Το βλέμμα του Άλλου στην ψηφιακή εποχή

Η ανάγκη για επιβεβαίωση, η επιθυμία και η αναζήτηση αναγνώρισης στα κοινωνικά δίκτυα

Η ζωή ως δημόσια εικόνα

Η ανάγκη για επιβεβαίωση αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες εμπειρίες της ψηφιακής εποχής. Τα κοινωνικά δίκτυα πολλαπλασίασαν τις δυνατότητες έκθεσης και αναγνώρισης, μεταβάλλοντας βαθύτερα τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με το βλέμμα του Άλλου και με την εικόνα του εαυτού του.

Οι τεχνολογικές μεταβολές δεν αλλάζουν μόνο τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι άνθρωποι. Μετασχηματίζουν σταδιακά και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η εμπειρία του εαυτού. Κάθε νέα μορφή επικοινωνίας δημιουργεί διαφορετικούς τρόπους έκθεσης, αναγνώρισης και κοινωνικού δεσμού, επηρεάζοντας όχι μόνο τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων αλλά και τη σχέση του υποκειμένου με την ίδια του την εικόνα.

Η διάδοση των κοινωνικών δικτύων σηματοδότησε μια τέτοια μεταβολή. Η καθημερινότητα δεν βιώνεται πλέον αποκλειστικά ως προσωπική εμπειρία. Αποκτά ταυτόχρονα τη μορφή μιας αφήγησης που μπορεί να δημοσιευθεί, να σχολιαστεί, να αξιολογηθεί και να κυκλοφορήσει δημόσια. Σημαντικές στιγμές, προσωπικές σκέψεις, ταξίδια, επιτυχίες, ακόμη και οι πιο συνηθισμένες πτυχές της καθημερινότητας οργανώνονται συχνά γύρω από το ενδεχόμενο της δημοσιοποίησής τους.

Η μεταβολή αυτή δεν αφορά απλώς μια νέα συνήθεια. Δημιουργεί μια διαφορετική σχέση ανάμεσα στο υποκείμενο και την εικόνα του. Η εμπειρία αποκτά ταυτόχρονα δύο διαστάσεις: εκείνη που βιώνεται και εκείνη που προορίζεται να ιδωθεί. Η φωτογραφία, η ανάρτηση ή το σύντομο βίντεο δεν λειτουργούν μόνο ως καταγραφή ενός γεγονότος· αποτελούν και μια μορφή κατασκευής του τρόπου με τον οποίο το γεγονός θα παρουσιαστεί στους άλλους.

Δεν πρόκειται μόνο για επιλογή περιεχομένου. Επιλέγεται η γωνία της λήψης, η στιγμή, ο φωτισμός, οι λέξεις, η σειρά των εικόνων, ακόμη και όσα θα παραμείνουν εκτός κάδρου. Η ψηφιακή παρουσία δεν αποτελεί απλή αντανάκλαση της ζωής. Συνιστά μια ιδιαίτερη μορφή αναπαράστασής της.

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία το βλέμμα του άλλου παύει να αποτελεί ένα περιστασιακό γεγονός της κοινωνικής ζωής. Εγκαθίσταται ως σταθερή δυνατότητα. Το υποκείμενο μπορεί να αισθάνεται ότι βρίσκεται διαρκώς μπροστά σε ένα κοινό, ακόμη και όταν κανείς δεν το παρακολουθεί πραγματικά. Η πιθανότητα της θέασης αρκεί για να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εμπειρία.

Από την επικοινωνία στην έκθεση

Η δημόσια έκθεση δεν αποτελεί ασφαλώς αποκλειστικό γνώρισμα της ψηφιακής εποχής. Οι άνθρωποι πάντοτε αναζητούσαν τρόπους να παρουσιάσουν τον εαυτό τους, να αποκτήσουν κοινωνική αναγνώριση και να γίνουν αποδεκτοί από τους άλλους.

