
Η Αντιμετώπιση των Ειδικών Φοβιών
Η έκθεση απέναντι στον φόβο και η σταδιακή αποδυνάμωση της αποφυγής
Η θεραπεία ειδικών φοβιών δεν αφορά μόνο τη μείωση του φόβου απέναντι σε ένα αντικείμενο ή μια κατάσταση, αλλά και τη σταδιακή μεταβολή της σχέσης του υποκειμένου με την αποφυγή και την αγωνία.
Όσο περισσότερο αποφεύγεται αυτό που προκαλεί άγχος, τόσο περισσότερο ενισχύεται η πεποίθηση ότι η συνάντηση με το φοβογόνο ερέθισμα θα οδηγήσει σε καταστροφή, απώλεια ελέγχου ή ψυχική κατάρρευση.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:
η αποφυγή μειώνει προσωρινά το άγχος,
όμως ταυτόχρονα ενισχύει τον ίδιο τον φόβο.
Σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και η απλή προσδοκία της φοβικής κατάστασης αρκεί για να κινητοποιήσει έντονη αγωνία. Το υποκείμενο δεν φοβάται μόνο αυτό που μπορεί να συμβεί, αλλά και την ίδια του την αντίδραση απέναντι στον φόβο.
Σε αρκετές περιπτώσεις, το άτομο με ειδικές φοβίες αρχίζει να φοβάται ακόμη και την πιθανότητα εμφάνισης του ίδιου του άγχους. Η αγωνία μετατρέπεται σταδιακά σε μια μόνιμη εσωτερική αναμονή ότι κάτι θα συμβεί και ότι το σώμα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί.
Η θεραπευτική εργασία επιχειρεί σταδιακά να αποδυναμώσει αυτή τη σχέση ανάμεσα στην αγωνία, την αποφυγή και την αίσθηση απειλής.
Η γνωσιακή και συμπεριφοριστική προσέγγιση των ειδικών φοβιών στηρίζεται κυρίως στη σταδιακή έκθεση του ατόμου σε αυτό που φοβάται. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, το υποκείμενο καλείται να παραμείνει απέναντι στο φοβογόνο αντικείμενο ή κατάσταση χωρίς να απομακρυνθεί άμεσα και χωρίς να ενεργοποιήσει τις συνηθισμένες στρατηγικές προστασίας και αποφυγής.
Στόχος δεν είναι απλώς να «πειστεί» λογικά ότι δεν κινδυνεύει. Είναι να μπορέσει να βιώσει ότι η αγωνία, παρότι έντονη, μπορεί σταδιακά να μειωθεί χωρίς να συμβεί η καταστροφή που αναμένει.
Η έκθεση λειτουργεί έτσι όχι μόνο ως αναμέτρηση με τον φόβο, αλλά και με την ίδια την ανάγκη ελέγχου του υποκειμένου απέναντι στην αγωνία.
Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, το άτομο αρχίζει να παρατηρεί ότι πολλές από τις προβλέψεις του γύρω από τον κίνδυνο, την απώλεια ελέγχου ή τη σωματική κατάρρευση δεν επιβεβαιώνονται με τον τρόπο που φοβόταν.
Παράλληλα, μειώνονται σταδιακά και οι λεγόμενες «συμπεριφορές ασφαλείας»: οι μικρές καθησυχαστικές κινήσεις, οι τελετουργίες, οι έλεγχοι ή τα προσωπικά «στηρίγματα» που χρησιμοποιούνται για να περιοριστεί το άγχος.
Για αρκετά άτομα, το πιο δύσκολο σημείο δεν είναι μόνο η επαφή με το φοβογόνο αντικείμενο. Είναι η εμπειρία ότι δεν μπορούν να ελέγξουν πλήρως ούτε το σώμα ούτε την αγωνία τους.
Γι’ αυτό και η θεραπεία δεν αφορά μόνο τη μείωση του συμπτώματος. Αφορά και τη σταδιακή μετατόπιση της σχέσης του υποκειμένου με την αβεβαιότητα, το σώμα και την πιθανότητα ότι δεν μπορούν όλα να προβλεφθούν ή να ελεγχθούν απόλυτα.
Σε αρκετές περιπτώσεις, πίσω από τη φοβία διακρίνεται και μια βαθύτερη δυσκολία απέναντι στο ενδεχόμενο της έκθεσης: έκθεσης στον φόβο, στο βλέμμα του άλλου, στην αίσθηση αδυναμίας ή στην πιθανότητα απώλειας ελέγχου.
Η αποφυγή λειτουργεί τότε σαν μια μορφή προστασίας απέναντι σε αυτή την αγωνία.
Όμως όσο περισσότερο οργανώνεται η ζωή γύρω από την αποφυγή, τόσο περισσότερο περιορίζεται και η δυνατότητα του υποκειμένου να κινηθεί ελεύθερα μέσα στην καθημερινότητά του.
Η ψυχοθεραπεία επιχειρεί να δημιουργήσει έναν χώρο όπου το άτομο θα μπορέσει σταδιακά να αντέξει περισσότερο αυτό που μέχρι τώρα απέφευγε. Όχι επειδή ο φόβος εξαφανίζεται ολοκληρωτικά, αλλά επειδή η σχέση με τον φόβο παύει σιγά σιγά να καθορίζει διαρκώς τα όρια της ζωής του.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Μπουλουγούρης, Γ. (1996). Φοβίες και η αντιμετώπισή τους. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Παπακώστας, Ι. (1994). Γνωσιακή ψυχοθεραπεία: Θεωρία και πράξη. Αθήνα: Ινστιτούτο Έρευνας της Συμπεριφοράς.
CARMHA (2007). Cognitive Behavioural Psychotherapy.
Westbrook, D., Kennerley, H. & Kirk, J. (2010). Εισαγωγή στη Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία. Α. Καλαντζή-Αζίζι & Κ. Ευθυμίου (Επιμ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.