Ο Τοξικομανής και ο Νόμος: μια λακανική ανάγνωση του βιβλίου της Ρόδης Καγγελάρη

Για τη σχέση του υποκειμένου με την απόλαυση, τον Άλλο και το όριο

Το βιβλίο Ο Τοξικομανής και ο Νόμος της Ρόδης Καγγελάρη κατορθώνει να μεταδώσει, με τρόπο βιωματικό και θεωρητικά συνεκτικό, την αίσθηση μιας δραματικής κίνησης: από την αταξία προς την τάξη, από τη μήτρα προς τις συμβολικές και πραγματικές λειτουργίες του Πατέρα-Νόμου, από την κατακερματισμένη εικόνα του σώματος προς μια μορφή ψυχικής ενοποίησης.

Μέσα από ραγίσματα, κενά και ασυνέχειες αναδύεται το υποκείμενο της τοξικομανίας, η σχέση του με την ουσία και ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο της ύπαρξης.

Η διαδρομή αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τον τοξικομανή. Αφορά, σε διαφορετικό βαθμό, κάθε ανθρώπινο υποκείμενο. Πρόκειται για τη διαδρομή της υποχρεωτικής εγκατάλειψης μιας φαντασιακής πληρότητας, της αποδοχής του ορίου που εισάγει ο Νόμος και της συνάντησης με τη ματαίωση ως θεμελιώδη όρο της επιθυμίας.

Από την αταξία στον Νόμο

Η είσοδος και το πέρασμα αποτελούν καθοριστικές στιγμές αυτής της πορείας. Η κατάσταση που επιβάλλεται στο υποκείμενο δεν διαδραματίζεται μόνο πάνω του αλλά και μέσα από αυτό. Η μετατροπή μιας κατάστασης συνεπάγεται πάντοτε και τη μετατροπή του ίδιου του υποκειμένου.

Όλα εξαρτώνται από το βήμα που θα κάνει ή θα αποφύγει, από τη θέση που θα υιοθετήσει ή θα εγκαταλείψει, από τον τρόπο με τον οποίο θα επιχειρήσει να δομήσει τον εαυτό του μέσα από τη συνάντηση με τον Άλλο.

Ο Άλλος μπορεί να εμφανιστεί ως πηγή αποδοχής ή απειλής, ως φορέας σταθερότητας ή αστάθειας. Η μητέρα μπορεί να είναι απούσα, υπερβολικά παρούσα ή παρούσα μέσα από την ίδια της την απουσία. Ο πατέρας μπορεί να λειτουργεί ως εκπρόσωπος ενός Νόμου που εισάγει το όριο, την απαγόρευση και τον κανόνα ή, αντίθετα, ως φορέας ενός εύθραυστου και ανίσχυρου Νόμου.

Η διαμόρφωση του υποκειμένου συνδέεται άμεσα με αυτή τη συνάντηση.

Ο Άλλος, η επιθυμία και ο κοινωνικός δεσμός

Το υποκείμενο ανοίγεται σε έναν κόσμο που προϋπάρχει της δικής του παρουσίας. Καλείται να βρει έναν τρόπο να υπάρξει μέσα σε μια πραγματικότητα όπου η επιθυμία του δεν είναι η μόνη που μετρά.

Αυτό είναι το πραγματικό της ανθρώπινης συνθήκης: η επιθυμία διέρχεται αναγκαστικά μέσα από τον κοινωνικό δεσμό. Ο άνθρωπος εξανθρωπίζεται όχι στην απομόνωση αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο και με τα όρια που αυτή συνεπάγεται.

Η επιθυμία τίθεται σε δοκιμασία, συγκρούεται με τη ματαίωση και αναγκάζεται να βρει συμβολικές μορφές έκφρασης.

Στο σημείο αυτό μπορεί να γίνει η σύνδεση με το άρθρο:

Η τοξικομανία ως ρήξη με τη φαλλική απόλαυση

Στην περίπτωση της τοξικομανίας, αυτό το πέρασμα προς τον κοινωνικό δεσμό διακόπτεται.

Η τοξικομανία δεν συνιστά απλώς μια εξάρτηση από μια ουσία. Στη λακανική θεωρία αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο σχέσης με την απόλαυση, τον Άλλο και το σώμα.

