
Μανία και Κατάθλιψη: Οι δύο όψεις της ενόρμησης θανάτου
Μια λακανική ανάγνωση της μανιοκαταθλιπτικής ψύχωσης
Η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα κλινικά πεδία της ψυχαναλυτικής θεωρίας, ακριβώς επειδή η μανία και η κατάθλιψη φαίνεται να συγκροτούν δύο διαφορετικές θέσεις του υποκειμένου απέναντι στην ίδια ψυχική συνθήκη.
Η μανία και η κατάθλιψη περιγράφονται συνήθως ως αντίθετες ψυχικές καταστάσεις. Η πρώτη συνδέεται με την υπερδιέγερση, την αίσθηση παντοδυναμίας και την αδιάκοπη κίνηση. Η δεύτερη με την αναδίπλωση, την ακινησία, την απώλεια ενδιαφέροντος και την οδύνη. Ωστόσο, η αντίθεση αυτή ίσως αποκρύπτει κάτι ουσιώδες.
Γιατί πίσω από την εναλλαγή της ευφορίας και της κατάρρευσης, της υπερκινητικότητας και της αδράνειας, μοιάζει να επανέρχεται το ίδιο ερώτημα: ποια θέση μπορεί να καταλάβει το υποκείμενο απέναντι σε μια απόλαυση που αδυνατεί να περιορίσει;
Από μια ψυχαναλυτική σκοπιά, η μανία και η κατάθλιψη δεν αποτελούν απλώς διακυμάνσεις της διάθεσης. Μπορούν να ιδωθούν ως δύο διαφορετικές απαντήσεις του υποκειμένου στο ίδιο αδιέξοδο. Ως δύο διαφορετικές θέσεις απέναντι στην έλλειψη, στην επιθυμία και τελικά απέναντι στην ενόρμηση θανάτου.
Στη λακανική θεωρία, η ψύχωση δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά ως διαταραχή του συναισθήματος. Το ερώτημα αφορά πρωτίστως τη σχέση του υποκειμένου με το Συμβολικό, με τον Νόμο και με τη λειτουργία του σημαίνοντος. Ο Lacan, ακολουθώντας την ανάγνωση των Απομνημονευμάτων του Schreber, θα επιμείνει ότι η ψύχωση σχετίζεται με μια ιδιαίτερη σχέση του υποκειμένου προς τη συμβολική τάξη. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια διαφορετική ερμηνεία του κόσμου αλλά μια διαφορετική θέση απέναντι στη δυνατότητα νοηματοδότησής του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του ψυχωτικού υποκειμένου με την εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το Στάδιο του Καθρέπτη δεν αφορά μόνο την αναγνώριση μιας εικόνας αλλά τη συγκρότηση μιας πρώτης φαντασιακής ενότητας εκεί όπου προηγουμένως υπήρχε η εμπειρία του κατακερματισμού. Το παιδί αναγνωρίζει τον εαυτό του στην εικόνα του, αλλά η εικόνα αυτή είναι ήδη μια αλλοτριωμένη ταύτιση. Το Εγώ συγκροτείται εξαρχής μέσα από μια σχέση με κάτι που βρίσκεται έξω από το ίδιο το υποκείμενο.
Στη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση, η κατοπτρική αυτή σχέση μοιάζει να αποκτά μια ιδιαίτερη ένταση. Το υποκείμενο γίνεται αιχμάλωτο των φαντασιακών του ταυτίσεων. Η εικόνα δεν λειτουργεί απλώς ως σημείο αναφοράς αλλά ως τόπος εγκλωβισμού. Το Εγώ παγιδεύεται ανάμεσα στη σαγήνη και την επιθετικότητα της κατοπτρικής σχέσης, ανάμεσα στην επιθυμία να ταυτιστεί με την εικόνα και στην αδυναμία να συμπέσει ολοκληρωτικά μαζί της.
Η αποτυχία της συμβολικής διαμεσολάβησης καθιστά το φαντασιακό πεδίο υπερβολικά βαρύ. Το υποκείμενο παραμένει εκτεθειμένο σε μια σχέση με τον Άλλο που συχνά λαμβάνει χαρακτηριστικά παντοδυναμίας. Η ύπαρξη του Άλλου δεν βιώνεται ως όριο αλλά ως δύναμη που κατακλύζει το υποκείμενο, απορροφώντας τις δυνατότητες διαφοροποίησης και αυτονομίας του.
Υπό αυτή την έννοια, η μανία και η κατάθλιψη δεν εμφανίζονται ως αντίθετες καταστάσεις αλλά ως διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο αδιέξοδο.
Η μανία μοιάζει με μια απόπειρα φυγής από την έλλειψη. Σαν μια στιγμή όπου το υποκείμενο επιχειρεί να ζήσει σαν να μην υπάρχει απώλεια, σαν να μην υπάρχει όριο, σαν να μην υπάρχει τίποτα που να αντιστέκεται στην απόλαυση.
