Το τοξικό υποκείμενο: η τοξικότητα ως βίωμα στη σχέση με τον Άλλο

Το τοξικό υποκείμενο αποτελεί έναν χαρακτηρισμό που χρησιμοποιείται ολοένα και συχνότερα για να περιγράψει πρόσωπα και σχέσεις. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη λέξη δεν βρίσκεται μόνο μια περιγραφή της συμπεριφοράς του άλλου, αλλά ένας ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να δώσει μορφή σε μια δύσκολη ψυχική εμπειρία.

Λίγες λέξεις έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια τόσο κεντρική θέση στον δημόσιο λόγο όσο η λέξη «τοξικότητα». Χρησιμοποιείται για να περιγράψει σχέσεις, οικογένειες, εργασιακά περιβάλλοντα, φιλίες, ακόμη και ολόκληρους κοινωνικούς χώρους. Παράλληλα, η λέξη «τοξικός» αποδίδεται εύκολα σε πρόσωπα, σαν να πρόκειται για ένα σταθερό χαρακτηριστικό που αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει όσα συμβαίνουν μέσα σε μια σχέση.

Η ευρεία χρήση της δεν είναι τυχαία. Κάθε εποχή δημιουργεί τις δικές της λέξεις για να περιγράψει μορφές ψυχικής οδύνης που προηγουμένως δεν μπορούσαν να εκφραστούν με την ίδια ευκολία. Οι λέξεις αυτές δεν αποτελούν απλώς περιγραφές· συγκεντρώνουν γύρω τους ένα πλήθος εμπειριών και αποκτούν τη δύναμη να ονοματίζουν κάτι που μέχρι τότε παρέμενε δύσκολο να ειπωθεί.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με την τοξικότητα. Η λέξη φαίνεται να προσφέρει στο υποκείμενο έναν τρόπο να μιλήσει για μια σχέση μέσα στην οποία αισθάνεται ότι χάνει σταδιακά την ελευθερία του, την εμπιστοσύνη στον εαυτό του ή τη δυνατότητα να επιθυμεί χωρίς διαρκή αμφιβολία. Δεν πρόκειται απλώς για μια δύσκολη συνύπαρξη ούτε για μια περιστασιακή σύγκρουση. Η εμπειρία βιώνεται ως κάτι που επηρεάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη σχέση του με τον κόσμο.

Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι η τοξικότητα αποτελεί ψυχαναλυτική έννοια. Δεν πρόκειται για διάγνωση ούτε για ιδιαίτερη μορφή ψυχικής οργάνωσης. Πρόκειται για μια σύγχρονη λέξη της καθημερινής γλώσσας, η οποία επιχειρεί να αποδώσει ένα βίωμα. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το ενδιαφέρον της. Όχι επειδή εξηγεί όσα συμβαίνουν, αλλά επειδή δείχνει ότι υπάρχει κάτι που ζητά να ειπωθεί.

Κάτι ανάλογο συναντά κανείς και στη χρήση της έκφρασης «χειριστική συμπεριφορά». Η περιγραφή μιας συμπεριφοράς έχει αναμφίβολα τη σημασία της, δεν αρκεί όμως για να κατανοήσει κανείς γιατί αυτή η συμπεριφορά γίνεται αναγκαία για το συγκεκριμένο υποκείμενο. Το ίδιο ισχύει και εδώ. Η λέξη «τοξικότητα» μπορεί να περιγράψει εύστοχα μια εμπειρία, χωρίς όμως να εξηγεί τη λογική που την οργανώνει (δείτε επίσης το άρθρο «Χειριστική συμπεριφορά: όταν ο έλεγχος γίνεται απάντηση στην αγωνία»).

Η καθημερινή γλώσσα έχει την τάση να μετατρέπει αυτές τις λέξεις σε τελικές εξηγήσεις. Μόλις μια σχέση χαρακτηριστεί ως τοξική, δημιουργείται συχνά η εντύπωση ότι το ουσιώδες έχει ήδη ειπωθεί. Στην πραγματικότητα, όμως, η λέξη ανοίγει περισσότερα ερωτήματα από όσα κλείνει.