Η ιδιαιτερότητα των κοινωνικών δικτύων βρίσκεται αλλού.

Η έκθεση δεν περιορίζεται πλέον σε συγκεκριμένες περιστάσεις της κοινωνικής ζωής. Αποκτά μόνιμο χαρακτήρα. Η παρουσία του υποκειμένου μπορεί να παραμένει διαθέσιμη κάθε στιγμή, ανεξάρτητα από τον τόπο και τον χρόνο. Οι εικόνες, οι αναρτήσεις και οι προσωπικές αφηγήσεις δεν εξαφανίζονται μόλις ολοκληρωθεί μια συνάντηση. Παραμένουν, επανεμφανίζονται, αναπαράγονται και αξιολογούνται εκ νέου.

Η εμπειρία αυτή δημιουργεί μια νέα σχέση με την προσωπική εικόνα. Το υποκείμενο δεν παρακολουθεί μόνο πώς το βλέπουν οι άλλοι. Παρακολουθεί διαρκώς και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τον εαυτό του απέναντι σε αυτούς. Η εικόνα αποκτά μια σχετική αυτονομία. Κυκλοφορεί ανεξάρτητα από το σώμα, από την παρουσία και από τον άμεσο λόγο του ανθρώπου που τη δημιούργησε.

Η διαφορά αυτή δεν είναι αμελητέα. Η εικόνα παύει να αποτελεί απλώς έκφραση του υποκειμένου και αρχίζει να λειτουργεί ως σημείο μέσα από το οποίο το ίδιο το υποκείμενο επιχειρεί να κατανοήσει την αξία του.

Το βλέμμα του Άλλου

Η ανάγκη να γίνεται κανείς αντιληπτός από τους άλλους δεν αποτελεί δημιούργημα της ψηφιακής εποχής. Η ανθρώπινη ύπαρξη συγκροτείται εξαρχής μέσα στη σχέση με τον Άλλο. Το βρέφος εξαρτάται από το βλέμμα, τη φωνή και την παρουσία εκείνων που το φροντίζουν. Μέσα από αυτές τις πρώτες σχέσεις αρχίζει σταδιακά να συγκροτείται η εικόνα του εαυτού, η αίσθηση της συνέχειας και η εμπειρία ότι υπάρχει ως ξεχωριστό υποκείμενο.

Η αναζήτηση αναγνώρισης, επομένως, δεν αποτελεί ένδειξη ψυχικής αδυναμίας ούτε μπορεί να εξηγηθεί απλώς ως χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αποτελεί θεμελιώδη διάσταση της ανθρώπινης ζωής. Κανείς δεν συγκροτεί την ταυτότητά του ανεξάρτητα από το βλέμμα των άλλων.

Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται αυτή η σχέση.

Όταν η αναγνώριση αποκτά τη μορφή μιας διαρκούς απαίτησης, η σχέση με τον Άλλο μεταβάλλεται. Το υποκείμενο δεν επιθυμεί μόνο να επικοινωνήσει, αλλά και να διαπιστώσει ότι εξακολουθεί να κατέχει μια θέση μέσα στο βλέμμα του άλλου. Η δημοσίευση μιας εικόνας, η αναμονή μιας αντίδρασης ή η παρακολούθηση της απήχησης μιας ανάρτησης μπορούν να αποκτήσουν ψυχική σημασία δυσανάλογη προς το ίδιο το γεγονός.

Αυτό δεν συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι έχουν γίνει περισσότερο ναρκισσιστές. Μια τόσο γενική εξήγηση παραμένει ανεπαρκής. Εκείνο που μεταβάλλεται είναι η μορφή μέσα από την οποία το υποκείμενο απευθύνεται στον Άλλο ζητώντας αναγνώριση.

Δείτε επίσης: Η εποχή της ανεπάρκειας: η σύγκριση με τους άλλους και η ψυχική φθορά.

