
Όταν τίποτα δεν φαίνεται να έχει νόημα
Η απώλεια της επιθυμίας, η ψυχική επένδυση και η εμπειρία του κενού
Η απώλεια της επιθυμίας αποτελεί μια από τις βαθύτερες μορφές ψυχικής οδύνης. Όταν τίποτα δεν φαίνεται να έχει νόημα, η δυσκολία δεν αφορά μόνο την έλλειψη κινήτρου, αλλά μια βαθύτερη μεταβολή στη σχέση του υποκειμένου με τον κόσμο.
Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή κατά τις οποίες ο κόσμος μοιάζει να χάνει σταδιακά τη ζωτικότητά του. Οι δραστηριότητες που άλλοτε προκαλούσαν ενδιαφέρον αφήνουν αδιαφορία, οι σχέσεις μοιάζουν απομακρυσμένες, οι στόχοι χάνουν το βάρος τους και ακόμη και όσα κάποτε συγκινούσαν το υποκείμενο εμφανίζονται τώρα επίπεδα, σχεδόν άδεια από νόημα. Η καθημερινότητα συνεχίζεται, όμως κάτι θεμελιώδες φαίνεται να έχει αποσυρθεί από αυτήν. Δεν πρόκειται πάντοτε για έντονη θλίψη ούτε για δραματική ψυχική κατάρρευση. Συχνά η εμπειρία αυτή περιγράφεται με μια απλή φράση: «τίποτα δεν μου λέει κάτι πια».
Το βίωμα αυτό συναντάται σε διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις. Εμφανίζεται στην κατάθλιψη, στη μελαγχολία, μετά από σημαντικές απώλειες, σε περιόδους εξουθένωσης ή βαθιάς ματαίωσης, αλλά και σε ανθρώπους που εξωτερικά εξακολουθούν να λειτουργούν αποτελεσματικά. Εργάζονται, ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους, διατηρούν τις κοινωνικές τους σχέσεις, ενώ ταυτόχρονα βιώνουν ότι η ζωή έχει χάσει την εσωτερική της πυκνότητα. Το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τη διάθεση· αφορά τη σχέση με τον ίδιο τον κόσμο.
Η εμπειρία αυτή δύσκολα αποδίδεται μόνο με όρους κινήτρου ή θετικής σκέψης. Όταν κάποιος αισθάνεται ότι τίποτα δεν έχει νόημα, δεν σημαίνει απλώς ότι χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια ή καλύτερη οργάνωση της καθημερινότητάς του. Το ερώτημα είναι βαθύτερο. Τι συμβαίνει όταν ο κόσμος παύει να αποτελεί τόπο επένδυσης της επιθυμίας; Τι αποσύρεται από τη σχέση του ανθρώπου με τα πρόσωπα, τα αντικείμενα και τις προοπτικές της ζωής, ώστε όλα να φαίνονται ισοδύναμα και αδιάφορα;
Το ερώτημα αυτό οδηγεί στην έννοια της ψυχικής επένδυσης.
Η ψυχική επένδυση του κόσμου
Η ανθρώπινη ζωή δεν οργανώνεται μόνο από τα γεγονότα που συμβαίνουν, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αυτά αποκτούν ψυχική σημασία. Δύο άνθρωποι μπορούν να ζουν κάτω από παρόμοιες συνθήκες και να βιώνουν έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, όχι επειδή αλλάζει η πραγματικότητα, αλλά επειδή αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο συνδέονται μαζί της.
Από τις πρώτες ψυχαναλυτικές διατυπώσεις, η ανθρώπινη επιθυμία δεν αντιμετωπίστηκε ως μια απλή συνειδητή θέληση. Ο Freud περιέγραψε τη libido ως την ψυχική ενέργεια που επενδύει ανθρώπους, σχέσεις, ιδέες και αντικείμενα. Δεν πρόκειται μόνο για τη σεξουαλική επιθυμία με τη στενή έννοια, αλλά για εκείνη τη δύναμη που καθιστά κάτι σημαντικό για το υποκείμενο. Χάρη σε αυτήν, ένας άνθρωπος, ένα έργο, μια δημιουργία ή ακόμη και ένα καθημερινό αντικείμενο αποκτούν ιδιαίτερη αξία και ξεχωρίζουν από το πλήθος των υπόλοιπων εμπειριών.
Η ψυχική επένδυση δεν αποτελεί σταθερό μέγεθος. Μετακινείται, μετασχηματίζεται, αποσύρεται και επανεπενδύεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Οι αποχωρισμοί, οι απώλειες, οι αλλαγές, αλλά και οι νέες σχέσεις αναδιοργανώνουν διαρκώς αυτό το δίκτυο επενδύσεων μέσα από το οποίο ο κόσμος αποκτά χρώμα και νόημα.