Η σκέψη επιταχύνεται. Οι συνδέσεις πολλαπλασιάζονται. Η πραγματικότητα μοιάζει να ανοίγεται σε απεριόριστες δυνατότητες. Τίποτα δεν φαίνεται αδύνατο. Τίποτα δεν φαίνεται αρκετό.
Πρόκειται όμως για μια ελευθερία που πλησιάζει επικίνδυνα την αυτοκαταστροφή.
Η μανία δεν συνιστά απλώς περίσσεια ζωής. Συχνά εκφράζει μια ιδιότυπη υποταγή στην απόλαυση. Το υποκείμενο εγκαταλείπεται σε μια ατέρμονη κίνηση χωρίς τέρμα, σε μια αναζήτηση ικανοποίησης που αδυνατεί να αναγνωρίσει οποιοδήποτε όριο. Η έλλειψη, που συνήθως οργανώνει την επιθυμία, μοιάζει προσωρινά να καταργείται. Και ακριβώς γι’ αυτό η επιθυμία μετατρέπεται σε καταναγκασμό.
Η κατάθλιψη, αντίθετα, μοιάζει να αποκαλύπτει το τίμημα αυτής της συνθήκης.
Εκεί όπου η μανία επιχειρεί να αρνηθεί την έλλειψη, η κατάθλιψη συντρίβεται μπροστά σε αυτήν. Το υποκείμενο δεν βιώνει μόνο θλίψη ή απώλεια ενδιαφέροντος. Βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ριζική αποεπένδυση του κόσμου. Η εικόνα του εαυτού αποδυναμώνεται, η επιθυμία υποχωρεί, η σχέση με τον Άλλο χάνει τη σταθερότητά της.
Η επιθετικότητα που προηγουμένως εκτεινόταν προς τα έξω αναδιπλώνεται πάνω στο ίδιο το Εγώ. Το υποκείμενο μετατρέπεται ταυτόχρονα σε κατήγορο και κατηγορούμενο. Η οδύνη δεν προέρχεται μόνο από αυτό που χάθηκε αλλά και από την αδυναμία ανασυγκρότησης μιας θέσης μέσα στον κόσμο.
Η μανία και η κατάθλιψη μπορούν να ιδωθούν ως δύο διαφορετικές απαντήσεις του υποκειμένου σε μια συνάντηση με το Πραγματικό που αδυνατεί να συμβολοποιηθεί πλήρως. Εκεί όπου ο λόγος αποτυγχάνει να συγκρατήσει την εμπειρία, το υποκείμενο καλείται να βρει έναν τρόπο να συνεχίσει να υπάρχει.
Υπό αυτή την έννοια, η μανία και η κατάθλιψη δεν αποτελούν δύο ξεχωριστές πραγματικότητες. Αποτελούν δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας δυσκολίας συμβολικής επεξεργασίας της απόλαυσης.
Η μία επιχειρεί να υπερβεί κάθε όριο.
Η άλλη συντρίβεται μπροστά στην απουσία του.
Ίσως τελικά η μανιοκαταθλιπτική ψύχωση να μην αφορά πρωτίστως μια εναλλαγή ανάμεσα στην υπερβολική ευφορία και τη βαθιά θλίψη. Ίσως αφορά τη διαρκή μετακίνηση του υποκειμένου ανάμεσα σε δύο διαφορετικές θέσεις απέναντι στην ίδια αδύνατη συνάντηση με το Πραγματικό.
Εκεί όπου η επιθυμία δυσκολεύεται να βρει το μέτρο της.
Εκεί όπου η απόλαυση παύει να οργανώνεται από τον Νόμο.
Εκεί όπου η ενόρμηση θανάτου παύει να λειτουργεί ως σιωπηλό υπόστρωμα της ψυχικής ζωής και εμφανίζεται πλέον στο προσκήνιο, άλλοτε με τη μορφή της ατέρμονης κίνησης της μανίας και άλλοτε με τη μορφή της ακινησίας της κατάθλιψης.
Ίσως τελικά η μανία και η κατάθλιψη να μην αποτελούν παρά δύο διαφορετικές προσπάθειες του υποκειμένου να απαντήσει στο ίδιο αδιέξοδο. Η μία μέσα από την ατέρμονη κίνηση, η άλλη μέσα από την ακινησία. Η μία μέσα από την άρνηση κάθε ορίου, η άλλη μέσα από τη συντριβή μπροστά στην απουσία του.
Και στις δύο περιπτώσεις, το υποκείμενο μοιάζει να κινείται γύρω από το ίδιο κενό.
Γύρω από ένα σημείο όπου η επιθυμία αποδυναμώνεται, η απόλαυση καθίσταται ανεξέλεγκτη και η ενόρμηση θανάτου παύει να παραμένει στο παρασκήνιο της ψυχικής ζωής.
Εκεί όπου η μανία και η κατάθλιψη αποκαλύπτονται όχι ως αντίθετα φαινόμενα αλλά ως οι δύο όψεις της ίδιας τραγικής συνθήκης.