Τραύμα, διχασμός και η απώλεια της συμβολικής συνέχειας

Το τραύμα και ο εκτοπισμός δεν αφορούν μόνο την απώλεια ενός τόπου, αλλά τη διάρρηξη του ίδιου του τρόπου με τον οποίο ο άνθρωπος υπήρχε μέσα στον κόσμο. Στιγμές όπου η συνέχεια της ζωής διαρρηγνύεται τόσο βίαια, ώστε η μετάβαση δεν αφορά απλώς μια μετακίνηση από μια γεωγραφία σε μια άλλη, αλλά μια πτώση έξω από το συμβολικό πλαίσιο που μέχρι τότε εξασφάλιζε συνοχή, αναγνωρισιμότητα και αίσθηση ύπαρξης.

Το τραύμα αρχίζει ίσως ακριβώς εκεί.

Το τραύμα και ο εκτοπισμός μεταβάλλουν βαθιά τη σχέση του ανθρώπου με τον Άλλο και με την ίδια του την ύπαρξη.»

Στη στιγμή όπου ο άνθρωπος παύει να αναγνωρίζει τη θέση του μέσα στον κόσμο που τον περιείχε. Η γλώσσα, οι δεσμοί, οι καθημερινές επαναλήψεις, οι μορφές οικειότητας και οι προηγούμενες ταυτίσεις χάνουν απότομα τη σταθεροποιητική τους λειτουργία. Το Εγώ παραμένει τότε μετέωρο ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες, χωρίς καμία από αυτές να μπορεί ακόμη να εγγυηθεί πλήρως τη συνοχή του.

Ο Freud είχε ήδη επισημάνει ότι το τραυματικό γεγονός δεν βιώνεται πάντοτε άμεσα ως τραύμα. Υπάρχει κάτι στην εμπειρία που αρχικά υπερβαίνει τη δυνατότητα ψυχικής επεξεργασίας και επιστρέφει αργότερα, στο κατόπιν εορτής της μνήμης, όταν το άτομο επιχειρεί να δώσει μορφή σε κάτι που κάποτε το υπερέβη.

Ίσως γι’ αυτό η βίαιη μετάβαση από έναν κόσμο σε έναν άλλο δεν παράγει μόνο απώλεια. Παράγει έναν βαθύτερο διχασμό. Ο άνθρωπος δεν ανήκει πλέον ολοκληρωτικά ούτε εκεί όπου βρισκόταν ούτε εκεί όπου φτάνει. Παραμένει παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο συμβολικά πεδία, σε δύο διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης, χωρίς κανένας από αυτούς να μπορεί πλέον να αποκαταστήσει πλήρως τη συνέχεια του εαυτού.

Και μέσα σε αυτή την ασυνέχεια, η σχέση με τον Άλλο μεταβάλλεται ριζικά.

Γιατί ο άνθρωπος δεν συγκροτείται μόνο μέσα από αυτό που λέει για τον εαυτό του. Συγκροτείται μέσα από το βλέμμα, τη γλώσσα και την επιθυμία του Άλλου. Μέσα από τη δυνατότητα να κατέχει μια θέση αναγνωρίσιμη στον κοινωνικό και συμβολικό κόσμο. Όταν αυτή η θέση καταρρέει, η ύπαρξη κινδυνεύει να απογυμνωθεί από τις προηγούμενες επενδύσεις της.

Ο άνθρωπος μετατρέπεται τότε εύκολα σε κατηγορία. «Πρόσφυγας», «ξένος», «παράνομος», «μετανάστης», «φιλοξενούμενος». Η ονομασία λειτουργεί ταυτόχρονα ως μορφή αναγνώρισης και ως μορφή αφαίρεσης. Το πρόσωπο αρχίζει να διαβάζεται κυρίως μέσα από την απώλειά του. Σαν η ύπαρξή του να συνοψίζεται τελικά σε αυτό που στερήθηκε και όχι σε αυτό που υπήρξε.

Το βλέμμα του Άλλου γίνεται έτσι αμφίσημο. Από τη μία πλευρά, το άτομο χρειάζεται αυτή την αναγνώριση για να μπορέσει να επανενταχθεί συμβολικά στον κόσμο. Από την άλλη, η ίδια αυτή αναγνώριση συχνά πραγματοποιείται μέσα από όρους διαχείρισης, ελέγχου ή οίκτου.

Κάπου εκεί αρχίζει η απογύμνωση.

Η ύπαρξη κινδυνεύει να περιοριστεί σε μια ζωή χωρίς ιδιαίτερη ιστορία, σε ένα σώμα προς καταγραφή, μετακίνηση ή επιτήρηση.

Ίσως εκεί να αποκτά ιδιαίτερη σημασία η μεταφορά του «μαργαριταριού».

Γιατί το μαργαριτάρι δεν αφορά μόνο μια ιδεατή εικόνα του εαυτού ή μια χαμένη δυνατότητα. Αφορά την ίδια την επένδυση που είχε πραγματοποιηθεί κάποτε πάνω στην ύπαρξη: την αίσθηση ότι το άτομο κατείχε θέση, συνέχεια, επιθυμία και αναγνωρισιμότητα μέσα στον κόσμο.

Το τραύμα της βίαιης μετάβασης μοιάζει τότε με μια σταδιακή απο-επένδυση αυτού του «μαργαριταριού». Ο άνθρωπος πέφτει ξανά και ξανά στον «κόκκο άμμου» της επιβίωσης, της αβεβαιότητας και της διαχείρισης. Σαν να απογυμνώνεται από προηγούμενες συμβολικές επενδύσεις και να επιστρέφει σε μια περισσότερο γυμνή μορφή ύπαρξης, όπου το βασικό διακύβευμα δεν είναι πλέον η επιθυμία αλλά η ίδια η δυνατότητα ψυχικής συνέχειας.

Στη λακανική οπτική, το υποκείμενο συγκροτείται πάντοτε γύρω από μια θεμελιώδη έλλειψη και μέσα από τη σχέση του με τον Άλλο. Όταν όμως ο Άλλος εμφανίζεται ασταθής, εχθρικός ή αδύναμος να προσφέρει συμβολική θέση και αναγνώριση, ο διχασμός γίνεται ακόμη πιο οξύς. Το άτομο δυσκολεύεται να κατοικήσει τόσο τη νέα πραγματικότητα όσο και την προηγούμενη ιστορία του. Παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα σε αυτό που υπήρξε και σε αυτό που αναγκάζεται πλέον να γίνει.

Ίσως γι’ αυτό το τραύμα δεν ολοκληρώνεται ποτέ τη στιγμή της διάσωσης ή της άφιξης σε έναν νέο τόπο. Το πιο δύσκολο κομμάτι αρχίζει αργότερα: στη στιγμή όπου ο άνθρωπος καλείται να επενδύσει ξανά ύπαρξη μέσα σε έναν κόσμο που δεν του επιστρέφει ακόμη πλήρως βλέμμα, θέση ή οικειότητα.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται μία από τις πιο οδυνηρές διαστάσεις του τραύματος: όχι μόνο στην απώλεια ενός κόσμου, αλλά στην αργή και επίπονη προσπάθεια να μπορέσει κανείς να υπάρξει ξανά μέσα στο βλέμμα του Άλλου χωρίς να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά από τον ίδιο του τον εαυτό.

Σχετικά Άρθρα

Share your love