Όταν όμως η δυνατότητα επένδυσης περιορίζεται, η εμπειρία του κόσμου μεταβάλλεται ριζικά. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται απαραίτητα στα αντικείμενα, στους ανθρώπους ή στις συνθήκες της ζωής. Εκείνο που αλλάζει είναι η σχέση του υποκειμένου με όλα αυτά. Τα πρόσωπα εξακολουθούν να υπάρχουν, οι δραστηριότητες παραμένουν οι ίδιες, όμως η δυνατότητα να κινητοποιούν την επιθυμία μοιάζει να έχει εξασθενήσει.
Η εμπειρία αυτή δεν είναι απλή αδιαφορία. Πρόκειται για μια μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο κατοικεί τον κόσμο. Είναι σαν να έχει αποσυρθεί εκείνη η ψυχική δύναμη που επέτρεπε στα πράγματα να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Η επιθυμία δεν ταυτίζεται με τη θέληση
Στην καθημερινή γλώσσα χρησιμοποιούμε συχνά τις λέξεις «θέλω», «επιθυμώ» και «έχω κίνητρο» σχεδόν ως συνώνυμες. Ωστόσο, οι εμπειρίες στις οποίες παραπέμπουν διαφέρουν σημαντικά.
Η θέληση συνδέεται με τη συνειδητή απόφαση. Μπορώ να αποφασίσω να εργαστώ περισσότερο, να ακολουθήσω ένα πρόγραμμα ή να αλλάξω μια συνήθεια. Η επιθυμία, αντίθετα, δεν υπακούει τόσο εύκολα στις αποφάσεις του Εγώ. Δεν εμφανίζεται επειδή τη διατάσσουμε ούτε εξαφανίζεται επειδή το αποφασίσαμε. Συχνά μάλιστα γίνεται αισθητή ακριβώς εκεί όπου οι συνειδητές μας προθέσεις συναντούν ένα απρόσμενο όριο.
Για τον λόγο αυτό, η απώλεια της επιθυμίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως απλή έλλειψη κινήτρων. Το άτομο μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά τι θα έπρεπε να κάνει και ταυτόχρονα να αδυνατεί να επενδύσει ψυχικά σε αυτή την κατεύθυνση. Η απόσταση ανάμεσα στη γνώση και στην επιθυμία γίνεται τότε ιδιαίτερα οδυνηρή. Η λογική υποδεικνύει την επόμενη κίνηση, όμως τίποτα μέσα στο υποκείμενο δεν φαίνεται να την ακολουθεί.
Η δυσκολία αυτή εξηγεί και το περιορισμένο αποτέλεσμα που έχουν πολλές συμβουλές καλής πρόθεσης. Η προτροπή να «βγει κανείς έξω», να «απασχοληθεί», να «βρει ενδιαφέροντα» ή να «σκεφτεί πιο θετικά» απευθύνεται κυρίως στη βούληση. Εκείνος όμως που βιώνει την απώλεια της επιθυμίας δεν υποφέρει επειδή αγνοεί τι θα μπορούσε να κάνει. Υποφέρει επειδή έχει διαρραγεί η σχέση ανάμεσα στον εαυτό του και σε εκείνο που θα μπορούσε να αποκτήσει ψυχική αξία.
Η επιθυμία δεν αποτελεί αντικείμενο άμεσου ελέγχου. Συγκροτείται μέσα από την ιστορία του υποκειμένου, τις σχέσεις του, τις απώλειες που έχει υποστεί, τις ταυτίσεις που έχει οικοδομήσει και τις ασυνείδητες διαδρομές που εξακολουθούν να οργανώνουν τη ζωή του ακόμη και όταν δεν γίνονται αντιληπτές.
Όταν ο κόσμος χάνει τη σημασία του
Αυτό που περιγράφεται συχνά ως «έλλειψη νοήματος» δεν αφορά πάντοτε μια φιλοσοφική αναζήτηση. Πολλές φορές πρόκειται για μια εμπειρία βαθιά σωματική και ψυχική. Ο άνθρωπος εξακολουθεί να βλέπει τον ίδιο κόσμο, αλλά δεν κατοικεί πλέον μέσα του με τον ίδιο τρόπο. Οι σχέσεις μοιάζουν απομακρυσμένες, τα σχέδια αναβάλλονται επ’ αόριστον και το μέλλον παύει να λειτουργεί ως χώρος προσδοκίας.
