Χειριστική συμπεριφορά: όταν ο έλεγχος γίνεται απάντηση στην αγωνία

Η χειριστική συμπεριφορά δεν αποτελεί διάγνωση ούτε ένα σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Στην επεξεργασία αυτή επιχειρείται η μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την περιγραφή της συμπεριφοράς στη θέση που καταλαμβάνει το υποκείμενο απέναντι στην επιθυμία, την έλλειψη και τον Άλλο.

Η λέξη χειριστική συμπεριφορά, χειριστικός, έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια μια ιδιαίτερη θέση στον δημόσιο λόγο. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει σχέσεις που χαρακτηρίζονται από πίεση, συναισθηματικό εκβιασμό, πρόκληση ενοχής ή απόπειρες ελέγχου του άλλου. Συχνά αρκεί μία μόνο συμπεριφορά για να αποδοθεί σε κάποιον η ιδιότητα του «χειριστικού», σαν να πρόκειται για ένα σταθερό χαρακτηριστικό που αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει όσα διαδραματίζονται μέσα σε μια σχέση.

Η ευρεία χρήση της λέξης δεν είναι τυχαία. Αντανακλά την ανάγκη να δοθεί ένα όνομα σε συμπεριφορές που προκαλούν δυσφορία ή αίσθηση εγκλωβισμού. Ωστόσο, όσο περισσότερο η έννοια εισέρχεται στην καθημερινή γλώσσα, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να λειτουργήσει ως μια εύκολη εξήγηση. Η συμπεριφορά κατονομάζεται, αλλά η κατανόησή της παραμένει επιφανειακή. Η λέξη μετατρέπεται ταυτόχρονα σε περιγραφή και σε ετυμηγορία.

Πρόκειται, κατά κάποιον τρόπο, για μια μορφή ψυχολογικοποίησης μιας συμπεριφοράς. Το ερώτημα «γιατί συμβαίνει αυτό;» αντικαθίσταται από τη διαπίστωση ότι «είναι χειριστικός». Η ονομασία μοιάζει να ολοκληρώνει την ερμηνεία, ενώ στην πραγματικότητα τη διακόπτει. Περιγράφει το αποτέλεσμα, χωρίς να διερευνά τη λογική που το παράγει. Κάτι ανάλογο παρατηρείται και στη δημόσια συζήτηση γύρω από τα όρια, όπου μια σύνθετη ψυχική διεργασία συχνά μετατρέπεται σε έναν κατάλογο κανόνων συμπεριφοράς, παραμερίζοντας το ερώτημα της επιθυμίας και της σύγκρουσης (δείτε επίσης το άρθρο «Η εποχή των ορίων»).

Η ψυχανάλυση ακολουθεί διαφορετική διαδρομή. Δεν αρνείται ότι υπάρχουν συμπεριφορές οι οποίες ασκούν πίεση, περιορίζουν την ελευθερία του άλλου ή διαταράσσουν τη σχέση. Εκείνο που αμφισβητεί είναι ότι η περιγραφή της συμπεριφοράς αρκεί για να εξηγήσει την ψυχική της λειτουργία. Το ενδιαφέρον της δεν στρέφεται πρωτίστως στο τι κάνει το υποκείμενο, αλλά στο γιατί χρειάζεται να το κάνει.

Η μετατόπιση αυτή είναι θεμελιώδης. Στην ψυχανάλυση η συμπεριφορά δεν αντιμετωπίζεται ως ένα αυτόνομο γεγονός. Αποτελεί πάντοτε έκφραση μιας ιδιαίτερης σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία, την έλλειψη και τον Άλλο. Επομένως, η ίδια συμπεριφορά μπορεί να αποκτά εντελώς διαφορετικό νόημα σε διαφορετικά υποκείμενα. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι η εξωτερική μορφή της πράξης, αλλά η θέση που αυτή καταλαμβάνει μέσα στην ψυχική οικονομία του καθενός.

Για τον λόγο αυτό, η χειριστική συμπεριφορά δεν αποτελεί ψυχαναλυτική έννοια. Δεν συνιστά διάγνωση, ούτε αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη ψυχική δομή. Μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές μορφές οργάνωσης της προσωπικότητας και να υπηρετεί διαφορετικές ψυχικές λειτουργίες. Η απόπειρα να ταυτιστεί με έναν συγκεκριμένο τύπο υποκειμένου θα ήταν θεωρητικά απλουστευτική.

