
Το σώμα ως τελευταίος τόπος του λόγου
Για την εφηβεία, την αυτοκαταστροφή και το σημείο όπου η λέξη αποτυγχάνει
Η εφηβεία και η αυτοκαταστροφή συναντιούνται ορισμένες φορές σε εκείνο το σκοτεινό σημείο όπου η ανθρώπινη πράξη εμφανίζεται σαν ρήγμα μέσα στη γλώσσα. Σαν κάτι να διακόπτει απότομα τη συνέχεια του κόσμου και να αφήνει πίσω του όχι μόνο οδύνη, αλλά και μια βαθιά αμηχανία απέναντι σε αυτό που δεν κατορθώνει να ειπωθεί.
Οι αυτοκαταστροφικές και αυτοκτονικές συμπεριφορές των εφήβων ανήκουν συχνά σε αυτή την περιοχή. Όχι ως «περιστατικά» που μπορούν εύκολα να ταξινομηθούν ή να εξηγηθούν, αλλά ως στιγμές όπου το ίδιο το υποκείμενο μοιάζει να φτάνει στα όρια της δυνατότητάς του να αντέχει τον εαυτό του.
Η εφηβεία δεν είναι ποτέ απλώς μια ηλικιακή μετάβαση. Είναι μια αναστάτωση της ύπαρξης. Μια βίαιη αναδιάταξη του σώματος, της επιθυμίας, της εικόνας του εαυτού και της θέσης απέναντι στον Άλλον. Κάτι από τον παιδικό κόσμο καταρρέει χωρίς ακόμη να έχει συγκροτηθεί ένας νέος τρόπος κατοίκησης του εαυτού. Το σώμα γίνεται ξένο. Το βλέμμα των άλλων αποκτά υπερβολικό βάρος. Η επιθυμία παύει να είναι αθώα και μετατρέπεται σε αίνιγμα.
Ο έφηβος έρχεται τότε αντιμέτωπος με κάτι που η ψυχανάλυση γνώριζε ανέκαθεν: ότι το υποκείμενο δεν συμπίπτει ποτέ πλήρως με τον εαυτό του. Υπάρχει πάντοτε ένα κενό, μια ρωγμή, ένα σημείο ασυνέχειας μέσα στον ψυχισμό. Στην εφηβεία όμως αυτό το κενό παύει να είναι σιωπηλό. Διογκώνεται. Απαιτεί απάντηση.
Η σχέση ανάμεσα στην εφηβεία και αυτοκαταστροφή δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα από απλουστευτικές ερμηνείες κινδύνου ή παρορμητικότητας.
Γι’ αυτό και ορισμένες αυτοκαταστροφικές πράξεις δεν μπορούν να διαβαστούν μόνο ως επιθυμία θανάτου. Συχνά μοιάζουν περισσότερο με μια απελπισμένη προσπάθεια διακοπής ενός αφόρητου εσωτερικού θορύβου. Σαν το υποκείμενο να επιχειρεί να αποδράσει όχι τόσο από τη ζωή, όσο από μια μορφή ψυχικής ασφυξίας που δεν κατορθώνει να συμβολοποιήσει.
Υπάρχει κάτι βαθιά τραγικό στο γεγονός ότι πολλοί νέοι άνθρωποι δεν διαθέτουν λέξεις για να περιγράψουν αυτό που τους συμβαίνει. Όχι επειδή «δεν επικοινωνούν», αλλά επειδή ορισμένες εμπειρίες εμφανίζονται πριν ακόμη υπάρξει ψυχικός χώρος για να μετατραπούν σε σκέψη. Τότε η πράξη εμφανίζεται εκεί όπου ο λόγος υποχωρεί.
Ο αυτοτραυματισμός, η επικίνδυνη έκθεση, η βίαιη εκφόρτιση, ακόμη και η αυτοκτονική απόπειρα, εμφανίζονται μερικές φορές σαν προσπάθειες να αποκτήσει όριο κάτι που βιώνεται ως διάχυτο και αδιανόητο. Σαν μια ύστατη απόπειρα συγκράτησης μιας εσωτερικής αποδιοργάνωσης που απειλεί να κατακλύσει το υποκείμενο.