Τι ακριβώς βιώνει το υποκείμενο όταν χρησιμοποιεί αυτόν τον χαρακτηρισμό;

Ποια εμπειρία προσπαθεί να περιγράψει;

Τι είναι εκείνο που μεταβάλλεται μέσα στη σχέση ώστε να καθίσταται αναγκαία αυτή η λέξη και όχι κάποια άλλη;

Η απάντηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στη συμπεριφορά του άλλου. Αν συνέβαινε αυτό, τότε όλες οι σχέσεις με παρόμοια γεγονότα θα παράγουν το ίδιο βίωμα. Ωστόσο, η κλινική εμπειρία δείχνει ότι δύο υποκείμενα μπορούν να έρθουν αντιμέτωπα με αντίστοιχες συμπεριφορές και να τις νοηματοδοτήσουν εντελώς διαφορετικά. Το γεγονός δεν δρα ποτέ ανεξάρτητα από την ιστορία εκείνου που το βιώνει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η συμπεριφορά του άλλου είναι αδιάφορη ούτε ότι η βία, η απαξίωση ή ο εξευτελισμός αποτελούν υποκειμενικές κατασκευές. Σημαίνει, όμως, ότι η εμπειρία μιας σχέσης δεν εξαντλείται στα γεγονότα. Μεσολαβείται πάντοτε από την ιστορία, τις επιθυμίες, τις απώλειες και τον τρόπο με τον οποίο κάθε υποκείμενο συγκροτεί τη σχέση του με τον Άλλο.

Γι’ αυτό η διερεύνηση δεν σταματά στην περιγραφή της σχέσης. Στρέφεται προς το βίωμα που αυτή παράγει.

Πολύ συχνά, όταν ένα υποκείμενο περιγράφει μια σχέση ως τοξική, δεν μιλά μόνο για τον άλλον. Μιλά για μια σταδιακή μεταβολή του ίδιου του εαυτού του. Αναφέρεται στη δυσκολία να εμπιστευθεί τη σκέψη του, να στηριχθεί στην κρίση του, να αναγνωρίσει τις επιθυμίες του ή να αισθανθεί ότι μπορεί να κινηθεί με σχετική ελευθερία. Εκείνο που περιγράφεται δεν είναι απλώς μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πρόσωπα, αλλά μια εμπειρία κατά την οποία η σχέση αρχίζει να καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της ψυχικής ζωής.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι, όταν αναφέρονται εκ των υστέρων σε μια τέτοια σχέση, δεν περιγράφουν πρωτίστως όσα συνέβησαν ανάμεσά τους. Περιγράφουν την αίσθηση ότι έπαψαν να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Σαν η σχέση να είχε μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν, αποφάσιζαν ή επιθυμούσαν.

Η εμπειρία αυτή συνδέεται συχνά με την αγωνία της απώλειας της αναγνώρισης από τον Άλλο. Όταν η αξία του εαυτού εξαρτάται υπερβολικά από τη θέση που κατέχει στην επιθυμία του άλλου, κάθε μεταβολή στη σχέση μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη ψυχική σημασία. Το ζήτημα αυτό αναπτύσσεται εκτενέστερα στα άρθρα «Η αγωνία της απόρριψης: όταν το βλέμμα του άλλου γίνεται απειλή».

Παράλληλα, η ίδια η λέξη «τοξικότητα» φαίνεται να συγκεντρώνει κάτω από μία κοινή ονομασία εμπειρίες που διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους. Άλλοτε χρησιμοποιείται για να περιγράψει σχέσεις έντονου ελέγχου, άλλοτε σχέσεις εξάρτησης, άλλοτε επαναλαμβανόμενες ματαιώσεις, άλλοτε μορφές ψυχολογικής ή σωματικής βίας. Η ίδια λέξη επιχειρεί να στεγάσει διαφορετικές εμπειρίες, οι οποίες συχνά έχουν διαφορετική ψυχική λογική.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η λέξη διαθέτει ταυτόχρονα δύναμη και όριο. Έχει τη δύναμη να κατονομάζει μια εμπειρία που μέχρι πρόσφατα έμενε συχνά χωρίς όνομα. Έχει όμως και το όριο ότι τείνει να εξισώνει διαφορετικές ιστορίες κάτω από έναν κοινό χαρακτηρισμό.

Η αναλυτική διερεύνηση δεν ξεκινά απορρίπτοντας αυτή τη λέξη. Ξεκινά παίρνοντάς την στα σοβαρά. Αντί να αναρωτηθεί αν μια σχέση είναι ή δεν είναι τοξική, επιχειρεί να κατανοήσει τι ακριβώς προσπαθεί να εκφράσει το υποκείμενο όταν επιλέγει αυτή τη συγκεκριμένη λέξη για να αφηγηθεί την εμπειρία του.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται το ουσιαστικότερο ερώτημα: τι είναι εκείνο που μεταβάλλεται μέσα στη σχέση ώστε το υποκείμενο να αισθάνεται ότι δεν μπορεί πλέον να κατοικήσει τον ίδιο του τον εαυτό με τον τρόπο που το έκανε προηγουμένως;

Η θέση του υποκειμένου στη σχέση

Η διατύπωση αυτού του ερωτήματος μετατοπίζει αναπόφευκτα το ενδιαφέρον. Η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στο αν ο άλλος υπήρξε πράγματι «τοξικός», αλλά στρέφεται στον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη σχέση απέκτησε αυτή τη θέση στην ψυχική πραγματικότητα του υποκειμένου.

