Για την απώλεια, την ενοχή και την υποχώρηση της επιθυμίας

Η κατάθλιψη και η μελαγχολία περιγράφονται συνήθως μέσα από τα συμπτώματά τους: ψυχική κόπωση, αδυναμία ευχαρίστησης, αρνητικές σκέψεις, απόσυρση και αίσθημα κενού. Ωστόσο, η μελαγχολία φαίνεται να αφορά κάτι περισσότερο από μια διαταραχή της διάθεσης ή έναν δυσλειτουργικό τρόπο σκέψης. Αφορά μια βαθύτερη μεταβολή στη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία, με την αξία του εαυτού και με τη θέση που αισθάνεται ότι κατέχει μέσα στον κόσμο.

Η ψυχαναλυτική σκέψη διαφοροποίησε τη μελαγχολία από το πένθος. Στο πένθος, η απώλεια μπορεί σταδιακά να αναγνωριστεί και να αποκτήσει μια θέση μέσα στον ψυχικό κόσμο. Στη μελαγχολία όμως, η απώλεια συχνά παραμένει ασαφής. Το υποκείμενο μοιάζει να βιώνει ότι κάτι έχει χαθεί χωρίς να μπορεί να το ονοματίσει πλήρως.

Η ενοχή τότε αποκτά έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Δεν αφορά μόνο κάτι που συνέβη ή μια συγκεκριμένη ευθύνη. Το υποκείμενο αισθάνεται ότι το ίδιο δεν στάθηκε αρκετό: αρκετά σημαντικό, αρκετά επιθυμητό, αρκετά άξιο ώστε να διατηρήσει μια θέση μέσα στη σχέση με τον άλλον άνθρωπο.

Οι αυτοκατηγορίες του μελαγχολικού ανθρώπου έχουν συχνά μια υπερβολική σκληρότητα. Η απαξίωση στρέφεται προς τον ίδιο τον εαυτό και όχι μόνο προς τον κόσμο. Κάποια στιγμή, η αποτυχία δεν βιώνεται πλέον ως γεγονός αλλά ως στοιχείο της ίδιας της ταυτότητας του υποκειμένου.

Η εμπειρία αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο επίπεδο της σκέψης. Επηρεάζει συνολικά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επενδύει ψυχικά στη ζωή. Οι σχέσεις χάνουν την έντασή τους, η καθημερινότητα γίνεται βαρύτερη και η επιθυμία φαίνεται να υποχωρεί.

Το άτομο συνεχίζει συχνά να λειτουργεί, να εργάζεται και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της πραγματικότητας. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη διατήρηση της λειτουργικότητας, η σχέση με το νόημα και την επιθυμία έχει ήδη διαταραχθεί.

Η κοινωνική συνθήκη της εποχής ενισχύει συχνά αυτή την εμπειρία. Το υποκείμενο καλείται διαρκώς να αποδίδει, να εξελίσσεται, να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τον εαυτό του και να παραμένει ψυχικά διαθέσιμο. Η αδυναμία ανταπόκρισης σε αυτές τις απαιτήσεις βιώνεται εύκολα ως προσωπική ανεπάρκεια.

Δεν αρκεί πλέον να συνεχίζει κανείς να ζει.
Οφείλει να δείχνει ότι τα καταφέρνει.

Έτσι, η μελαγχολία συνοδεύεται συχνά από μια έντονη εμπειρία ντροπής. Το υποκείμενο αποσύρεται όχι μόνο επειδή υποφέρει αλλά και επειδή αισθάνεται ότι η αδυναμία του εκτίθεται διαρκώς στο βλέμμα των άλλων.

Όσο περισσότερο ενισχύεται αυτή η εσωτερική απαξίωση, τόσο περισσότερο το υποκείμενο απομακρύνεται από ό,τι του παρείχε σύνδεση ή νόημα. Η απόσυρση αυτή δημιουργεί συχνά φαύλους κύκλους σιωπής, μοναξιάς και περαιτέρω ενοχής.

Η κατάθλιψη και η μελαγχολία δεν αφορούν μόνο μια κατάσταση θλίψη. Αφορά μια βαθύτερη δυσκολία του υποκειμένου να αισθανθεί ότι εξακολουθεί να κατέχει μια ζωντανή θέση μέσα στην επιθυμία, στις σχέσεις και στον κόσμο.

Η ψυχοθεραπευτική εργασία δεν περιορίζεται απλώς στη διαχείριση συμπτωμάτων ή στη διόρθωση ενός “αρνητικού τρόπου σκέψης”. Δημιουργεί τη δυνατότητα να αποκτήσει λόγο κάτι που μέχρι τότε βιωνόταν μόνο ως σιωπή, ενοχή ή εσωτερική απαξίωση.

Η μελαγχολία συχνά παραμένει αόρατη, ιδιαίτερα όταν το υποκείμενο συνεχίζει να λειτουργεί κοινωνικά και επαγγελματικά. Πίσω όμως από αυτή τη διατήρηση της λειτουργικότητας μπορεί να υπάρχει μια βαθιά αίσθηση εσωτερικής αποσύνδεσης, σαν η σχέση με τον κόσμο να διατηρείται μόνο εξωτερικά. Η δυσκολία αυτή δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή από το περιβάλλον, καθώς η σιωπή και η απόσυρση της επιθυμίας δεν εμφανίζονται πάντα με θεαματικό τρόπο.

Ίσως τελικά το πιο οδυνηρό στοιχείο της μελαγχολίας να μην είναι μόνο ο ψυχικός πόνος, αλλά η αργή αίσθηση ότι το υποκείμενο παύει να αισθάνεται πως κατέχει μια θέση μέσα στον κόσμο και μέσα στην επιθυμία των άλλων.

 

Σχετικά Άρθρα

Share your love