
Η ανάγκη για ασφαλή δεσμό
Πώς οι πρώτες σχέσεις διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο
Η θεωρία δεσμού περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι πρώτες σχέσεις επηρεάζουν την αίσθηση ασφάλειας, την οικειότητα και τη μελλοντική συναισθηματική ζωή του ατόμου.
Η ανάγκη του ανθρώπου να αισθάνεται ότι κάποιος είναι διαθέσιμος, παρών και συναισθηματικά προσβάσιμος δεν αφορά μόνο την παιδική ηλικία. Συχνά συνεχίζει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε, αγαπάμε, απομακρυνόμαστε ή φοβόμαστε την απώλεια ακόμη και στην ενήλικη ζωή.
Η θεωρία δεσμού του John Bowlby επιχειρεί να περιγράψει ακριβώς αυτό το πεδίο: τον τρόπο με τον οποίο οι πρώτες συναισθηματικές σχέσεις συμβάλλουν στη διαμόρφωση του ψυχικού κόσμου του ατόμου και επηρεάζουν τη μετέπειτα συναισθηματική και διαπροσωπική του λειτουργία.
Σύμφωνα με τη θεωρία, το είδος και η ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσει το βρέφος με τους γονείς ή τα πρόσωπα φροντίδας κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του επηρεάζει σημαντικά την ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη και τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφώσει μελλοντικούς συναισθηματικούς δεσμούς (Pervin & John, 2001).
Ο Bowlby αντιλήφθηκε τις συμπεριφορές προσκόλλησης προς συγκεκριμένα πρόσωπα ως μέρος ενός ευρύτερου «συστήματος δεσμού» (attachment behavioural system). Το σύστημα αυτό συνδέεται με γνωστικούς, συναισθηματικούς και συμπεριφορικούς μηχανισμούς που συμβάλλουν στη ρύθμιση της σχέσης του ατόμου με το περιβάλλον του.
Βασικός στόχος του συστήματος δεσμού είναι η αναζήτηση ασφάλειας και προστασίας. Υπό αυτή την έννοια, η προσκόλληση δεν αντιμετωπίζεται ως ένδειξη αδυναμίας ή εξάρτησης, αλλά ως μια θεμελιώδης ανθρώπινη ανάγκη που σχετίζεται με την προσαρμογή και την επιβίωση (Λαζαράτου, 2008).
Καθώς το βρέφος αλληλοεπιδρά με το κύριο πρόσωπο φροντίδας — συνήθως τη μητέρα — αρχίζει σταδιακά να αναπτύσσει προσδοκίες σχετικά με τον βαθμό διαθεσιμότητας και ανταπόκρισης του προσώπου αυτού στις ανάγκες του (Waters et al., 2002).
Η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από την ανάγκη αναζήτησης εγγύτητας και αίσθησης ασφάλειας. Παράλληλα όμως λειτουργεί και ως βάση για την ανάπτυξη της εξερευνητικής συμπεριφοράς. Όταν το παιδί αισθάνεται ασφαλές, μπορεί να απομακρύνεται προσωρινά από το πρόσωπο προσκόλλησης και να εξερευνά το περιβάλλον του γνωρίζοντας ότι υπάρχει μια «ασφαλής βάση» στην οποία μπορεί να επιστρέψει (Ευθυμίου & Ευσταθίου, 2001).
Η ανάγκη για εγγύτητα προς το πρόσωπο ασφάλειας εμφανίζεται εντονότερα όταν το παιδί βιώνει φόβο, άγχος, σωματική δυσφορία, κούραση ή αποχωρισμό. Σε αυτές τις στιγμές, η διαθεσιμότητα και η άμεση ανταπόκριση του προσώπου φροντίδας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του άγχους και στη διαμόρφωση της αίσθησης ασφάλειας.
