
Οι Ειδικές Φοβίες
Ο φόβος απέναντι σε αυτό που δεν ελέγχεται
«Κάποιοι σκέφτονται τους φόβους τους.
Άλλοι φοβούνται τις ίδιες τους τις σκέψεις.»
Οι ειδικές φοβίες δεν αφορούν μόνο έναν υπερβολικό φόβο απέναντι σε ένα αντικείμενο ή σε μια κατάσταση. Το ύψος, οι κλειστοί χώροι, τα ζώα, οι ιατρικές πράξεις ή οι πτήσεις μοιάζουν πολλές φορές να αποκτούν μια δυσανάλογη ψυχική βαρύτητα, σαν να συμπυκνώνουν κάτι περισσότερο από τον ίδιο τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύουν.
Το υποκείμενο γνωρίζει συχνά ότι ο φόβος του είναι υπερβολικός. Ωστόσο αυτό δεν αρκεί για να τον σταματήσει. Το σώμα αντιδρά πριν ακόμη το υποκείμενο προλάβει να δώσει μορφή σε αυτό που το κατακλύζει: ταχυκαρδία, τρόμος, αίσθημα απώλειας ελέγχου, ανάγκη φυγής.
Η φοβία μοιάζει τότε να τοποθετεί το άγχος πάνω σε κάτι συγκεκριμένο. Αντί η αγωνία να παραμένει διάχυτη και ακαθόριστη, αποκτά ένα αντικείμενο, έναν χώρο ή μια κατάσταση μέσα από τα οποία μπορεί να εκφραστεί.
Κάποιες φορές ο φόβος χρειάζεται ένα αντικείμενο για να μπορέσει να υπάρξει.
Έτσι, το φοβογόνο αντικείμενο δεν αφορά μόνο αυτό που φαίνεται εξωτερικά επικίνδυνο. Συχνά λειτουργεί σαν σημείο πάνω στο οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να οργανώσει μια βαθύτερη αίσθηση εσωτερικής απειλής ή απώλειας ελέγχου.
Οι ειδικές φοβίες μπορεί να συνδέονται με τραυματικές εμπειρίες, με εικόνες που αποτυπώθηκαν έντονα ψυχικά ή ακόμη και με γεγονότα που το άτομο δεν έζησε άμεσα αλλά παρατήρησε σε άλλους. Υπάρχουν επίσης φόβοι που μοιάζουν να αγγίζουν πιο πρωτογενείς μορφές ανθρώπινης αγωνίας: το ύψος, την πτώση, το σώμα, την ασθένεια, τον εγκλωβισμό ή την απώλεια ελέγχου.
Όμως η φοβία δεν αφορά μόνο το αντικείμενο του φόβου. Αφορά και τη σχέση του υποκειμένου με αυτό που βιώνεται ως απρόβλεπτο, ανεξέλεγκτο ή αδύνατο να προβλεφθεί πλήρως.
Γι’ αυτό και η αποφυγή αποκτά κεντρική θέση. Το άτομο αλλάζει διαδρομές, αποφεύγει χώρους, μετακινήσεις ή συγκεκριμένες εμπειρίες προκειμένου να περιορίσει την πιθανότητα συνάντησης με το φοβογόνο αντικείμενο. Σταδιακά όμως, η ίδια η ζωή αρχίζει να οργανώνεται γύρω από αυτό που πρέπει να αποφεύγεται.
Η αποφυγή μειώνει προσωρινά το άγχος, αλλά συχνά ενισχύει μακροπρόθεσμα τον φόβο.
Σε αρκετές περιπτώσεις, πίσω από τη φοβία διακρίνεται και μια βαθύτερη δυσκολία απέναντι στην αβεβαιότητα. Το υποκείμενο επιχειρεί να προβλέψει, να προστατευθεί, να αποκλείσει κάθε πιθανότητα κινδύνου ή αποδιοργάνωσης. Όμως η απόλυτη ασφάλεια δεν μπορεί ποτέ να εξασφαλιστεί πλήρως.
Έτσι, ο φόβος επιστρέφει.
Όχι πάντα επειδή το αντικείμενο είναι πραγματικά επικίνδυνο, αλλά επειδή η φοβία αγγίζει κάτι πιο θεμελιώδες: τη δυσκολία του ανθρώπου απέναντι σε ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί ολοκληρωτικά.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το φοβογόνο αντικείμενο μοιάζει να λειτουργεί σχεδόν σαν ένα όριο απέναντι σε μια βαθύτερη ψυχική αποδιοργάνωση. Ο φόβος «δένεται» πάνω σε κάτι συγκεκριμένο και έτσι γίνεται περισσότερο διαχειρίσιμος. Το υποκείμενο φοβάται κάτι συγκεκριμένο αντί να έρχεται αντιμέτωπο με μια πιο ακαθόριστη μορφή αγωνίας.
Γι’ αυτό και οι ειδικές φοβίες δεν μπορούν να κατανοηθούν μόνο ως «παράλογοι φόβοι». Αφορούν και τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο οργανώνει τη σχέση του με το σώμα, το άγχος, την επιθυμία και το ενδεχόμενο της απώλειας ελέγχου.
Η ψυχοθεραπεία δεν αφορά μόνο τη μείωση του συμπτώματος ή της αποφυγής. Αφορά και τη δυνατότητα το υποκείμενο να αποκτήσει διαφορετική σχέση με αυτό που φοβάται, αλλά και με την αγωνία που επιστρέφει κάθε φορά που η βεβαιότητα καταρρέει.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Δίκαιος, Δ. (2008). Φοβικές Διαταραχές. Στο Β. Αλεβίζος (Επιμ.), Άγχος: Ιατρικές και Κοινωνικές Διαστάσεις (σσ. 341–356). Αθήνα: ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις.
Μάνος, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής (αναθεωρημένη έκδοση). Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
Μπουλουγούρης, Γ. (1996). Φοβίες και η αντιμετώπισή τους. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.