Η μετατόπιση αυτή δεν αποσκοπεί στη σχετικοποίηση της εμπειρίας ούτε στη μεταφορά της ευθύνης σε εκείνον που υπέφερε. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι κάθε σχέση εγγράφεται μέσα σε μια μοναδική ιστορία και ότι η επίδρασή της δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα γεγονότα που συνέβησαν, αλλά και από τη θέση που αυτά καταλαμβάνουν στον ψυχικό κόσμο του καθενός.

Για τον λόγο αυτό, η ίδια συμπεριφορά δεν παράγει πάντοτε το ίδιο βίωμα. Εκείνο που διαφοροποιείται δεν είναι μόνο η ένταση των γεγονότων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτά συναντούν τις προηγούμενες εμπειρίες, τις μορφές δεσμού, τις απώλειες και τις επιθυμίες του υποκειμένου.

Η σχέση δεν βιώνεται ποτέ ως ένα εξωτερικό γεγονός. Γίνεται τόπος όπου ενεργοποιούνται παλαιότεροι τρόποι σύνδεσης, προσδοκίες και φόβοι, χωρίς το υποκείμενο να έχει πάντοτε επίγνωση αυτής της διαδικασίας.

Όταν η σχέση καταλαμβάνει τον ψυχικό χώρο

Ένα από τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται συχνότερα από ανθρώπους οι οποίοι μιλούν για μια «τοξική σχέση» δεν αφορά μόνο όσα συνέβησαν όσο αυτή υπήρχε. Αφορά το γεγονός ότι η σχέση εξακολουθεί να καταλαμβάνει σημαντικό μέρος της ψυχικής ζωής ακόμη και μετά τη λήξη της.

Ο άλλος συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς. Οι διάλογοι επαναλαμβάνονται νοερά, οι ίδιες σκέψεις επιστρέφουν, οι ίδιες αμφιβολίες ανακυκλώνονται. Η σχέση παύει να είναι μόνο μια ανάμνηση και μετατρέπεται σε έναν εσωτερικό τρόπο οργάνωσης της σκέψης.

Το στοιχείο αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ένταση της εμπειρίας. Συνδέεται και με τον τρόπο που ο συγκεκριμένος δεσμός επενδύθηκε ψυχικά. Όσο μεγαλύτερη θέση καταλαμβάνει ο Άλλος στη συγκρότηση της αυτοεικόνας, τόσο δυσκολότερος γίνεται ο αποχωρισμός από τη σχέση, ακόμη και όταν αυτή προκαλεί έντονη οδύνη.

Το ίδιο ερώτημα αναπτύσσεται και στο άρθρο «Η λογική της επανάληψης στις σχέσεις», όπου η παραμονή σε έναν επώδυνο δεσμό δεν ερμηνεύεται ως ένδειξη αδυναμίας, αλλά ως αποτέλεσμα μιας πολύ πιο σύνθετης ψυχικής διεργασίας.

Η επανάληψη δεν είναι τυχαία

Μια ακόμη παρατήρηση αφορά την επαναληπτικότητα ορισμένων σχέσεων. Δεν είναι σπάνιο ένα υποκείμενο να περιγράφει περισσότερες από μία σχέσεις με τον ίδιο ακριβώς χαρακτηρισμό. Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι «επιλέγει λάθος ανθρώπους» ούτε ότι διαθέτει κάποιο μόνιμο ελάττωμα στην κρίση του.

Ο Freud ανέδειξε ότι η επανάληψη αποτελεί έναν θεμελιώδη τρόπο λειτουργίας της ψυχικής ζωής. Το υποκείμενο δεν επιστρέφει συνειδητά σε ό,τι το πληγώνει. Επιστρέφει σε ό,τι, με κάποιον τρόπο, του είναι ήδη γνωστό.

Η οικειότητα αυτή δεν ταυτίζεται με την ευχαρίστηση. Αντίθετα, πολλές φορές αφορά τρόπους σχέσης που συγκροτήθηκαν πολύ νωρίς και εξακολουθούν να οργανώνουν την εμπειρία χωρίς να γίνονται αντιληπτοί.