Συνεπώς διατυπώνεται ένα διαφορετικό ερώτημα: ποιο πρόβλημα επιχειρεί να επιλύσει το υποκείμενο μέσα από αυτή τη συμπεριφορά;

Η διατύπωση αυτή μετακινεί ολόκληρο το πλαίσιο της συζήτησης. Η χειριστική συμπεριφορά δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως η ίδια το πρόβλημα, αλλά ως μια λύση. Μια λύση που μπορεί να είναι επώδυνη για τον ίδιο και για τον άλλον, να οδηγεί σε αδιέξοδα και να αναπαράγει συγκρούσεις, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί μια ψυχική λύση απέναντι σε κάτι βαθύτερο. Εάν το υποκείμενο επιμένει σε αυτήν, δεν είναι επειδή αγνοεί τις συνέπειές της, αλλά επειδή εξακολουθεί να εξυπηρετεί μια λειτουργία μέσα στην οικονομία της επιθυμίας του.

Διαπιστώνεται ότι το υποκείμενο σπάνια επιλέγει συνειδητά τους τρόπους με τους οποίους σχετίζεται. Οι τρόποι αυτοί συγκροτούνται μέσα από την ιστορία του, τις πρώιμες σχέσεις, τις εμπειρίες ματαίωσης, τις απώλειες και τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η επιθυμία του. Εκείνο που επαναλαμβάνεται στις ενήλικες σχέσεις δεν είναι απλώς μια συμπεριφορά, αλλά μια συγκεκριμένη θέση απέναντι στον Άλλο.

Στο σημείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η λακανική έννοια του Άλλου. Ο Άλλος δεν είναι απλώς το πρόσωπο που βρίσκεται απέναντί μας. Είναι ο τόπος από τον οποίο το υποκείμενο αναμένει αναγνώριση, αποδοχή, αγάπη και επιβεβαίωση της ύπαρξής του. Η σχέση με τον Άλλο δεν είναι ποτέ ουδέτερη· διαπερνάται πάντοτε από το ερώτημα της επιθυμίας.

Η επιθυμία του Άλλου αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές εμπειρίες για το υποκείμενο, επειδή δεν μπορεί ποτέ να γίνει πλήρως γνωστή. Δεν υπάρχει τρόπος να αποκτήσει κανείς οριστική βεβαιότητα για το τι σημαίνει για τον άλλον, αν εξακολουθεί να κατέχει μια σημαντική θέση στην επιθυμία του ή αν αυτή η θέση θα παραμείνει αμετάβλητη. Η σχέση εμπεριέχει πάντοτε ένα στοιχείο αβεβαιότητας που δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Η αγωνία που γεννά αυτή η συνθήκη αναπτύσσεται εκτενέστερα στο άρθρο «Η αγωνία της απόρριψης: όταν το βλέμμα του άλλου γίνεται απειλή», όπου εξετάζεται η σημασία που αποκτά για το υποκείμενο η αναγνώριση από τον Άλλο.

Ακριβώς αυτή η αδυναμία πλήρους γνώσης εισάγει την εμπειρία της έλλειψης. Το υποκείμενο ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί να κατέχει την επιθυμία του Άλλου ούτε να την εξασφαλίσει οριστικά. Ο Άλλος διατηρεί πάντοτε μια περιοχή που παραμένει ξένη, αδιαφανής και μη ελέγξιμη. Η διαπίστωση αυτή δεν αφορά μόνο τον φόβο ότι μια σχέση μπορεί να τελειώσει· αφορά την αναγνώριση ότι καμία σχέση δεν μπορεί να προσφέρει απόλυτες εγγυήσεις.