Όπως υποστηρίζει ο Λακάν, το ναρκωτικό αποτελεί έναν τρόπο διακοπής του «γάμου» με τη φαλλική απόλαυση. Η ουσία εισάγει μια ρήξη όχι μόνο με την επιθυμία αλλά και με το συμβολικό πλαίσιο που οργανώνει την ανθρώπινη εμπειρία.

Δεν πρόκειται για έναν συμβιβασμό αλλά για μια μορφή απόσυρσης από τη συμβολική τάξη.

Παράλληλα, το ναρκωτικό συνιστά ρήξη με τη φαντασίωση. Η εμπειρία της ουσίας εγκαθιστά μια μορφή απόλαυσης που δεν διαμεσολαβείται από τον λόγο και δεν απαιτεί τη διέλευση από τον Άλλο.

Το φαντασιακό, το συμβολικό και το πραγματικό μοιάζουν να βραχυκυκλώνουν.

Η εμπειρία αυτή μπορεί να περιλαμβάνει:

  • πρωτόγνωρες αισθήσεις,
  • αλλοιωμένες αναπαραστάσεις του σώματος,
  • εμπειρίες απόλαυσης χωρίς γλωσσική επεξεργασία,
  • απομάκρυνση από τους κοινωνικούς δεσμούς.

Η ουσία εμφανίζεται έτσι ως αντικείμενο που απευθύνεται περισσότερο στο υποκείμενο της απόλαυσης παρά στο υποκείμενο της ομιλίας.

Το υποκείμενο και η αδυναμία συνάντησης με τον Άλλο

Από τα πιο εύστοχα σημεία του βιβλίου είναι η περιγραφή της σχέσης του μελλοντικού τοξικομανή με τον Άλλο.

Όπως σημειώνει η συγγραφέας:

«Ο μελλοντικός τοξικομανής δεν μπορεί να δημιουργήσει σχέση με τον Άλλο. Από νωρίς έμαθε βιωματικά ότι η ταυτόχρονη παρουσία του στον κόσμο με τον Άλλον είναι αδύνατη. Για να υπάρχει για τον Άλλον χρειάζεται να αποποιηθεί τον εαυτό του. Για να συνεχίσει να υπάρχει ο Άλλος χρειάζεται ο ίδιος να θυσιαστεί.»

Η διατύπωση αυτή φωτίζει ένα από τα κεντρικά νήματα που διατρέχουν ολόκληρο το βιβλίο.

Ο Άλλος δεν βιώνεται ως τόπος συνάντησης αλλά ως τόπος απειλής. Η ύπαρξη του ενός μοιάζει να προϋποθέτει την εξαφάνιση του άλλου.

Στο πλαίσιο αυτό, η ουσία έρχεται να καταλάβει τη θέση που θα μπορούσε να έχει ένας ανθρώπινος δεσμός.

Δεν απαιτεί ανταπόδοση.

Δεν επιβάλλει την αναγνώριση της επιθυμίας του άλλου.

Δεν δημιουργεί αβεβαιότητα.

Η ουσία λειτουργεί ως ένας Άλλος πάντοτε διαθέσιμος, πάντοτε προβλέψιμος, πάντοτε υπό τον έλεγχο του υποκειμένου — τουλάχιστον στην αρχή.

Η ουσία ως υποκατάστατο του Άλλου

Το βιβλίο αναδεικνύει με ιδιαίτερη σαφήνεια ότι η εξάρτηση δεν αφορά μόνο τη σχέση με μια χημική ουσία.

Αφορά μια ιδιαίτερη λύση που επινοεί το υποκείμενο προκειμένου να αντιμετωπίσει ένα ψυχικό αδιέξοδο.

Η ουσία δεν είναι απλώς αντικείμενο κατανάλωσης. Αναλαμβάνει ψυχικές λειτουργίες που υπό άλλες συνθήκες θα επιτελούσαν οι ανθρώπινοι δεσμοί, οι συμβολικές αναφορές ή οι ταυτίσεις.

Με αυτή την έννοια, η τοξικομανία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αποκλειστικά ως βιολογικό ή κοινωνικό φαινόμενο.