Έτσι, όταν μια σχέση χαρακτηρίζεται εκ των υστέρων ως τοξική, το ενδιαφέρον δεν εξαντλείται στην περιγραφή των γεγονότων. Γεννά ένα δεύτερο ερώτημα: γιατί αυτή η σχέση απέκτησε τόσο κεντρική θέση ώστε να επαναλαμβάνεται, να παρατείνεται ή να επιστρέφει με διαφορετικές μορφές;

Από την ετικέτα στην αφήγηση

Οι χαρακτηρισμοί έχουν μια ιδιαίτερη λειτουργία. Συχνά προσφέρουν ανακούφιση, επειδή επιτρέπουν στο υποκείμενο να ονομάσει κάτι που μέχρι τότε παρέμενε ακαθόριστο. Η ονομασία, όμως, δεν ταυτίζεται με την κατανόηση.

Όταν η λέξη «τοξικότητα» αποκτά τη θέση μιας τελικής εξήγησης, υπάρχει ο κίνδυνος να σταματήσει εκεί όπου θα μπορούσε να αρχίσει μια βαθύτερη διερεύνηση. Η ιστορία της σχέσης αντικαθίσταται από έναν χαρακτηρισμό και η μοναδικότητα της εμπειρίας χάνεται μέσα σε μια γενική κατηγορία.

Η αναλυτική εργασία ακολουθεί την αντίθετη διαδρομή. Δεν ενδιαφέρεται να επιβεβαιώσει ή να αμφισβητήσει την ορθότητα μιας λέξης. Επιχειρεί να μετατρέψει τον χαρακτηρισμό σε αφήγηση.

Η δυνατότητα μιας διαφορετικής σχέσης

Η θεραπευτική διαδικασία δεν στοχεύει στην αντικατάσταση της λέξης «τοξικότητα» με μια άλλη, θεωρητικά ακριβέστερη. Στόχος της δεν είναι η διόρθωση του λεξιλογίου, αλλά η διεύρυνση της αφήγησης.

Όσο το υποκείμενο αποκτά τη δυνατότητα να μιλήσει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια για τη δική του ιστορία, τόσο μειώνεται η ανάγκη να συνοψίζει μια ολόκληρη εμπειρία σε έναν μόνο χαρακτηρισμό.

Σταδιακά αναδύονται οι ιδιαίτερες σημασίες που είχε για εκείνον η αγάπη, η απώλεια, η αναγνώριση, η εξάρτηση, η ματαίωση ή η επιθυμία. Εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε μία λέξη, αρχίζει να διαμορφώνεται μια προσωπική αφήγηση.

Η μεταβολή αυτή δεν αλλάζει το παρελθόν ούτε διαγράφει την οδύνη που προηγήθηκε. Επιτρέπει, όμως, στο υποκείμενο να πάψει να ορίζεται αποκλειστικά από αυτήν και να αποκτήσει μια διαφορετική σχέση με την ιστορία του.

Η ίδια προβληματική διατρέχει και τα άρθρα «Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας», «Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος», όπου η ψυχική οδύνη προσεγγίζεται όχι ως σύνολο συμπτωμάτων, αλλά ως μέρος της μοναδικής ιστορίας κάθε υποκειμένου.

Επίλογος

Η λέξη «τοξικότητα» δεν είναι λανθασμένη. Αντίθετα, κατορθώνει να συμπυκνώσει ένα βίωμα που πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονταν μέχρι πρόσφατα να εκφράσουν. Γι’ αυτό και απέκτησε τόσο σημαντική θέση στη σύγχρονη γλώσσα.

Η δύναμή της, όμως, αποτελεί ταυτόχρονα και το όριό της. Όσο περισσότερο χρησιμοποιείται ως τελική εξήγηση, τόσο περισσότερο κινδυνεύει να αποκρύψει τη μοναδικότητα κάθε ιστορίας.

Η ουσιαστική διερεύνηση δεν αρχίζει από τον χαρακτηρισμό του άλλου ούτε τελειώνει με αυτόν. Αρχίζει από τη στιγμή που το υποκείμενο επιχειρεί να αφηγηθεί πώς αυτή η σχέση εγγράφηκε στη δική του ιστορία, τι θέση κατέλαβε στην ψυχική του ζωή και γιατί η εμπειρία της εξακολουθεί να έχει σημασία ακόμη και μετά το τέλος της.

Εκεί όπου η καθημερινή γλώσσα προσφέρει μια λέξη, ανοίγεται η δυνατότητα μιας αφήγησης. Και μέσα σε αυτή την αφήγηση δεν αναζητείται μόνο η εξήγηση μιας σχέσης, αλλά η κατανόηση του ίδιου του υποκειμένου.

 

Σχετικά άρθρα

 

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • Freud, S. (1920). Beyond the Pleasure Principle.
  • Lacan, J. (1966). Écrits.
  • Fink, B. (1995). The Lacanian Subject: Between Language and Jouissance.
  • Leader, D. (2000). Why Do Women Write More Letters Than They Post?
Share your love