Η συνάντηση με αυτό το όριο δεν βιώνεται από όλα τα υποκείμενα με τον ίδιο τρόπο. Για ορισμένους, η αβεβαιότητα μπορεί να αποτελέσει αναπόσπαστο στοιχείο κάθε ανθρώπινης σχέσης. Για άλλους, όμως, μετατρέπεται σε πηγή έντονης αγωνίας. Δεν πρόκειται απλώς για τον φόβο της απώλειας. Πρόκειται για τη δυσκολία να υπάρξει κανείς απέναντι σε έναν Άλλο του οποίου η επιθυμία δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε να ελεγχθεί.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η ανάγκη ελέγχου αποκτά μια ιδιαίτερη ψυχική λειτουργία. Δεν αποτελεί πρωτίστως έκφραση δύναμης ή κυριαρχίας. Αποτελεί μια απόπειρα περιορισμού της αγωνίας που γεννά η ελευθερία του Άλλου. Το υποκείμενο επιχειρεί να καταστήσει προβλέψιμο εκείνο που, από τη φύση του, δεν μπορεί να γίνει πλήρως προβλέψιμο.

Η πρόκληση ενοχής, η διαρκής απαίτηση επιβεβαίωσης, η συναισθηματική απόσυρση, η υπαινικτική σιωπή ή η επίμονη ανάγκη να καθοδηγείται η συμπεριφορά του άλλου δεν αποτελούν πάντοτε συνειδητές στρατηγικές επιβολής. Συχνά λειτουργούν ως απόπειρες σταθεροποίησης μιας σχέσης που βιώνεται ως εύθραυστη. Το υποκείμενο δεν προσπαθεί μόνο να επηρεάσει τον άλλον· προσπαθεί να προστατευθεί από την αβεβαιότητα που συνοδεύει κάθε σχέση. Όταν η αναζήτηση αυτής της βεβαιότητας γίνεται ο κυρίαρχος τρόπος σύνδεσης με τον Άλλο, το υποκείμενο κινδυνεύει να παραμένει ακόμη και μέσα σε σχέσεις που αναπαράγουν διαρκή ματαίωση, όπως εξετάζεται και στο άρθρο «Η λογική της επανάληψης στις σχέσεις».

Εδώ βρίσκεται και το παράδοξο της χειριστικής συμπεριφοράς. Εκείνο που εμφανίζεται ως ανάγκη ελέγχου του άλλου αποκαλύπτει, στην πραγματικότητα, μια βαθιά εξάρτηση από αυτόν. Όσο περισσότερο το υποκείμενο επιχειρεί να διασφαλίσει την επιθυμία του Άλλου, τόσο περισσότερο οργανώνει τη δική του ψυχική ισορροπία γύρω από τις αντιδράσεις, τις απαντήσεις και τις διαβεβαιώσεις που αναμένει από εκείνον.

Η αναζήτηση του ελέγχου καταλήγει έτσι να παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα. Δεν οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά σε μεγαλύτερη εξάρτηση από την επιθυμία του Άλλου. Η αγωνία μπορεί να υποχωρεί προσωρινά, επιστρέφει όμως κάθε φορά που η βεβαιότητα κλονίζεται, καθιστώντας αναγκαία μια νέα προσπάθεια ελέγχου.

Η επανάληψη αυτού του κύκλου δεν αποτελεί ένδειξη ότι το υποκείμενο «δεν έμαθε». Αποτελεί ένδειξη ότι η συμπεριφορά εξακολουθεί να υπηρετεί μια σημαντική ψυχική λειτουργία. Και όσο αυτή η λειτουργία παραμένει ακατανόητη, τόσο η επανάληψη διατηρεί τη δύναμή της. Αντίστοιχα ερωτήματα για τη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία, τη ματαίωση και την αναζήτηση βεβαιότητας αναπτύσσονται και στα άρθρα «Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας» και «Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος».

Η φαντασίωση του ελέγχου και η αδυναμία της βεβαιότητας

Στη λακανική θεωρία, το υποκείμενο δεν σχετίζεται ποτέ άμεσα με τον Άλλο. Η σχέση διαμεσολαβείται πάντοτε από τη φαντασίωση, δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται το νόημα της σχέσης και της ίδιας της επιθυμίας. Για τον λόγο αυτό, η δυσκολία δεν αφορά μόνο όσα συμβαίνουν πραγματικά ανάμεσα σε δύο υποκείμενα, αλλά και τις σημασίες που αποδίδονται σε αυτά.