Στις περιπτώσεις όπου ο δεσμός αυτός διακόπτεται ή απειλείται, η απώλεια της φιγούρας προσκόλλησης μπορεί να βιωθεί ως πραγματική απώλεια. Ο αποχωρισμός συχνά συνδέεται με άγχος, απόγνωση και συναισθηματική δυσφορία, ενώ το παιδί αντιδρά μέσα από μια σειρά συμπεριφορών που σχετίζονται με την ανάγκη επαναφοράς της εγγύτητας και της ασφάλειας (Λαζαράτου, 2008).
Ο Bowlby υποστήριξε επίσης ότι μέσα από τις πρώτες σχέσεις διαμορφώνονται σταδιακά τα λεγόμενα «εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα» ή νοητικές αναπαραστάσεις για τον εαυτό, τους άλλους και τις μεταξύ τους σχέσεις.
Τα μοντέλα αυτά περιλαμβάνουν βασικές πεποιθήσεις γύρω από το αν το άτομο είναι άξιο αγάπης και φροντίδας, αλλά και γύρω από το αν οι άλλοι είναι διαθέσιμοι, αξιόπιστοι και συναισθηματικά προσβάσιμοι (Παπανικολάου & Ρόβλια, 1998).
Υπό αυτή την έννοια, οι πρώτες σχέσεις δεν παραμένουν απλώς παιδικές αναμνήσεις. Συχνά λειτουργούν ως εσωτερικά πρότυπα που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σχετίζεται αργότερα με τους άλλους, αντιμετωπίζει την οικειότητα, τη συναισθηματική απόσταση, την εγκατάλειψη ή την ανάγκη για σύνδεση.
Ο Bowlby θεωρούσε ότι τα μοντέλα αυτά τείνουν να διατηρούν σχετική σταθερότητα μέσα στον χρόνο, επηρεάζοντας τις σχέσεις στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή. Παρ’ όλα αυτά, αναγνώριζε ότι οι νέες συναισθηματικές εμπειρίες και οι επανορθωτικοί δεσμοί μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να συμβάλουν σε μεταβολές αυτών των εσωτερικών μοντέλων (Waters et al., 2002).
Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία συχνά συνδέεται ακριβώς με αυτή τη δυνατότητα: με τη δημιουργία ενός σταθερού και ασφαλούς πλαισίου μέσα στο οποίο το άτομο μπορεί να επεξεργαστεί τις προηγούμενες εμπειρίες σχέσεων και να αναπτύξει διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης με τον εαυτό και τους άλλους.
Βιβλιογραφικές Αναφορές
Ευθυμίου, Κ. & Ευσταθίου, Γ. (2001). Διαταραχές της Σεξουαλικής Επιθυμίας και της Θεωρίας Προσκόλλησης. Ανήρ, 3, 111-114.
Λαζαράτου, Ε. (2008). Άγχος Αποχωρισμού. Στο Β. Αλεβίζος (Επιμ.), Άγχος, Ιατρικές και Κοινωνικές Διαστάσεις (σσ. 389-402). Αθήνα: ΒΗΤΑ Ιατρικές Εκδόσεις.
Παπανικολάου, Κ. & Ρόβλια, Τ. (1998). Θεωρία Προσκόλλησης: Ανασκόπηση Βιβλιογραφίας. Στο Γ. Μπουλουγούρης (Επιμ.), Θέματα Γνωσιακής και Συμπεριφοριστικής Θεραπείας (Τόμος Β, σσ. 23-44). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
Pervin, L.A. & John, O.P. (2001). Θεωρίες Προσωπικότητας: Έρευνα και Εφαρμογές. Α. Αλεξανδροπούλου & Ε. Δασκαλοπούλου (μεταφρ.). Αθήνα: Εκδόσεις Τυποθύτω.
Waters, E., Crowell, J., Elliott, M., Corcoran, D. & Treboux, D. (2002). Bowlby’s Secure Base and Social/Personality Psychology of Attachment Styles: Work(s) in Progress. Attachment and Human Development, 4, 230-242.