Social media και παιδιά κάτω των 15: ποιος θέτει το όριο;

Η απαγόρευση, η θέση του νόμου και η πατρική λειτουργία

Η χρήση των social media κάτω των 15 ετών βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας δημόσιας συζήτησης που έχει περάσει από τις συστάσεις και τις προειδοποιήσεις στη νομοθετική απαγόρευση. Η Ελλάδα έχει ανακοινώσει ότι από την 1η Ιανουαρίου 2027 παιδιά κάτω των 15 ετών δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν συγκεκριμένες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Το μέτρο παρουσιάζεται ως απάντηση στην προβληματική χρήση, στην έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο, στον διαδικτυακό εκφοβισμό και στην επίδραση της διαρκούς σύνδεσης στον ύπνο και στην ψυχική ζωή των νέων.

Στις 14 Αυγούστου 2026, ωστόσο, το Συνταγματικό Συμβούλιο της Γαλλίας μπλόκαρε αντίστοιχη απαγόρευση, κρίνοντας ότι το μέτρο δεν διέθετε επαρκείς εγγυήσεις και περιόριζε δυσανάλογα την ελευθερία της έκφρασης και της επικοινωνίας των ανηλίκων. Η απόφαση επανέφερε το ερώτημα από την αντίθετη πλευρά: πώς μπορεί να προστατευθεί το παιδί χωρίς να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως παθητικός αποδέκτης κινδύνων και χωρίς να αγνοηθεί ότι η ψηφιακή ζωή αποτελεί πλέον μέρος της κοινωνικής του πραγματικότητας;

Το δίλημμα διατυπώνεται συχνά ως σύγκρουση ανάμεσα στην προστασία και στην ελευθερία. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η απαγόρευση, η οποία υπόσχεται ασφάλεια. Από την άλλη, το δικαίωμα του παιδιού στην επικοινωνία και στη συμμετοχή. Πίσω όμως από αυτή την αντιπαράθεση παραμένει ένα βαθύτερο ερώτημα: μπορεί ο νόμος να απαγορεύσει την πρόσβαση, αλλά μπορεί από μόνος του να δημιουργήσει ένα όριο που θα αποκτήσει ψυχική σημασία για το παιδί;

Η εφηβεία μπροστά στον ψηφιακό Άλλο

Η ανησυχία γύρω από τη χρήση των social media στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι περισσότεροι από ένας στους δέκα εφήβους παρουσιάζουν σημάδια προβληματικής χρήσης, όπως δυσκολία ελέγχου, παραμέληση άλλων δραστηριοτήτων και αρνητικές συνέπειες στην καθημερινότητα. Η ίδια έρευνα υπογραμμίζει ότι η σχέση των νέων με τα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι μονοσήμαντη. Οι ψηφιακοί χώροι μπορούν να προσφέρουν επικοινωνία, συμμετοχή και δυνατότητες έκφρασης, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να ενισχύσουν την εξάρτηση από την αναγνώριση, τη σύγκριση και τη συνεχή έκθεση.

Το κρίσιμο σημείο δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια χρήσης. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η πλατφόρμα συναντά την ιδιαίτερη ψυχική εργασία της εφηβείας.

Η εφηβεία είναι μια μετάβαση κατά την οποία μεταβάλλονται το σώμα, οι ταυτίσεις, οι σχέσεις με τους γονείς και η θέση του νέου απέναντι στην επιθυμία των άλλων. Όπως εξετάζεται στο άρθρο «Είναι δική μου αυτή η επιθυμία;», ο έφηβος καλείται να απομακρυνθεί από τις βεβαιότητες της παιδικής ηλικίας χωρίς να διαθέτει ακόμη σταθερές απαντήσεις για το ποιος είναι και τι επιθυμεί.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν αφορά μόνο την εμφάνιση. Προσφέρει ένα προσωρινό σημείο συνοχής σε μια περίοδο κατά την οποία σχεδόν όλα μεταβάλλονται. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν δημιουργούν αυτή την ανάγκη, αλλά της προσφέρουν έναν αδιάκοπο χώρο έκφρασης. Η εικόνα μπορεί να δημοσιευθεί, να αξιολογηθεί, να συγκριθεί και να επιστρέψει στον έφηβο μέσα από τις αντιδράσεις των άλλων.