Ο ψηφιακός καθρέφτης

Η ψηφιακή εικόνα μοιάζει συχνά με έναν καθρέφτη που δεν επιστρέφει απλώς την αντανάκλαση του εαυτού. Επιστρέφει μια εικόνα ήδη διαμεσολαβημένη από το βλέμμα των άλλων.

Το υποκείμενο δεν βλέπει μόνο αυτό που δημοσίευσε. Βλέπει την αποδοχή, την αδιαφορία ή την απουσία αντίδρασης που συνοδεύει τη δημοσίευση. Οι αριθμοί, τα σχόλια και οι κοινοποιήσεις αποκτούν συμβολική σημασία πολύ μεγαλύτερη από τη λειτουργική τους αξία. Δεν λειτουργούν μόνο ως μετρήσεις αλληλεπίδρασης· μετατρέπονται σε σημεία μέσα από τα οποία επιχειρείται να απαντηθεί ένα βαθύτερο ερώτημα. Ποια θέση κατέχω στο βλέμμα του Άλλου;

Το ερώτημα αυτό δεν εμφανίστηκε με τα κοινωνικά δίκτυα. Η ψηφιακή εποχή όμως του προσφέρει έναν αδιάκοπο χώρο έκφρασης. Κάθε νέα ανάρτηση δημιουργεί μια ακόμη ευκαιρία να τεθεί ξανά το ίδιο ερώτημα, χωρίς ποτέ να μπορεί να δοθεί μια οριστική απάντηση.

Δείτε επίσης: Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη.

Η επιβεβαίωση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ

Η εμπειρία της ψηφιακής επιβεβαίωσης παρουσιάζει ένα χαρακτηριστικό παράδοξο. Ενώ φαίνεται να προσφέρει άμεση αναγνώριση, σπάνια οδηγεί σε μια αίσθηση σταθερότητας. Η θετική ανταπόκριση μπορεί να προκαλέσει στιγμιαία ικανοποίηση, χωρίς όμως να περιορίζει ουσιαστικά την ανάγκη για μια επόμενη επιβεβαίωση. Αντίθετα, συχνά δημιουργεί την προϋπόθεση για την επανάληψή της.

Η δυναμική αυτή δεν εξηγείται επαρκώς από την έννοια της συνήθειας ούτε από τους μηχανισμούς ανταμοιβής που έχουν περιγραφεί στη βιβλιογραφία γύρω από τις ψηφιακές πλατφόρμες. Αυτές οι προσεγγίσεις φωτίζουν σημαντικές πλευρές του φαινομένου, αλλά αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα γιατί η αναγνώριση δεν αποκτά ποτέ οριστικό χαρακτήρα.

Η δυσκολία αυτή συνδέεται με τη φύση της ίδιας της επιθυμίας.

Η αναγνώριση δεν λειτουργεί ως αντικείμενο που μπορεί να αποκτηθεί μία φορά και να διατηρηθεί. Υπάρχει μόνο όσο ανανεώνεται μέσα στη σχέση με τον Άλλο. Για τον λόγο αυτό η επιβεβαίωση δεν συσσωρεύεται. Δεν δημιουργεί ένα σταθερό απόθεμα βεβαιότητας πάνω στο οποίο μπορεί να στηριχθεί ο άνθρωπος. Κάθε νέα επιδοκιμασία τείνει να χάνει σταδιακά την ισχύ της, αφήνοντας να επανεμφανιστεί το ίδιο ερώτημα που φαινόταν προσωρινά να έχει σιγήσει.

Η αδυναμία αυτή δεν αποτελεί αποτυχία των κοινωνικών δικτύων. Αποτελεί όριο της ίδιας της αναγνώρισης όταν χρησιμοποιείται ως απάντηση σε ένα ερώτημα που δεν μπορεί να κλείσει οριστικά.