Αφορά έναν ιδιαίτερο τρόπο διαχείρισης της έλλειψης, της επιθυμίας και της σχέσης με τον Άλλο.

Ο Νόμος, η παραβατικότητα και η αναζήτηση του ορίου

Ο χρήστης ουσιών, ο addictus, ο υποτελής σε μια ουσία και σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, γνωρίζει συχνά καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο την πραγματικότητα της επιλογής του. Γνωρίζει ότι η πρακτική απόλαυσης που έχει υιοθετήσει εμπεριέχει παράδοξα και αδιέξοδα, τα οποία όμως καθορίζουν έναν ιδιαίτερο τρόπο ύπαρξης.

Η εξάρτηση δεν καταργεί τον Νόμο. Αντίθετα, εγκαθιστά έναν νέο Νόμο. Έναν ιδιωτικό και αυστηρό Νόμο που οργανώνει ολόκληρη τη ζωή του υποκειμένου.

Όπως αναδεικνύει η συγγραφέας, ο εξαρτημένος θα επιχειρήσει να αποκτήσει έναν ιδιότυπο έλεγχο απέναντι στην καταβροχθιστική σχέση με την οικογένεια. Θα προσπαθήσει να θέσει όρια εκεί όπου η ταυτότητά του κινδυνεύει να αφανιστεί. Θα επιχειρήσει να γίνει ο ίδιος ο Άλλος που δεν βρέθηκε ποτέ στη ζωή του.

Με αυτόν τον τρόπο, η σχέση με την παραβατικότητα και τον κοινωνικό νόμο αποκτά ιδιαίτερο νόημα. Η σύγκρουση με τον Νόμο δεν είναι πάντοτε άρνηση του ορίου. Συχνά αποτελεί μια απεγνωσμένη αναζήτησή του.

Η συνάντηση με το δικαστήριο, τη φυλακή ή άλλες μορφές κοινωνικού ελέγχου μπορεί να λειτουργήσει ως συνάντηση με ένα όριο που δεν κατόρθωσε να εγκατασταθεί ψυχικά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναφορά της συγγραφέως στη διπλή λειτουργία της φυλακής: τόσο ως πραγματικό όσο και ως συμβολικό κράτημα. Ως ένας χώρος που μπορεί να παραπέμπει στις λειτουργίες συγκράτησης, οριοθέτησης και εμπερίεξης που περιγράφει ο Winnicott.

Ο θάνατος ως ορίζοντας της εξάρτησης

Με τον θάνατο, το υποκείμενο τοξικομανής φαίνεται να αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση.

Η ουσία χρησιμοποιείται αρχικά ως μέσο ανακούφισης από τον ψυχικό πόνο και την εσωτερική ένταση. Ωστόσο, σταδιακά μπορεί να μετατραπεί σε φορέα αυτοκαταστροφής.

Η επιθετική ενόρμηση, αντί να ενσωματωθεί και να συμβολοποιηθεί, στρέφεται εναντίον του ίδιου του υποκειμένου. Η υπερβολική δόση, η χρόνια σωματική φθορά ή οι επικίνδυνες συμπεριφορές αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας δυναμικής.

Η ενόρμηση θανάτου παρασύρει το υποκείμενο σε μια αδιάκοπη αναζήτηση ενός μυθικού, πλήρους Άλλου. Στην προοπτική αυτή, η ουσία εμφανίζεται ως υπόσχεση επιστροφής σε μια χαμένη πληρότητα, σε μια κατάσταση χωρίς έλλειψη και χωρίς όριο.

Η αναζήτηση αυτή είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη. Παρ’ όλα αυτά, οργανώνει μεγάλο μέρος της ψυχικής οικονομίας της εξάρτησης.

Στο σημείο αυτό το βιβλίο συνομιλεί άμεσα με ζητήματα που αφορούν τον αυτοτραυματισμό, τις αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές και τη σχέση του υποκειμένου με τον ψυχικό πόνο.

Τα κενά του ψυχισμού και η αναζήτηση ανακούφισης

Ένα από τα πιο δυνατά αποσπάσματα του βιβλίου περιγράφει τον τοξικομανή ως ένα υποκείμενο «γεμάτο κενά και τρύπες στον ψυχισμό του», που αναζητά απεγνωσμένα έναν τρόπο να αισθανθεί συμπαγές.