Η σχέση αυτή δεν εξαντλείται στην επιθυμία για δημοτικότητα. Όπως αναλύεται στο «Το βλέμμα του Άλλου στην ψηφιακή εποχή», πίσω από την αναμονή μιας αντίδρασης επανέρχεται συχνά ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποια θέση κατέχω στο βλέμμα των άλλων; Το like, ο αριθμός των προβολών ή η απουσία ανταπόκρισης δεν αποτελούν απλές μετρήσεις. Μπορούν να μετατραπούν σε σημεία μέσα από τα οποία ο νέος επιχειρεί να διαβάσει την αξία του και να εξακριβώσει αν εξακολουθεί να έχει θέση μέσα στον κοινωνικό δεσμό.

Οι πλατφόρμες οργανώνονται γύρω από τη διατήρηση αυτής της προσοχής. Κάθε προτίμηση μετατρέπεται σε δεδομένο και κάθε παύση σε ευκαιρία για μια νέα ειδοποίηση, εικόνα ή βίντεο. Δεν επιβάλλουν ευθέως τι πρέπει να επιθυμήσει ο έφηβος. Παράγουν όμως μια αδιάκοπη πρόσκληση να συνεχίσει να κοιτάζει, να εκτίθεται, να συγκρίνεται και να ανταποκρίνεται.

Ο ψηφιακός Άλλος εμφανίζεται έτσι ως ένας Άλλος που δεν αναγνωρίζει από μόνος του το σημείο του κορεσμού. Δεν αποσύρεται και δεν λέει ποτέ «αρκετά». Ακόμη και όταν δεν προσφέρει ικανοποίηση, διατηρεί ενεργή την προσδοκία ότι η επόμενη εικόνα ή η επόμενη αντίδραση θα την προσφέρει.

Η δυσκολία απομάκρυνσης δεν μπορεί επομένως να αποδίδεται μόνο στην έλλειψη αυτοελέγχου του παιδιού. Το παιδί καλείται να θέσει μόνο του ένα όριο απέναντι σε ένα σύστημα που έχει σχεδιαστεί ώστε να παρατείνει την παραμονή του.

Η απαγόρευση δεν ταυτίζεται με το όριο

Μια νομοθετική απαγόρευση μπορεί να είναι σαφής: πριν από μια ορισμένη ηλικία δεν επιτρέπεται η πρόσβαση. Το όριο όμως δεν ταυτίζεται με την ύπαρξη ενός τεχνικού ή νομικού αποκλεισμού.

Η απαγόρευση ορίζει τι δεν επιτρέπεται. Το όριο οργανώνει μια σχέση με αυτό που δεν μπορεί να είναι πάντοτε άμεσα διαθέσιμο. Δεν αποκτά σημασία μόνο επειδή επιβάλλεται, αλλά επειδή εγγράφεται μέσα σε μια σχέση και συνοδεύεται από μια θέση ευθύνης.

Όταν ο κανόνας περιορίζεται στο «απαγορεύεται επειδή το αποφάσισα», το παιδί συναντά πρωτίστως τη δύναμη εκείνου που ελέγχει την πρόσβαση. Το ζήτημα μπορεί τότε να μετατραπεί σε σύγκρουση ισχύος: ποιος θα επικρατήσει, ποιος θα ελέγξει τη συσκευή και ποιος θα βρει τον τρόπο να παρακάμψει την απαγόρευση.

Το όριο αποκτά διαφορετική σημασία όταν δεν αφορά μόνο το παιδί. Ο γονέας δεν εμφανίζεται ως εκείνος που απολαμβάνει χωρίς περιορισμό αυτό που στερεί από τον έφηβο, ούτε ως κάτοχος μιας απόλυτης γνώσης για την τεχνολογία. Αναγνωρίζει ότι και η δική του σχέση με την οθόνη, την εργασία, την ενημέρωση και τη δημόσια εικόνα υπόκειται στην ίδια δυσκολία.