Το υστερικό ερώτημα στη σύγχρονη κουλτούρα

Η κλασική ψυχαναλυτική περιγραφή της υστερίας δεν αφορά απλώς ένα σύνολο συμπτωμάτων ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χαρακτηρισμός συμπεριφορών της καθημερινότητας. Αφορά έναν ιδιαίτερο τρόπο οργάνωσης της σχέσης με την επιθυμία και, κυρίως, έναν ιδιαίτερο τρόπο απεύθυνσης προς τον Άλλο.

Στον πυρήνα αυτής της σχέσης βρίσκεται ένα επίμονο ερώτημα: «Τι είμαι για τον Άλλο;»

Το ερώτημα αυτό δεν ανήκει αποκλειστικά στην υστερική δομή. Αποτελεί μια θεμελιώδη διάσταση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Κάθε άνθρωπος επιχειρεί, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, να κατανοήσει τη θέση που κατέχει μέσα στην επιθυμία των σημαντικών άλλων.

Η ιδιαιτερότητα της ψηφιακής εποχής βρίσκεται στο γεγονός ότι αυτή η ερώτηση αποκτά έναν πρωτοφανή χώρο συνεχούς επανάληψης.

Η δημοσίευση μιας εικόνας, ενός σχολίου ή μιας προσωπικής εμπειρίας δεν αποσκοπεί μόνο στην επικοινωνία ενός περιεχομένου. Συχνά λειτουργεί και ως ερώτηση που απευθύνεται προς έναν απρόσωπο Άλλο: «Με βλέπετε;» «Με αναγνωρίζετε;» «Έχω ακόμη θέση μέσα στο βλέμμα σας;»

Τα ερωτήματα αυτά δεν διατυπώνονται συνειδητά. Εγγράφονται όμως στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ίδια η πράξη της δημοσίευσης.

Ο ψηφιακός Άλλος

Η σχέση αυτή παρουσιάζει μια σημαντική διαφοροποίηση σε σύγκριση με τις παραδοσιακές μορφές κοινωνικού δεσμού.

Ο Άλλος της καθημερινής ζωής διαθέτει πρόσωπο, ιστορία και συγκεκριμένη θέση μέσα στη σχέση. Η αναγνώριση που προέρχεται από έναν φίλο, έναν σύντροφο, έναν γονέα ή έναν θεραπευτή εντάσσεται σε μια ιστορία κοινών εμπειριών και αποκτά νόημα μέσα στη μοναδικότητα του δεσμού. Αντίθετα, ο ψηφιακός Άλλος παραμένει σε μεγάλο βαθμό απρόσωπος. Δεν έχει ενιαία μορφή.

Αποτελείται από ένα αόριστο πλήθος πιθανών θεατών, ακολούθων, σχολιαστών και αλγοριθμικών μηχανισμών που καθορίζουν ποιος θα δει, ποιος θα αγνοήσει και ποιος θα αναπαράγει μια εικόνα.

Η ιδιαιτερότητα αυτού του Άλλου δεν βρίσκεται μόνο στην απουσία προσώπου. Βρίσκεται και στο γεγονός ότι δεν μπορεί ποτέ να δώσει μια οριστική απάντηση.

Ακόμη και η μεγαλύτερη ψηφιακή αναγνώριση αφήνει ανοιχτό το ίδιο ερώτημα. Η επιβεβαίωση χρειάζεται να ανανεωθεί, γιατί ο Άλλος που την παρέχει δεν σταθεροποιείται ποτέ. Παραμένει διαρκώς μεταβαλλόμενος, αβέβαιος και απρόβλεπτος.

Δείτε επίσης: Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης.

Όταν η εικόνα αρχίζει να μιλά στη θέση του υποκειμένου

Η σταδιακή μετατόπιση προς την εικόνα επιφέρει και μια ακόμη μεταβολή. Η ψηφιακή παρουσία αποκτά σχετική αυτονομία απέναντι στον άνθρωπο που τη δημιούργησε. Η εικόνα αρχίζει να κυκλοφορεί, να αξιολογείται και να παράγει εντυπώσεις ανεξάρτητα από την άμεση εμπειρία του υποκειμένου.