Η μεταβολή αυτή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η επιθυμία έχει χαθεί οριστικά. Συχνότερα σημαίνει ότι η πρόσβαση σε αυτήν έχει καταστεί προσωρινά αδύνατη. Κάτι έχει διακοπεί ανάμεσα στο υποκείμενο και στην ικανότητά του να επενδύει τον κόσμο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι η δυνατότητα αυτή έχει εξαφανιστεί.
Εκεί ακριβώς αρχίζει να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η διάκριση ανάμεσα στο πένθος, τη μελαγχολία και τις διαφορετικές μορφές ψυχικής απόσυρσης. Η απώλεια της επιθυμίας δεν εκδηλώνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο ούτε προκύπτει από τις ίδιες ψυχικές διεργασίες.
→ Δείτε επίσης: Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη.
→ Δείτε επίσης: Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης.
Πένθος, μελαγχολία και η σιωπή της επιθυμίας
Η απώλεια της επιθυμίας δεν εκδηλώνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Άλλοτε εμφανίζεται μετά από έναν θάνατο, έναν αποχωρισμό ή μια σημαντική ματαίωση. Άλλοτε εγκαθίσταται αθόρυβα, χωρίς να μπορεί το ίδιο το υποκείμενο να προσδιορίσει τι ακριβώς έχει χαθεί. Η διάκριση ανάμεσα στο πένθος και τη μελαγχολία παραμένει εδώ ιδιαίτερα σημαντική.
Στο πένθος, το αντικείμενο της απώλειας μπορεί να αναγνωριστεί. Ο άνθρωπος γνωρίζει ποιον ή τι έχασε και η ψυχική εργασία αφορά τη σταδιακή αναδιοργάνωση της ζωής μετά από αυτή την απώλεια. Η διαδικασία είναι επώδυνη, όμως διατηρείται η δυνατότητα η επιθυμία να στραφεί ξανά προς τον κόσμο.
Στη μελαγχολία, αντίθετα, η απώλεια αποκτά διαφορετική μορφή. Δεν αφορά μόνο αυτό που χάθηκε, αλλά αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο κατοικεί τον εαυτό του. Η ζωή δεν γίνεται απλώς φτωχότερη. Το ίδιο το υποκείμενο βιώνει ότι έχει απολέσει κάτι από τη δυνατότητά του να επιθυμεί.
Η διαφορά αυτή δεν αφορά μόνο δύο διαφορετικές κλινικές εικόνες. Αποκαλύπτει δύο διαφορετικές σχέσεις με την απώλεια και, τελικά, με την ίδια την επιθυμία.
Η επιθυμία δεν είναι αντικείμενο που χάνεται
Στην καθημερινή γλώσσα συνηθίζουμε να μιλάμε για την επιθυμία σαν να πρόκειται για μια εσωτερική δύναμη που αυξάνεται ή μειώνεται. Η ψυχαναλυτική σκέψη μετατοπίζει αυτή την εικόνα.
Η επιθυμία δεν είναι ένα αντικείμενο που διαθέτουμε και κάποια στιγμή εξαντλείται. Δεν βρίσκεται μέσα μας ως απόθεμα ενέργειας που μπορεί να αδειάσει. Η επιθυμία συγκροτείται μέσα στη σχέση με την έλλειψη, με τον λόγο και με τον Άλλο. Για τον λόγο αυτό δεν εμφανίζεται ποτέ ως πλήρης κατοχή ούτε εξαφανίζεται ολοκληρωτικά. Εκείνο που μεταβάλλεται είναι η δυνατότητα του υποκειμένου να συναντήσει την επιθυμία του.
Σε ορισμένες περιόδους της ζωής αυτή η δυνατότητα περιορίζεται τόσο πολύ, ώστε ο κόσμος μοιάζει να χάνει κάθε ιδιαίτερη σημασία. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να υπάρχουν, οι σχέσεις συνεχίζονται, οι υποχρεώσεις εκτελούνται, όμως τίποτε δεν φαίνεται να κινητοποιεί πραγματικά το υποκείμενο.
Η εμπειρία αυτή δεν σημαίνει ότι η επιθυμία έπαψε να υπάρχει. Σημαίνει ότι η πρόσβαση σε αυτήν έχει διακοπεί.
Όταν η απόλαυση αντικαθιστά την επιθυμία
Η σύγχρονη κουλτούρα προτείνει συχνά μια απλή λύση απέναντι σε αυτή τη δυσφορία: περισσότερη κατανάλωση, περισσότερες εμπειρίες, περισσότερη δραστηριότητα, περισσότερη παραγωγικότητα. Όμως η συσσώρευση εμπειριών δεν ταυτίζεται με την επιστροφή της επιθυμίας. Αντίθετα, πολλές φορές λειτουργεί ως προσπάθεια κάλυψης της απουσίας της.