Το όριο δεν γίνεται αξιόπιστο επειδή ο ενήλικος είναι αλάνθαστος. Γίνεται αξιόπιστο όταν ο ίδιος δεν τοποθετεί τον εαυτό του έξω από αυτό.

Η πατρική λειτουργία πέρα από το πρόσωπο του πατέρα

Η συζήτηση για τα όρια συνδέεται με την πατρική λειτουργία. Ο όρος, ωστόσο, παρερμηνεύεται όταν ταυτίζεται με τον βιολογικό πατέρα, την ανδρική αυθεντία ή την επιστροφή σε μια αυστηρότερη μορφή οικογενειακής εξουσίας.

Η πατρική λειτουργία δεν ορίζεται από το φύλο ούτε ανήκει αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο. Περιγράφει τη λειτουργία που εισάγει ένα τρίτο σημείο στη σχέση του παιδιού με τον Άλλο. Υπενθυμίζει ότι ούτε το παιδί ούτε ο γονέας μπορούν να αποτελέσουν τα πάντα ο ένας για τον άλλον και ότι καμία επιθυμία δεν μπορεί να ικανοποιείται άμεσα και ολοκληρωτικά.

Το όριο που εισάγει αυτή η λειτουργία δεν αποσκοπεί στην υποταγή. Δημιουργεί την απόσταση μέσα στην οποία μπορεί να συγκροτηθεί μια επιθυμία που δεν αποτελεί απλή απάντηση στην απαίτηση του Άλλου. Το παιδί δεν χρειάζεται να παραμένει διαρκώς διαθέσιμο για να αναγνωρίζεται ούτε να ανταποκρίνεται σε κάθε πρόσκληση συμμετοχής για να διατηρεί τη θέση του.

Στην ψηφιακή συνθήκη, αυτή η λειτουργία εισάγει τη δυνατότητα της διακοπής. Επιτρέπει να υπάρξει χρόνος που δεν χρειάζεται να δημοσιευθεί, εμπειρία που δεν χρειάζεται να αξιολογηθεί και επιθυμία που δεν χρειάζεται να αποδειχθεί μέσα από την ανταπόκριση ενός αόριστου κοινού.

Δεν πρόκειται για επιστροφή σε μια ζωή χωρίς τεχνολογία. Πρόκειται για την αναγνώριση ότι η αποσύνδεση, η απουσία και η αναμονή δεν αποτελούν κενά που πρέπει να καλυφθούν αμέσως. Είναι στοιχεία της ψυχικής ζωής και της συγκρότησης μιας επιθυμίας που μπορεί να αποκτήσει προσωπική μορφή.

Ανάμεσα στον νόμο και στην οικογένεια

Η νομοθετική απαγόρευση μπορεί να στηρίξει αυτή τη λειτουργία, δεν μπορεί όμως να την αναλάβει εξ ολοκλήρου. Ένα σύστημα επαλήθευσης ηλικίας μπορεί να εμποδίσει την τεχνική πρόσβαση. Δεν μπορεί να επεξεργαστεί την απώλεια που θα βιώσει ένας έφηβος όταν αποκοπεί από έναν χώρο στον οποίο βρίσκονται οι φίλοι, οι συνομήλικοι και σημαντικό μέρος της κοινωνικής του ζωής.

Για ορισμένους νέους, ιδιαίτερα για όσους βιώνουν κοινωνική απομόνωση, αναπηρία, γεωγραφικό αποκλεισμό ή δυσκολία αποδοχής στο άμεσο περιβάλλον τους, οι ψηφιακές κοινότητες δεν αποτελούν απλή ψυχαγωγία. Μπορούν να λειτουργούν ως ουσιαστικοί χώροι σύνδεσης. Η UNICEF έχει επισημάνει ότι οι καθολικές απαγορεύσεις κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν όλες τις πλατφόρμες, όλες τις μορφές χρήσης και όλους τους εφήβους σαν να είναι ίδιοι, αφαιρώντας σε ορισμένες περιπτώσεις σημαντικά δίκτυα υποστήριξης.

Αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη προστασίας. Αποκαλύπτει ότι η προστασία δεν μπορεί να εξαντλείται στον αποκλεισμό. Χρειάζεται να αναγνωρίζει τι θέση έχει ήδη καταλάβει ο ψηφιακός χώρος στη ζωή του παιδιού και ποια σχέση κινδυνεύει να χαθεί μαζί με την πρόσβαση.

Ούτε όμως η επίκληση της γονεϊκής ευθύνης αρκεί. Όταν η δυσκολία παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ζήτημα οικογενειακών κανόνων, το κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο εξαφανίζεται. Οι γονείς καλούνται να αντιμετωπίσουν μόνοι τους εταιρείες που διαθέτουν τεράστιους τεχνολογικούς πόρους, λεπτομερή γνώση της συμπεριφοράς των χρηστών και μηχανισμούς που προσαρμόζουν διαρκώς το περιεχόμενο ώστε να συγκρατούν την προσοχή.

Ένα δημόσιο όριο είναι αναγκαίο επειδή η προστασία των ανηλίκων δεν μπορεί να αποτελεί ιδιωτική υπόθεση κάθε οικογένειας. Η ρύθμιση της συλλογής δεδομένων, των αλγοριθμικών προτάσεων, του σχεδιασμού των πλατφορμών και της επαλήθευσης ηλικίας αποτελεί συλλογική ευθύνη.

Το ερώτημα δεν είναι αν θα επιλέξουμε ανάμεσα στον νόμο και στους γονείς. Είναι πώς ο νόμος θα στηρίξει τη γονεϊκή λειτουργία χωρίς να την αντικαταστήσει και πώς η οικογένεια θα δώσει ψυχικό νόημα σε ένα κοινωνικό όριο χωρίς να αφεθεί μόνη να το υπερασπιστεί.

Το σύμπτωμα δεν βρίσκεται πάντοτε στην οθόνη

Η έντονη χρήση των κοινωνικών δικτύων δεν έχει την ίδια σημασία για κάθε νέο. Μπορεί να συνδέεται με την αναζήτηση αναγνώρισης, την αγωνία του αποκλεισμού ή τη δυσκολία να αποσυρθεί από το βλέμμα των άλλων. Μπορεί επίσης να λειτουργεί ως καταφύγιο από μια καθημερινότητα στην οποία δεν έχει βρεθεί άλλος διαθέσιμος χώρος σχέσης.

Αν κάθε δυσκολία αποδοθεί στην οθόνη, το παιδί αντιμετωπίζεται σαν να μην διαθέτει ιστορία. Η απόσυρση, η θλίψη, η αϋπνία ή η δυσκολία συμμετοχής μεταφράζονται αυτόματα ως αποτελέσματα της τεχνολογίας. Η συσκευή μετατρέπεται σε μια εύκολη αιτία, ενώ παραμένει ανεξερεύνητο τι κάνει ο νέος μέσα σε αυτήν, από τι απομακρύνεται και τι προσπαθεί να συναντήσει.

Για έναν έφηβο η πολύωρη παρουσία στο διαδίκτυο μπορεί να αποτελεί τρόπο συμμετοχής. Για έναν άλλον μπορεί να συγκαλύπτει μια βαθύτερη απόσυρση από τον κοινωνικό δεσμό. Σε άλλες περιπτώσεις εκφράζει την ανάγκη να παρακολουθεί διαρκώς την ομάδα από τον φόβο ότι, αν απουσιάσει, θα χάσει τη θέση του. Η ίδια συμπεριφορά δεν αντιστοιχεί αναγκαστικά στην ίδια ψυχική εμπειρία.

