
Η Σκιά και η Ρωγμή της Εικόνας του Εαυτού
Το βλέμμα του Άλλου και η επιστροφή αυτού που το υποκείμενο δεν αντέχει να αναγνωρίσει
«Η σκιά του εαυτού και το βλέμμα του Άλλου αποκαλύπτουν συχνά κάτι από εκείνη τη ρωγμή της εικόνας του εαυτού που το υποκείμενο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει. Όχι επειδή αυτό το στοιχείο δεν του ανήκει, αλλά επειδή δεν μπορεί εύκολα να ενταχθεί στην εικόνα που έχει διαμορφώσει για τον εαυτό του.
Επιθετικότητα, φθόνος, αμφιθυμία, ανάγκη αναγνώρισης, εξάρτηση, ευαλωτότητα ή επιθυμία μπορούν να εμφανιστούν σαν στοιχεία ασύμβατα με την ιδανική εικόνα του Εγώ. Δεν πρόκειται απλώς για «αρνητικά» χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ό,τι διαταράσσει τη φαντασιακή συνοχή μέσα από την οποία το υποκείμενο επιχειρεί να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως ενιαίο, συνεπή και ελέγξιμο.
Η σκιά, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αφορά μια κρυφή περιοχή όπου φυλάσσονται οι «κακές» πλευρές του ανθρώπου. Αφορά περισσότερο εκείνα τα σημεία όπου η εικόνα του εαυτού αρχίζει να ρηγματώνεται. Εκεί όπου το υποκείμενο συναντά κάτι που το αφορά, αλλά δεν μπορεί ακόμη να το αναγνωρίσει ως δικό του.
Γι’ αυτό και η σκιά επιστρέφει συχνά μέσα από τον Άλλο.
Το υποκείμενο εντοπίζει στον άλλον αυτό που δεν μπορεί να αντέξει στον εαυτό του. Βλέπει εκεί επιθετικότητα, αδυναμία, εξάρτηση, φθόνο ή αλαζονεία, ενώ την ίδια στιγμή δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ότι κάτι από αυτά μπορεί να το αφορά άμεσα.
Η προβολή λειτουργεί τότε ως άμυνα απέναντι στο ρήγμα της εικόνας του εαυτού. Αυτό που απειλεί τη συνοχή του Εγώ μετατοπίζεται προς τον Άλλο, σαν να ήταν αποκλειστικά δικό του γνώρισμα. Με αυτόν τον τρόπο, το υποκείμενο προστατεύει προσωρινά την ιδανική του εικόνα, αλλά ταυτόχρονα εγκλωβίζεται σε μια σχέση παραγνώρισης.
Όμως αυτό που εξορίζεται δεν εξαφανίζεται.
Επιστρέφει στις σχέσεις, στις συγκρούσεις, στις επαναλήψεις, στις μορφές αυτοϋπονόμευσης ή σε εκείνη την αδιόρατη αίσθηση ότι κάτι μέσα στο υποκείμενο παραμένει ασύνδετο, χωρίς θέση και χωρίς δυνατότητα συμβολικής επεξεργασίας.
Και πολύ συχνά επιστρέφει μέσα από το βλέμμα του Άλλου.
Το βλέμμα αποκτά τότε μια ιδιαίτερη σημασία. Όχι μόνο επειδή το υποκείμενο επιθυμεί να αναγνωριστεί μέσα από αυτό, αλλά και επειδή φοβάται ότι μέσα σε αυτό το βλέμμα μπορεί να αποκαλυφθεί κάτι από εκείνη την ξένη πλευρά του εαυτού που προσπαθεί να κρατήσει εκτός εικόνας.
Το βλέμμα παύει έτσι να λειτουργεί ως απλή επιβεβαίωση. Μπορεί να βιώνεται και ως σημείο έκθεσης: ως ο τόπος όπου η φαντασιακή συνοχή ρηγματώνεται και όπου το υποκείμενο συναντά ότι δεν ταυτίζεται ποτέ πλήρως με την εικόνα που επιχειρεί να διατηρήσει για τον εαυτό του.
Σε λακανικούς όρους, το υποκείμενο δεν συμπίπτει ποτέ ολοκληρωτικά με την εικόνα του. Η εικόνα προσφέρει συνοχή, αλλά ταυτόχρονα αποκρύπτει το ρήγμα πάνω στο οποίο αυτή η συνοχή στηρίζεται. Το Εγώ συγκροτείται μέσα από ταυτίσεις, αλλά αυτές οι ταυτίσεις δεν εξαντλούν το υποκείμενο.
Υπάρχει πάντα κάτι που περισσεύει.
Κάτι που δεν χωρά στην καθαρή εικόνα.
Κάτι που δεν μπορεί να ενσωματωθεί πλήρως στο ιδανικό.
Κάτι που επιστρέφει ως ενόχληση, σύγκρουση ή επανάληψη.
Η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στην ύπαρξη αυτών των στοιχείων, αλλά στην απαίτηση του υποκειμένου να υπάρξει χωρίς αυτά. Να διατηρήσει μια εικόνα απολύτως συνεκτική, ηθικά καθαρή, εσωτερικά διαφανή και απαλλαγμένη από έλλειψη.
Όμως η ψυχική ζωή δεν οργανώνεται χωρίς αντιφάσεις. Η επιθυμία δεν είναι ποτέ πλήρως καθαρή από αμφιθυμία. Η αγάπη δεν είναι ποτέ εντελώς απαλλαγμένη από επιθετικότητα. Η σχέση με τον Άλλο δεν είναι ποτέ μια απλή κατοπτρική επιβεβαίωση του εαυτού.
Και ακριβώς εκεί η σκιά παύει να είναι μια απλή μεταφορά. Γίνεται το σημείο όπου το υποκείμενο συναντά το όριο της φαντασιακής του συνοχής.
Η αναγνώριση αυτής της ξένης πλευράς δεν σημαίνει συμφιλίωση με όλα όσα εμφανίζονται μέσα στο υποκείμενο. Δεν σημαίνει κατάργηση της σύγκρουσης ούτε ολοκλήρωση ενός ιδανικού εαυτού. Σημαίνει περισσότερο την αντοχή απέναντι στην εσωτερική ετερότητα: τη δυνατότητα να μην εξορίζεται κάθε αντιφατικό στοιχείο στον Άλλο.
Η ψυχική εργασία δεν οδηγεί σε έναν εαυτό χωρίς σκιά. Ούτε σε μια πλήρη εσωτερική ενότητα. Οδηγεί, ίσως, στη δυνατότητα το υποκείμενο να αναγνωρίσει ότι δεν είναι ποτέ απολύτως κύριο της εικόνας του, της επιθυμίας του ή του νοήματος που παράγει.
Ίσως τελικά η σκιά να μην είναι αυτό που πρέπει να εξαφανιστεί, αλλά το ίχνος εκείνης της έλλειψης που καμία φαντασιακή εικόνα του εαυτού δεν μπορεί να σβήσει ολοκληρωτικά.