
Η Κατάθλιψη ως Ερώτημα προς την Επιθυμία
Για την έλλειψη, την απόλαυση και όσα δεν μπορούν να ειπωθούν εύκολα
Η κατάθλιψη αποτελεί μία από τις συχνότερες μορφές ψυχικής οδύνης της εποχής μας. Περιγράφεται συνήθως ως θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος, έλλειψη ενέργειας ή αδυναμία απόλαυσης της ζωής. Συχνά αποδίδεται σε βιολογικούς παράγοντες, σε διαταραχές της χημείας του εγκεφάλου ή σε δυσμενείς συνθήκες της πραγματικότητας. Όλες αυτές οι προσεγγίσεις έχουν τη σημασία τους. Ωστόσο, από μια ψυχαναλυτική σκοπιά, η κατάθλιψη δεν εξαντλείται ούτε σε ένα συναίσθημα ούτε σε μια βιολογική εξήγηση.
Η ψυχανάλυση δεν ξεκινά από το ερώτημα «τι έχει το υποκείμενο;» αλλά από το ερώτημα «ποια θέση καταλαμβάνει το υποκείμενο μέσα στην ιστορία του;».
Υπό αυτή την έννοια, η κατάθλιψη δεν αποτελεί απλώς μια κατάσταση θλίψης. Αποτελεί μια ιδιαίτερη σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία του.
Σε μια εποχή που απαιτεί διαρκή παραγωγικότητα, λειτουργικότητα και ευτυχία, η κατάθλιψη εμφανίζεται συχνά ως αποτυχία. Το υποκείμενο αισθάνεται ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της ζωής, να εργαστεί, να αγαπήσει, να δημιουργήσει ή να επιθυμήσει. Η ψυχανάλυση, ωστόσο, προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση. Αντί να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη αποκλειστικά ως σύμπτωμα προς εξάλειψη, επιχειρεί να ακούσει τι ακριβώς λέγεται μέσα από αυτήν.
Για τον Freud, το ερώτημα της μελαγχολίας συνδέεται με μια απώλεια που το υποκείμενο αδυνατεί να συμβολοποιήσει πλήρως. Κάτι έχει χαθεί, αλλά το ίδιο το υποκείμενο δεν γνωρίζει πάντοτε τι ακριβώς είναι αυτό που έχασε. Η απώλεια δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο ή ένα γεγονός. Συχνά αφορά μια ταύτιση, μια φαντασίωση για τον εαυτό, μια θέση μέσα στον κόσμο ή μια προσδοκία για τον Άλλο.
Ο Lacan θα μετατοπίσει ακόμη περισσότερο το ερώτημα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο τι χάθηκε αλλά και πώς το υποκείμενο τοποθετείται απέναντι στην έλλειψη. Διότι η έλλειψη δεν αποτελεί ένα ατύχημα της ανθρώπινης ζωής που κάποτε θα εξαλειφθεί. Αντίθετα, αποτελεί την ίδια τη συνθήκη μέσα από την οποία συγκροτείται η επιθυμία.
Το υποκείμενο επιθυμεί επειδή κάτι λείπει.
Δεν υπάρχει πλήρης ταυτότητα. Δεν υπάρχει πλήρης ικανοποίηση. Δεν υπάρχει κάποιο αντικείμενο που θα μπορέσει να καλύψει οριστικά το κενό γύρω από το οποίο οργανώνεται η ύπαρξη.
Η επιθυμία γεννιέται ακριβώς σε αυτή την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που αναζητούμε.
Η κατάθλιψη συχνά εμφανίζεται όταν η σχέση του υποκειμένου με την επιθυμία του αποδυναμώνεται. Όχι επειδή η επιθυμία εξαφανίζεται αλλά επειδή το υποκείμενο δυσκολεύεται να καταλάβει μια θέση απέναντί της. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά χάνει τον προσανατολισμό της. Τα αντικείμενα, οι σχέσεις και τα σχέδια που κάποτε είχαν αξία μοιάζουν να αδειάζουν από νόημα.