Η απαγόρευση αφαιρεί την πρόσβαση. Δεν απαντά από μόνη της σε αυτό που οδήγησε το παιδί να αναζητήσει εκεί έναν τόπο αναγνώρισης, σύνδεσης ή απόσυρσης. Αν το ερώτημα αυτό δεν βρει θέση, η δυσκολία μπορεί να μετακινηθεί χωρίς να έχει πραγματικά υποχωρήσει.

Το όριο ως όρος της ελευθερίας

Η προστασία των παιδιών από τους κινδύνους των κοινωνικών δικτύων είναι αναγκαία. Χρειάζεται όμως να οριστεί τι ακριβώς προστατεύεται.

Δεν προστατεύεται ένα παιδί από κάθε δυσάρεστη εμπειρία ούτε από τη σύγκρουση που συνοδεύει την ενηλικίωση. Η απογοήτευση, η αναμονή, η απόρριψη και η αβεβαιότητα δεν μπορούν να εξαλειφθούν από τη ζωή. Αποτελούν μέρος της συνάντησης με τους άλλους και της συγκρότησης μιας επιθυμίας που δεν ελέγχεται πλήρως.

Εκείνο που χρειάζεται να προστατευθεί είναι η δυνατότητα του παιδιού να μη βρίσκεται αδιάκοπα εκτεθειμένο σε ένα βλέμμα που μετρά, συγκρίνει και ταξινομεί. Η δυνατότητα να αποσύρεται χωρίς να εξαφανίζεται από τον κοινωνικό δεσμό. Να έχει εμπειρίες που δεν μετατρέπονται αμέσως σε εικόνες και στιγμές που δεν αποκτούν αξία μόνο όταν αναγνωρίζονται δημόσια.

Χρειάζεται να παραμείνει επίσης ένα κενό ανάμεσα στην επιθυμία και στην άμεση ικανοποίησή της: ένας χρόνος στον οποίο ο νέος μπορεί να περιμένει, να φανταστεί και να αναζητήσει τι θέλει χωρίς να λαμβάνει αμέσως μια νέα πρόταση από τον αλγόριθμο. Αυτό το κενό δεν αποτελεί στέρηση που πρέπει να καλυφθεί. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο μπορεί να εμφανιστεί κάτι που να ανήκει περισσότερο στο ίδιο το υποκείμενο.

Η απαγόρευση των social media για παιδιά κάτω των 15 ετών αναγνωρίζει ένα πραγματικό πρόβλημα και επιχειρεί να εισαγάγει έναν περιορισμό σε ένα περιβάλλον που αναπτύχθηκε χωρίς επαρκή μέριμνα για την ηλικία και την ευαλωτότητα των χρηστών του. Η αποτελεσματικότητά της, ωστόσο, δεν θα κριθεί μόνο από το αν οι ανήλικοι θα κατορθώσουν να παρακάμψουν το σύστημα επαλήθευσης. Θα κριθεί από το αν το δημόσιο όριο θα συνοδευτεί από πραγματική ρύθμιση των πλατφορμών και από έναν χώρο όπου η απαγόρευση θα μπορεί να αποκτήσει νόημα χωρίς να μετατραπεί σε ακόμη μία σύγκρουση ισχύος.

Το ουσιαστικό όριο δεν αποσκοπεί στο να κρατήσει το παιδί μακριά από τον κόσμο. Δημιουργεί την απόσταση που χρειάζεται για να μπορεί να εισέρχεται σε αυτόν χωρίς να παραδίδει ολόκληρη την εικόνα, τον χρόνο και την επιθυμία του στην απαίτηση της διαρκούς σύνδεσης.

Δεν πρόκειται μόνο για το πότε θα κλείσει μια οθόνη. Πρόκειται για το αν θα παραμείνει ανοιχτός ένας χώρος στον οποίο το υποκείμενο δεν χρειάζεται να είναι διαρκώς ορατό για να αισθάνεται ότι υπάρχει.

Σχετικά άρθρα

Πηγές

Share your love