Η εικόνα αυτή διατρέχει ολόκληρο το έργο.

Η ουσία δεν έρχεται να δημιουργήσει κάτι καινούργιο. Έρχεται να καλύψει προσωρινά ένα κενό που προϋπάρχει. Να αμβλύνει τον πόνο που αναβλύζει από αρχαϊκά τραύματα, να περιορίσει την ανία, τη ντροπή, την ενοχή και το αίσθημα εσωτερικής ασυνέχειας.

Το πρόβλημα είναι ότι η ανακούφιση παραμένει προσωρινή.

Το κενό επιστρέφει.

Η ανάγκη επανεμφανίζεται.

Και η ουσία καλείται ξανά να επιτελέσει την ίδια λειτουργία.

Έτσι συγκροτείται ένας φαύλος κύκλος, στον οποίο η ανακούφιση και η καταστροφή συνυπάρχουν.

Τι μας διδάσκει η τοξικομανία;

Το βιβλίο της Ρόδης Καγγελάρη προσφέρει ορισμένες σημαντικές σκέψεις για την κατανόηση της τοξικομανίας.

Πρώτον, η τοξικομανία συνιστά ένα φαινόμενο βαθιάς διατάραξης του κοινωνικού δεσμού. Η σχέση με τους άλλους υποχωρεί, ενώ η σχέση με την ουσία καταλαμβάνει κεντρική θέση.

Δεύτερον, η ουσία της τοξικομανίας αφορά την κατάλυση των ορίων. Οτιδήποτε παραπέμπει σε περιορισμό, ματαίωση ή αναγνώριση της πραγματικότητας βιώνεται ως εμπόδιο που πρέπει να παρακαμφθεί.

Τρίτον, η χρήση ουσιών φαίνεται να εκφράζει με ιδιαίτερη ένταση μια λογική εξατομικευμένης απόλαυσης, η οποία χαρακτηρίζει και ευρύτερες όψεις του σύγχρονου πολιτισμού. Μια απόλαυση χωρίς τον Άλλο, χωρίς αναμονή και χωρίς συμβολική διαμεσολάβηση.

Τέταρτον, το σώμα αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο. Εκεί όπου η ψυχική αναπαράσταση αποτυγχάνει, το σώμα καλείται να μιλήσει. Να εκφράσει, να εκτονώσει, να μεταφέρει αυτό που δεν μπορεί να πάρει μορφή μέσα στον λόγο.

Τέλος, η τοξικομανία αποκαλύπτει μια βαθιά αντίφαση. Το υποκείμενο αναζητά την ελευθερία, αλλά καταλήγει σε μια νέα μορφή υποδούλωσης. Απορρίπτει τον Νόμο, ενώ ταυτόχρονα τον αναζητά. Επιχειρεί να αποφύγει το όριο, μόνο και μόνο για να συναντά συνεχώς τις συνέπειες της απουσίας του.

Επίλογος

Το βιβλίο Ο Τοξικομανής και ο Νόμος δεν προσεγγίζει την εξάρτηση ως μια απλή συμπεριφορική διαταραχή ούτε ως ένα αποκλειστικά κοινωνικό πρόβλημα. Αντίθετα, επιχειρεί να φωτίσει τη θέση του υποκειμένου απέναντι στην απόλαυση, τον Άλλο και τον Νόμο.

Η συμβολή του έγκειται ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση: από την ουσία στο υποκείμενο· από το σύμπτωμα στην υποκειμενική ιστορία· από την πράξη στις συνθήκες που την καθιστούν αναγκαία.

Μέσα από αυτή τη διαδρομή, ο αναγνώστης δεν συναντά μόνο τον τοξικομανή. Συναντά ερωτήματα που αφορούν κάθε ανθρώπινο υποκείμενο: την επιθυμία, την έλλειψη, τη ματαίωση, το όριο, την ελευθερία και τη δυνατότητα συγκρότησης ενός βιώσιμου κοινωνικού δεσμού.

Βιβλιογραφική αναφορά

Καγγελάρη, Ρ. (2009). Ο Τοξικομανής και ο Νόμος. Αθήνα: Εκδόσεις Εκκρεμές.

Σχετικά άρθρα

Share your love