Το υποκείμενο αναζητά ολοένα και περισσότερα ερεθίσματα, χωρίς αυτά να αποκτούν πραγματική ψυχική σημασία. Η κατανάλωση εμπειριών αντικαθιστά σταδιακά την επένδυση σε αυτές.
Από αυτή την άποψη, η απώλεια της επιθυμίας δεν εκδηλώνεται πάντοτε ως ακινησία. Μπορεί να εμφανιστεί και μέσα σε μια αδιάκοπη δραστηριότητα. Το άτομο ταξιδεύει, εργάζεται, κοινωνικοποιείται, παράγει, καταναλώνει, χωρίς όμως να κατορθώνει να βιώσει ότι κάτι από όλα αυτά το αφορά ουσιαστικά. Δεν λείπουν τα γεγονότα. Λείπει η δυνατότητα να αποκτήσουν θέση μέσα στην υποκειμενική ιστορία του.
Η θεραπευτική συνάντηση και η επανεμφάνιση της επιθυμίας
Η θεραπευτική εργασία δεν επιδιώκει να πείσει τον άνθρωπο ότι η ζωή έχει νόημα. Ούτε προσπαθεί να δημιουργήσει τεχνητά αισιοδοξία ή να αντικαταστήσει την απώλεια με ένα νέο ιδανικό. Το ενδιαφέρον στρέφεται αλλού. Πώς οργανώθηκε αυτή η απόσυρση; Ποιες απώλειες δεν βρήκαν ακόμη λόγο; Ποιες επιθυμίες παρέμειναν σιωπηλές επειδή δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν; Ποιες μορφές ζωής υπηρετήθηκαν αποκλειστικά για να ικανοποιηθεί η επιθυμία των άλλων;
Το ζητούμενο δεν είναι να προστεθούν νέα κίνητρα, αλλά να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου το υποκείμενο μπορεί να ακούσει ξανά εκείνο που είχε πάψει να ακούγεται μέσα στον ίδιο του τον λόγο. Η επιθυμία δεν επιστρέφει ως αποτέλεσμα μιας τεχνικής. Αναδύεται όταν μετασχηματίζεται η θέση του υποκειμένου απέναντι στην έλλειψη που το συγκροτεί.
→ Δείτε επίσης: Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης.
Κλείνοντας
Το βίωμα ότι τίποτα δεν έχει νόημα δεν αποκαλύπτει μόνο μια απώλεια ενδιαφέροντος για τον κόσμο. Αποκαλύπτει μια ρωγμή στη σχέση του υποκειμένου με την ίδια του την επιθυμία.
Η επιθυμία δεν αποτελεί μια σταθερή ψυχική ιδιότητα ούτε μια εσωτερική δύναμη που ενεργοποιείται κατά βούληση. Συγκροτείται μέσα από την έλλειψη, τις σχέσεις, την ιστορία και τον λόγο του υποκειμένου. Για τον λόγο αυτό δεν αποκαθίσταται με περισσότερη προσπάθεια ούτε με την προσθήκη νέων εμπειριών.
Η θεραπευτική εργασία δεν επιδιώκει να εξαλείψει την έλλειψη ούτε να υποσχεθεί μια ζωή χωρίς ματαιώσεις. Δημιουργεί τις συνθήκες ώστε το υποκείμενο να πάψει να οργανώνει την ύπαρξή του αποκλειστικά γύρω από αυτό που έχασε και να μπορέσει να επενδύσει ξανά κάτι στον κόσμο.
Η επιθυμία δεν εμφανίζεται ως βεβαιότητα ούτε ως πλήρης απάντηση. Εμφανίζεται κάθε φορά που ο άνθρωπος μπορεί να συναντήσει μια σχέση, μια δημιουργία, μια λέξη ή μια πράξη που τον αφορά πραγματικά. Όχι επειδή υπόσχεται πληρότητα, αλλά επειδή του επιτρέπει να κατοικήσει ξανά τον κόσμο χωρίς να απαιτεί από αυτόν να θεραπεύσει οριστικά την έλλειψη που αποτελεί την ίδια τη συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης.
Σχετικά άρθρα:
- Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη
- Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης
- Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη
- Το βλέμμα του Άλλου στην ψηφιακή εποχή: η ανάγκη για επιβεβαίωση και η αναζήτηση αναγνώρισης
- Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος
- Επανάληψη στις σχέσεις: όταν η αγάπη συναντά το ασυνείδητο