν καλείται να αντικαταστήσει τη διάγνωση. Καλείται να δημιουργήσει τον χώρο μέσα στον οποίο η διάγνωση παύει να είναι το μοναδικό σημείο αναφοράς και ο άνθρωπος μπορεί να μιλήσει για όσα καμία κατηγορία δεν μπορεί να αποτυπώσει πλήρως.

Όταν η διάγνωση γίνεται ταυτότητα

Η ανάγκη για μια διάγνωση συναντά σήμερα μια ακόμη μεταβολή. Δεν αφορά μόνο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η θεραπεία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αφηγείται τον εαυτό του.

Η διάγνωση παύει σταδιακά να αποτελεί μια περιγραφή συγκεκριμένων συμπτωμάτων και αρχίζει να λειτουργεί ως στοιχείο προσωπικής ταυτότητας. Δεν χρησιμοποιείται μόνο για να εξηγήσει μια δυσκολία, αλλά για να περιγράψει συνολικά τον άνθρωπο που τη βιώνει. Η μετατόπιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί αλλάζει και τη σχέση με το σύμπτωμα.

Όταν το σύμπτωμα αντιμετωπίζεται ως μέρος μιας προσωπικής ιστορίας, γεννά ερωτήματα. Πότε εμφανίστηκε; Με τι συνδέεται; Γιατί επανέρχεται σε συγκεκριμένες στιγμές της ζωής; Τι εκφράζει εκεί όπου οι λέξεις δυσκολεύονται να μιλήσουν;

Όταν, αντίθετα, μετατρέπεται αποκλειστικά σε διαγνωστική κατηγορία, τα ερωτήματα αυτά συχνά υποχωρούν. Η διάγνωση φαίνεται να προσφέρει μια πλήρη εξήγηση και η ανάγκη διερεύνησης της προσωπικής εμπειρίας περιορίζεται. Έτσι, το όνομα κινδυνεύει να αντικαταστήσει την ιστορία.

Η διάγνωση δεν εξηγεί το νόημα του συμπτώματος

Κανένα διαγνωστικό σύστημα δεν δημιουργήθηκε για να αφηγηθεί τη ζωή ενός ανθρώπου. Η διάγνωση περιγράφει ομοιότητες. Εντοπίζει κοινά χαρακτηριστικά, οργανώνει συμπτώματα και διευκολύνει την κλινική σκέψη. Αυτή ακριβώς είναι η αξία της. Το νόημα του συμπτώματος, όμως, δεν βρίσκεται ποτέ μόνο στη μορφή του.

Ένας άνθρωπος μπορεί να εμφανίζει κρίσεις πανικού μετά από μια σημαντική απώλεια, ένας άλλος μπροστά στην προοπτική μιας στενής σχέσης και ένας τρίτος σε κάθε στιγμή που καλείται να αναλάβει μια νέα ευθύνη. Το σύμπτωμα μπορεί να μοιάζει, αλλά η θέση που καταλαμβάνει στην ιστορία τους είναι διαφορετική.

Το ίδιο συμβαίνει και με σοβαρότερες μορφές ψυχικής οδύνης. Δύο άνθρωποι που λαμβάνουν την ίδια διάγνωση δεν βιώνουν την πραγματικότητα με τον ίδιο τρόπο ούτε ακολουθούν την ίδια θεραπευτική διαδρομή. Η κοινή διαγνωστική κατηγορία δεν αναιρεί τη μοναδικότητα της εμπειρίας τους, όπως αναδεικνύεται και στο άρθρο «Ψύχωση: συμπτώματα, θεραπεία και αποκατάσταση».

Η διάγνωση περιγράφει το σύμπτωμα. Δεν μπορεί να περιγράψει τη θέση που αυτό κατέχει στη ζωή του συγκεκριμένου ανθρώπου.

Από την κατηγορία στο υποκείμενο

Η θεραπευτική εργασία αρχίζει από τη στιγμή που το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την κατηγορία στον άνθρωπο. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε πώς ονομάζεται ένα σύμπτωμα. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πώς εμφανίστηκε, γιατί διατηρείται, πώς επηρεάζει τις σχέσεις και ποια θέση καταλαμβάνει στην προσωπική ιστορία εκείνου που το βιώνει.

Αυτή η μετατόπιση αλλάζει και τη σχέση με τη θεραπεία. Ο στόχος δεν είναι να επιβεβαιωθεί διαρκώς μια ταυτότητα, αλλά να δημιουργηθεί χώρος ώστε ο άνθρωπος να μιλήσει για όσα δεν χωρούν σε καμία κατηγορία. Η θεραπευτική διαδικασία δεν εξαντλείται στη μείωση των συμπτωμάτων· αφορά την κατανόηση του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο κάθε άνθρωπος συναντά τον εαυτό του, τους άλλους και την επιθυμία του. Η προοπτική αυτή αναπτύσσεται και στο άρθρο « Πώς ξεκινά η ψυχοθεραπεία; Από την πρώτη συνάντηση στο θεραπευτικό αίτημα».

Η διάγνωση μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα. Η κατανόηση απαιτεί πάντοτε κάτι περισσότερο.

Πέρα από την ανάγκη της ταξινόμησης

Η ανάγκη να δοθεί ένα όνομα στον ψυχικό πόνο είναι απολύτως θεμιτή. Η διάγνωση μπορεί να ανοίξει τον δρόμο προς τη θεραπεία, να μειώσει την ενοχή και να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει ότι δεν είναι μόνος απέναντι σε όσα βιώνει. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η διάγνωση μετατρέπεται στη μοναδική αφήγηση του εαυτού.

Τότε, κάθε νέα εμπειρία ερμηνεύεται μέσα από την ίδια κατηγορία και το ερώτημα για την προσωπική ιστορία υποχωρεί. Ο άνθρωπος παύει να αναρωτιέται γιατί υποφέρει με αυτόν τον τρόπο και αρκείται στο γεγονός ότι η δυσκολία του έχει πλέον ένα όνομα. Η θεραπευτική συνάντηση κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Δεν αναζητά έναν άνθρωπο που να ταιριάζει σε μια διάγνωση. Αναζητά τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αυτός ο άνθρωπος βιώνει τον ψυχικό του πόνο, οργανώνει τις σχέσεις του και δίνει νόημα στην εμπειρία του. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην ταξινόμηση και στην κατανόηση. Η διάγνωση αποτελεί ένα πολύτιμο εργαλείο της κλινικής πράξης. Το υποκείμενο, όμως, παραμένει πάντοτε μεγαλύτερο από κάθε κατηγορία που επιχειρεί να το περιγράψει.

 

Σχετικά άρθρα

Share your love