
Οι Φοβίες και το Φοβικό Αντικείμενο
Η αγωνία και η λειτουργία του φοβικού αντικειμένου
Το φοβικό αντικείμενο εμφανίζεται συχνά στις φοβίες ως το σημείο γύρω από το οποίο οργανώνεται η αγωνία του υποκειμένου. Το ζώο, το αίμα, το ύψος, ο κλειστός χώρος, η ασθένεια ή η απομάκρυνση από το σπίτι εμφανίζονται ως φοβογόνα στοιχεία γύρω από τα οποία οργανώνεται το άγχος του υποκειμένου.
Ωστόσο, από ψυχαναλυτική σκοπιά, το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο το αντικείμενο του φόβου, αλλά τη λειτουργία που αποκτά αυτό το αντικείμενο μέσα στην ψυχική οικονομία του υποκειμένου.
Το υποκείμενο που πάσχει από φοβία βιώνει έντονη αγωνία όταν έρχεται σε επαφή με το φοβικό αντικείμενο ή ακόμη και με την πιθανότητα συνάντησής του. Για να περιορίσει αυτή την αγωνία, οργανώνει σταδιακά ένα σύνολο στρατηγικών αποφυγής, ελέγχου και προστασίας. Πολύ συχνά, όμως, αυτές οι στρατηγικές αρχίζουν να καταλαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, περιορίζοντας την κίνηση, την επιθυμία και τη δυνατότητα του υποκειμένου να κινηθεί ελεύθερα μέσα στον κόσμο.
Σύμφωνα με τον Lacan, η φοβία δεν ταυτίζεται με το άγχος. Το άγχος προηγείται. Η φοβία εμφανίζεται ως ένα αμυντικό μόρφωμα που επιχειρεί να δώσει μορφή σε αυτή την αγωνία, μετατοπίζοντάς την πάνω σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.
Το φοβικό αντικείμενο δεν είναι λοιπόν σημαντικό αποκλειστικά για αυτό που «είναι», αλλά για αυτό που έρχεται να αναπαραστήσει μέσα στον κόσμο του υποκειμένου.
Πολύ συχνά, το υποκείμενο γνωρίζει ότι το φοβικό αντικείμενο δεν δικαιολογεί αντικειμενικά την ένταση της αγωνίας που προκαλεί. Ωστόσο αυτή η γνώση δεν αρκεί για να αναστείλει τον φόβο. Η φοβία δεν οργανώνεται στο επίπεδο της λογικής βεβαιότητας αλλά στο επίπεδο της υποκειμενικής σχέσης με την αγωνία και το πραγματικό που αυτή αγγίζει.
Η φοβία λειτουργεί τότε σαν μια απόπειρα οριοθέτησης της αγωνίας. Αντί η αγωνία να παραμένει διάχυτη, ακαθόριστη και εισβάλλουσα, αποκτά ένα σημείο αναφοράς: ένα αντικείμενο, μια κατάσταση, έναν χώρο ή ένα στοιχείο του εξωτερικού κόσμου.
Υπό αυτή την έννοια, η φοβία δεν αποτελεί αποκλειστικά αρνητικό φαινόμενο. Μπορεί να λειτουργήσει και ως μια προσωρινή ψυχική λύση. Μέσα από το φοβικό αντικείμενο, το υποκείμενο επιχειρεί να οργανώσει κάτι από την αγωνία του και να εισαγάγει ένα στοιχειώδες όριο απέναντι σε αυτό που βιώνεται ως τραυματικό ή ανεπεξέργαστο.
Γι’ αυτό και το φοβικό αντικείμενο αποκτά συχνά μια ιδιαίτερη σημασία που υπερβαίνει την αντικειμενική του διάσταση. Δεν αφορά απλώς το ίδιο το αντικείμενο, αλλά τη θέση που καταλαμβάνει μέσα στην αλυσίδα των σημαινόντων του υποκειμένου.
Το φοβικό αντικείμενο λειτουργεί έτσι σαν ένα σημαίνον που συμπυκνώνει στοιχεία της επιθυμίας, της έλλειψης, της απειλής ή της σχέσης με τον Άλλο.
Και ακριβώς επειδή η φοβία αποτελεί έναν τρόπο οργάνωσης της αγωνίας, η θεραπευτική πρακτική δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στην εξάλειψη του συμπτώματος ή στην απευαισθητοποίηση απέναντι στο αντικείμενο του φόβου.
Μια θεραπευτική προσέγγιση επηρεασμένη από τη λακανική θεωρία δεν στοχεύει μόνο στη μείωση του φόβου, αλλά και στην επεξεργασία της θέσης που κατέχει το φοβικό αντικείμενο μέσα στον ιδιαίτερο λόγο του υποκειμένου.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να «εξαφανιστεί» η φοβία, αλλά να μπορέσει το υποκείμενο να μετασχηματίσει τη σχέση του με την αγωνία που το φοβικό αντικείμενο επιχειρούσε μέχρι τότε να συγκρατήσει.
Σε αρκετές περιπτώσεις, όταν η φοβία αρχίζει να αποδυναμώνεται, αναδύεται πιο καθαρά το ερώτημα που μέχρι τότε καλυπτόταν από αυτή: το ερώτημα της επιθυμίας, της θέσης του υποκειμένου απέναντι στον Άλλο και της δυσκολίας του να υπάρξει χωρίς να οργανώνει τη ζωή του γύρω από την αποφυγή της αγωνίας.
Υπό αυτή την έννοια, η φοβία δεν αποτελεί μόνο σύμπτωμα. Αποτελεί και έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να διαχειριστεί κάτι από το πραγματικό της αγωνίας του.