Η διαδικασία αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια παράδοξη εμπειρία αποξένωσης. Το άτομο αφιερώνει ολοένα και περισσότερο χρόνο στη διαχείριση της εικόνας του, ενώ ταυτόχρονα δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του έξω από αυτήν. Δεν πρόκειται μόνο για προσπάθεια εντυπωσιασμού.

Πρόκειται για τη σταδιακή μετατόπιση της αναγνώρισης από την εμπειρία προς την αναπαράσταση της εμπειρίας. Η εικόνα δεν λειτουργεί πλέον ως ίχνος μιας ζωής. Η ζωή αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την εικόνα που μπορεί να παραχθεί.

Η θεραπευτική συνάντηση ως διαφορετική μορφή αναγνώρισης

Η ψυχοθεραπευτική συνάντηση εισάγει μια διαφορετική λογική απέναντι στην αναζήτηση της επιβεβαίωσης. Το ενδιαφέρον δεν στρέφεται προς την ενίσχυση μιας εικόνας του εαυτού ούτε προς την παραγωγή περισσότερης αυτοπεποίθησης με την καθημερινή σημασία του όρου. Η θεραπευτική εργασία δημιουργεί έναν χώρο όπου η αναγνώριση αποσυνδέεται σταδιακά από την ανάγκη συνεχούς αξιολόγησης.

Το ερώτημα μετατοπίζεται. Δεν αφορά πλέον το πώς θα εξασφαλιστεί μεγαλύτερη επιδοκιμασία από τον Άλλο.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο οργανώνει τη σχέση του με την επιθυμία του και με την ανάγκη του να αναγνωρίζεται.

Η μετατόπιση αυτή δεν καταργεί την επιθυμία για αναγνώριση. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Επιτρέπει όμως να διαφοροποιηθεί η θέση που καταλαμβάνει μέσα στην ψυχική οικονομία του ανθρώπου.

Κλείνοντας

Η ψηφιακή εποχή δεν δημιούργησε την ανάγκη για αναγνώριση. Δημιούργησε όμως ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή η ανάγκη μπορεί να εκφράζεται αδιάκοπα, να μετριέται συνεχώς και να ανανεώνεται χωρίς τέλος.

Το βλέμμα του Άλλου δεν έπαψε να αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις άξονες συγκρότησης της υποκειμενικότητας. Μετασχηματίστηκε όμως σε ένα βλέμμα διάχυτο, απρόσωπο και διαρκώς διαθέσιμο, το οποίο δεν σταματά ποτέ να καλεί το υποκείμενο να παρουσιάσει μια ακόμη εικόνα του εαυτού του.

Η ιδιαιτερότητα αυτής της συνθήκης δεν βρίσκεται στην τεχνολογία καθαυτή. Βρίσκεται στη συνάντηση μιας διαχρονικής ανθρώπινης ανάγκης με έναν πολιτισμό που προσφέρει αμέτρητες δυνατότητες έκθεσης, χωρίς να μπορεί να προσφέρει την οριστική αναγνώριση που το υποκείμενο αναζητά.

Κάθε νέα εικόνα μπορεί να συγκεντρώσει περισσότερα βλέμματα. Καμία όμως δεν μπορεί να απαντήσει οριστικά στο ερώτημα της θέσης που κατέχει ο άνθρωπος μέσα στην επιθυμία του Άλλου. Εκεί ακριβώς παραμένει ενεργό το ασυνείδητο: όχι ως αντίπαλος της τεχνολογίας, αλλά ως υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη επιθυμία δεν ολοκληρώνεται μέσα στην εικόνα που την αναπαριστά ούτε μέσα στην επιβεβαίωση που αυτή κατορθώνει να συγκεντρώσει.

Σχετικά άρθρα

Share your love