Και ίσως αυτό να αφορά βαθύτερα και την ίδια την εποχή μας.
Μια εποχή που μιλά αδιάκοπα για έκφραση, ενώ δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να ακούσει. Που υπόσχεται ελευθερία, αλλά ταυτόχρονα επιβάλλει μια εξαντλητική απαίτηση ορατότητας. Το σύγχρονο υποκείμενο καλείται συνεχώς να παρουσιάζει τον εαυτό του, να τον επιμελείται, να τον βελτιώνει, να τον καθιστά επιθυμητό. Να υπάρχει μέσα από την εικόνα του.
Ο έφηβος βρίσκεται στο κέντρο αυτής της πίεσης. Πολύ πριν αποκτήσει μια στοιχειώδη αίσθηση εσωτερικής συνέχειας, καλείται ήδη να απαντήσει στο ερώτημα του ποιος είναι. Και μάλιστα δημόσια. Το βλέμμα του Άλλου δεν αποσύρεται ποτέ. Παρακολουθεί, αξιολογεί, συγκρίνει. Η αίσθηση ανεπάρκειας εγκαθίσταται νωρίς, σχεδόν αθόρυβα.
Κάποτε, μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η θλίψη δεν βιώνεται πλέον ως συναίσθημα αλλά ως κενότητα. Όχι ως πόνος που μπορεί να ειπωθεί, αλλά ως αίσθηση εσωτερικής εξαφάνισης. Ορισμένοι έφηβοι περιγράφουν ότι «δεν νιώθουν τίποτα». Άλλοι μιλούν για μια αδιόρατη αποσύνδεση από το ίδιο τους το σώμα, σαν να παρακολουθούν τον εαυτό τους από απόσταση. Υπάρχουν στιγμές όπου η ψυχική ζωή μοιάζει να αποσύρεται και στη θέση της να απομένει μόνο μια σιωπηλή ένταση χωρίς όνομα.
Ο Winnicott είχε γράψει πως πίσω από ορισμένες μορφές κατάρρευσης κρύβεται ο φόβος μιας κατάρρευσης που έχει ήδη συμβεί σε κάποιο πρώιμο επίπεδο της ψυχικής ζωής. Ίσως γι’ αυτό κάποιες αυτοκαταστροφικές πράξεις προκαλούν την αίσθηση ότι δεν εμφανίζονται ξαφνικά, αλλά σαν κάτι να είχε ήδη αρχίσει να σπάει πολύ πριν γίνει ορατό.
Και όμως, η εποχή μας μοιάζει να αντέχει όλο και λιγότερο αυτή τη ρωγμή. Βιάζεται να δώσει εξηγήσεις, να ταξινομήσει, να καθησυχάσει. Όμως η αυτοκτονικότητα δεν είναι ποτέ μόνο ένα γεγονός προς εξήγηση. Είναι και ένα σκοτεινό ερώτημα προς τον Άλλον.
Ίσως τελικά αυτό που τρομάζει περισσότερο στις αυτοκαταστροφικές πράξεις των νέων να είναι ότι φέρνουν στην επιφάνεια κάτι που η κοινωνία προσπαθεί επίμονα να απομακρύνει: την ύπαρξη του κενού, της έλλειψης, της αδυναμίας του ανθρώπου να είναι πλήρης. Σε έναν κόσμο που απαιτεί αδιάκοπα ευτυχία, απόδοση και διαθεσιμότητα, η εφηβική κατάρρευση επιστρέφει σαν υπενθύμιση ότι το ανθρώπινο υποκείμενο οργανώνεται πάντοτε και γύρω από το τραύμα, την απώλεια και το ανείπωτο.
Και τότε, κάποτε, το σώμα εμφανίζεται ως ο τελευταίος τόπος όπου επιχειρεί να εγγραφεί αυτό που δεν βρήκε ποτέ λέξεις.