Μια καθυστερημένη απάντηση, μια αλλαγή στη διάθεση, μια ανάγκη για μεγαλύτερη απόσταση ή ακόμη και μια στιγμή σιωπής μπορεί να αποκτήσουν δυσανάλογη σημασία. Όχι επειδή αποτελούν αντικειμενικές αποδείξεις απόρριψης, αλλά επειδή επαναφέρουν το ερώτημα που παραμένει πάντοτε ανοιχτό: «Τι είμαι για την επιθυμία του Άλλου;»

Η χειριστική συμπεριφορά μπορεί τότε να ιδωθεί ως μια προσπάθεια να περιοριστεί αυτή η αβεβαιότητα. Το υποκείμενο επιχειρεί να δημιουργήσει μια βεβαιότητα εκεί όπου η ίδια η ανθρώπινη σχέση δεν μπορεί ποτέ να την εγγυηθεί.

Η επιθυμία του Άλλου, όμως, δεν μπορεί να καθηλωθεί. Μπορεί να εκφραστεί, να μεταβληθεί ή να αναδιατυπωθεί, αλλά δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο οριστικού ελέγχου. Κάθε προσπάθεια να εξαλειφθεί η αβεβαιότητα οδηγεί τελικά στην επιστροφή της, επειδή η έλλειψη δεν αποτελεί ατύχημα της σχέσης αλλά δομικό στοιχείο της.

Όταν ο έλεγχος παράγει μεγαλύτερη εξάρτηση

Εδώ αναδεικνύεται ένα από τα σημαντικότερα παράδοξα της χειριστικής συμπεριφοράς. Το υποκείμενο πιστεύει ότι επιχειρεί να ελέγξει τον Άλλο. Στην πραγματικότητα, όμως, οργανώνει ολοένα και περισσότερο τη δική του ψυχική ισορροπία γύρω από εκείνον.

Η καθημερινότητά του εξαρτάται από μια απάντηση, μια επιβεβαίωση, μια διαβεβαίωση ή ακόμη και από την προσπάθεια ερμηνείας μιας σιωπής. Εξωτερικά φαίνεται να κατευθύνει τη σχέση· εσωτερικά, όμως, βρίσκεται όλο και περισσότερο εξαρτημένο από τις αντιδράσεις του άλλου.

Το παράδοξο είναι προφανές. Εκείνο που εμφανίζεται ως έλεγχος αποκαλύπτει μια βαθιά εξάρτηση από την επιθυμία του Άλλου.

Η ανακούφιση που προσφέρει κάθε επιβεβαίωση είναι πάντοτε προσωρινή. Σύντομα η αμφιβολία επιστρέφει και μαζί της επανέρχεται η ανάγκη για έναν νέο κύκλο ελέγχου. Έτσι δημιουργείται μια ατέρμονη επανάληψη που δεν λύνει τη σύγκρουση αλλά τη συντηρεί.

Η λογική της επανάληψης

Ο Freud περιέγραψε ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα την τάση του υποκειμένου να επαναλαμβάνει τρόπους σχέσης που δεν του προσφέρουν απαραίτητα ευχαρίστηση. Η επανάληψη δεν αποτελεί αποτυχία της λογικής ούτε έλλειψη γνώσης. Αποτελεί μια ιδιαίτερη ψυχική αναγκαιότητα.

Από αυτή την οπτική, η χειριστική συμπεριφορά δεν επαναλαμβάνεται επειδή το υποκείμενο αγνοεί τις συνέπειές της. Επαναλαμβάνεται επειδή εξακολουθεί να μειώνει, έστω προσωρινά, την αγωνία που προκαλεί η αβεβαιότητα της επιθυμίας του Άλλου.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο οι συμβουλές του τύπου «σταμάτα να ελέγχεις», «σκέψου πιο λογικά» ή «απλώς εμπιστεύσου τον άλλον» αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκείς. Δεν αγγίζουν τη συνθήκη που οργανώνει τη συμπεριφορά. Απευθύνονται στην πράξη, ενώ η αιτία βρίσκεται στη θέση που καταλαμβάνει το υποκείμενο απέναντι στην έλλειψη.

Παρόμοια λογική επανάληψης μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλες μορφές σχέσεων, όπου το υποκείμενο παραμένει εγκλωβισμένο σε μοτίβα που το πληγώνουν, χωρίς να μπορεί εύκολα να απομακρυνθεί από αυτά (δείτε επίσης το άρθρο « Η λογική της επανάληψης στις σχέσεις»).