Η κατάθλιψη αναδύεται συχνά ακριβώς σε αυτό το σημείο. Εκεί όπου το υποκείμενο παραιτείται από την αναζήτηση μιας δικής του απάντησης απέναντι στην έλλειψη και επιχειρεί να τη φράξει μέσω αντικειμένων, σχέσεων ή ταυτίσεων που υπόσχονται μια φαντασιακή πληρότητα. Όταν η υπόσχεση αυτή καταρρέει, δεν αποκαλύπτεται απλώς μια απώλεια. Αποκαλύπτεται η ίδια η αδυνατότητα της πληρότητας.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η κατάθλιψη δεν αποτελεί μόνο τόπο οδύνης. Αποτελεί και μια ιδιαίτερη σχέση με την απόλαυση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το υποκείμενο «απολαμβάνει» συνειδητά την οδύνη του. Σημαίνει ότι παραμένει δεμένο με έναν τρόπο ύπαρξης που, παρά το κόστος του, του προσφέρει μια ασυνείδητη σταθερότητα. Όπως κάθε σύμπτωμα, έτσι και η κατάθλιψη εμπεριέχει μια διάσταση απόλαυσης. Γι’ αυτό και η έξοδος από αυτήν δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ανακούφιση του πόνου αλλά και από τη μεταβολή της θέσης του υποκειμένου απέναντι σε αυτό που το καθηλώνει.
Η ψυχανάλυση δεν προτείνει την κατάργηση της έλλειψης. Δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς οδύνη, αντιφάσεις ή αμφιθυμίες. Αντίθετα, επιχειρεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε το υποκείμενο να αναλάβει μια διαφορετική θέση απέναντι στην ιστορία του, απέναντι στην επιθυμία του και απέναντι στους σημαντικούς Άλλους της ζωής του.
Μέσα στην αναλυτική διαδικασία, το σύμπτωμα παύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πρόβλημα. Γίνεται αντικείμενο διερεύνησης. Γίνεται φορέας νοήματος. Γίνεται ένας ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο έχει επιχειρήσει να απαντήσει σε κάτι που το υπερβαίνει.
Όπως συμβαίνει και σε άλλες μορφές ψυχικής οδύνης, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι συνέβη αλλά και το πώς το υποκείμενο τοποθετήθηκε απέναντι σε αυτό.
Πώς μπορεί να απαντήσει κανείς όταν δεν φαίνεται να υπάρχει τίποτα πέρα από την οδύνη του συναισθήματος;
Πώς μπορεί να περάσει από την ακινησία σε μια νέα σχέση με την επιθυμία;
Τι επιθυμεί τελικά ένας άνθρωπος που έχει «σταυρώσει τα χέρια» μπροστά στη ζωή;
Ίσως η κατάθλιψη να μην αποτελεί μόνο ένα πρόβλημα προς επίλυση αλλά και ένα ερώτημα που απευθύνεται στο ίδιο το υποκείμενο.
Όχι το ερώτημα της ευτυχίας.
Ούτε το ερώτημα της προσαρμογής.
Αλλά το ερώτημα της επιθυμίας.
Τι επιθυμεί το υποκείμενο πέρα από τις απαιτήσεις των Άλλων;
Τι παραμένει ζωντανό όταν καταρρεύσουν οι ταυτίσεις που το στήριζαν;
Και ποια θέση μπορεί να καταλάβει απέναντι σε εκείνη την έλλειψη που καμία γνώση, κανένα αντικείμενο και καμία σχέση δεν μπορούν να εξαλείψουν οριστικά;
Ίσως η αναλυτική εργασία να αρχίζει ακριβώς εκεί.
Στο σημείο όπου η κατάθλιψη παύει να αντιμετωπίζεται μόνο ως σύμπτωμα και αρχίζει να ακούγεται ως ένα ερώτημα προς την επιθυμία.