Η αναλυτική εργασία

Σκοπός της θεραπευτικής διεργασίας δεν είναι να αντικαταστήσει μια συμπεριφορά με μια άλλη, περισσότερο «σωστή». Αν η ανάγκη ελέγχου λειτουργεί ως απάντηση σε μια βαθύτερη αγωνία, τότε η απλή καταστολή της συμπεριφοράς δεν αρκεί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό.

Τι διακυβεύεται για το υποκείμενο όταν ο Άλλος δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του; Γιατί η αβεβαιότητα βιώνεται ως τόσο επώδυνη ώστε ο έλεγχος να καθίσταται σχεδόν αναγκαίος;

Μέσα από τον λόγο, αρχίζουν σταδιακά να αναδύονται οι σημασίες που έχουν αποδοθεί στην αγάπη, στην εγκατάλειψη, στη ματαίωση, στην αναγνώριση και στην επιθυμία. Δεν αναζητείται μια τεχνική διαχείρισης των συναισθημάτων, αλλά μια διαφορετική σχέση με εκείνο που τα οργανώνει.

Η αγωνία δεν εξαφανίζεται. Ούτε η έλλειψη παύει να υπάρχει. Εκείνο που μπορεί να μεταβληθεί είναι η θέση του υποκειμένου απέναντί τους. Όσο η έλλειψη παύει να βιώνεται αποκλειστικά ως απειλή, τόσο μειώνεται και η ανάγκη να ελεγχθεί η επιθυμία του Άλλου.

Πρόκειται για μια μεταβολή που δεν οδηγεί σε ιδανικές σχέσεις ούτε καταργεί τις συγκρούσεις. Επιτρέπει, όμως, να γίνει περισσότερο ανεκτή η ετερότητα του άλλου. Το υποκείμενο δεν χρειάζεται πλέον να οργανώνει τη σχέση γύρω από τη διαρκή αναζήτηση βεβαιότητας.

Το ίδιο ερώτημα διατρέχει και τα άρθρα «Η αγωνία της απόρριψης: όταν το βλέμμα του άλλου γίνεται απειλή», «Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας» και «Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος», όπου η δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας εμφανίζεται με διαφορετικές μορφές.

Επίλογος

Η έννοια της χειριστικής συμπεριφοράς διαθέτει αναμφίβολα περιγραφική αξία. Μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε μορφές σχέσεων που χαρακτηρίζονται από πίεση, εξάρτηση ή περιορισμό της ελευθερίας του άλλου. Όταν, όμως, μετατρέπεται σε ετικέτα που εξαντλεί την ερμηνεία, παύει να βοηθά στην κατανόηση του υποκειμένου.

Η αναλυτική σκέψη προτείνει μια διαφορετική μετατόπιση. Αντί να αναζητήσει την αιτία μέσα στη συμπεριφορά, επιχειρεί να κατανοήσει τη θέση από την οποία αυτή καθίσταται αναγκαία. Η προσοχή μετακινείται από την πράξη στη λογική που τη συγκροτεί, από την περιγραφή στην επιθυμία, από την ετικέτα στην ιστορία του υποκειμένου.

Η μετατόπιση αυτή δεν αναιρεί την ευθύνη του υποκειμένου για τις πράξεις του ούτε δικαιολογεί συμπεριφορές που πληγώνουν τον άλλον. Επιτρέπει, όμως, να τεθεί ένα βαθύτερο ερώτημα: τι προσπαθεί να διαφυλάξει το υποκείμενο όταν αισθάνεται ότι πρέπει να ελέγξει την επιθυμία του Άλλου;

Ενδεχομένως εκεί να αρχίζει μια ουσιαστικότερη κατανόηση της χειριστικής συμπεριφοράς. Όχι ως μιας ιδιότητας του χαρακτήρα, αλλά ως μιας ψυχικής λύσης που, ενώ επιχειρεί να προστατεύσει το υποκείμενο από την αγωνία, καταλήγει τελικά να το κρατά εγκλωβισμένο μέσα σε αυτήν.

Σχετικά άρθρα

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Freud, S. (1920). Beyond the Pleasure Principle.
  • Lacan, J. (1966). Écrits.
  • Lacan, J. (1977). The Four Fundamental Concepts of Psychoanalysis.
Share your love