Η αντίσταση και το έργο της επανάληψης

Η επανάληψη των ρόλων και η δυσκολία μιας διαφορετικής σχέσης

Η αντίσταση στη θεραπεία περιγράφεται συχνά ως εμπόδιο στην αλλαγή. Σε αρκετές περιπτώσεις όμως, η αντίσταση δεν αποτελεί απλώς άρνηση συνεργασίας ή δυσκολία προσαρμογής στη θεραπευτική διαδικασία. Αποτελεί έναν τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο προσπαθεί να διατηρήσει μια ορισμένη ψυχική οργάνωση, ακόμη κι όταν αυτή συνοδεύεται από πόνο ή αδιέξοδο.

Κάθε θεραπευτική σχέση εισάγει από την αρχή μια σκηνή.

Μια σκηνή πάνω στην οποία το υποκείμενο δεν εμφανίζεται ποτέ χωρίς ιστορία. Μεταφέρει προηγούμενες σχέσεις, εμπειρίες απογοήτευσης, φόβους εγκατάλειψης, ανάγκες αναγνώρισης και επαναλαμβανόμενα σενάρια μέσα από τα οποία έχει μάθει να σχετίζεται με τον Άλλο.

Η αντίσταση εμφανίζεται συχνά ακριβώς σε εκείνο το σημείο όπου η θεραπευτική διαδικασία αρχίζει να αγγίζει αυτά τα ήδη γνώριμα σενάρια.

Το υποκείμενο μοιάζει τότε να καλεί τον θεραπευτή να καταλάβει έναν αναμενόμενο ρόλο. Έναν ρόλο που έχουν ήδη υποδυθεί σημαντικοί άλλοι στο παρελθόν:

  • εκείνος που θα απορρίψει,
  • εκείνος που δεν θα καταλάβει,
  • εκείνος που θα ελέγξει,
  • εκείνος που θα απογοητευτεί,
  • ή εκείνος που τελικά θα εγκαταλείψει.

Η θεραπευτική σχέση δεν ξεκινά ποτέ σε κενό χώρο. Ο θεραπευτής εισέρχεται αναπόφευκτα σε μια ήδη υπάρχουσα σκηνοθεσία.

Και πολύ συχνά η αντίσταση δεν είναι τίποτε άλλο από η προσπάθεια του υποκειμένου να διασφαλίσει ότι το έργο θα συνεχίσει να παίζεται όπως πάντα. Όχι επειδή αυτό το έργο είναι ευχάριστο, αλλά επειδή είναι γνώριμο.

Η επανάληψη, ακόμη και όταν οδηγεί σε οδύνη, προσφέρει μια μορφή σταθερότητας.

Το υποκείμενο γνωρίζει ήδη:

  • πώς να απογοητεύεται,
  • πώς να εγκαταλείπεται,
  • πώς να αισθάνεται ανεπαρκές,
  • πώς να φοβάται την απόρριψη,
  • ή πώς να τοποθετείται απέναντι στο βλέμμα του Άλλου.

Αυτό που παραμένει άγνωστο είναι τι θα συμβεί αν αυτή η οργάνωση αρχίσει να μετατοπίζεται.

Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται ο πυρήνας της αντίστασης.

Γιατί η αλλαγή δεν συνεπάγεται μόνο την απώλεια ενός συμπτώματος ή μιας επώδυνης επανάληψης. Συνεπάγεται και την απώλεια μιας θέσης μέσα από την οποία το υποκείμενο είχε μάθει να υπάρχει, να σχετίζεται και να αναγνωρίζεται.

Ακόμη και το σύμπτωμα μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος συνοχής.

Ακόμη και η επανάληψη μπορεί να προσφέρει μια παράδοξη μορφή ασφάλειας.

Γι’ αυτό και η αντίσταση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως «πείσμα» ή ως χαρακτηριολογικό ελάττωμα. Πολύ συχνά αποτελεί έναν τρόπο προστασίας απέναντι στην αγωνία που προκαλεί η πιθανότητα μιας διαφορετικής σχέσης με τον Άλλο αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό.

Σε αυτό το σημείο η θεραπεία αποκτά πραγματική ένταση.

Το υποκείμενο μοιάζει να δοκιμάζει διαρκώς αν ο θεραπευτής θα επαναλάβει το ήδη γνωστό κείμενο. Αν θα ανταποκριθεί με τον τρόπο που ανταποκρίθηκαν και άλλοι πριν από αυτόν. Αν η σχέση θα οδηγηθεί ξανά στην ίδια κατάληξη.

Σαν να αναζητά ταυτόχρονα:

  • και μια επιβεβαίωση του ήδη γνωστού,
  • και την πιθανότητα να συμβεί κάτι διαφορετικό.

Αυτή η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα της μεταβίβασης.

Το υποκείμενο επαναλαμβάνει όχι μόνο επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, αλλά και επειδή μέσα στην επανάληψη διατηρείται κάτι από τον τρόπο με τον οποίο έχει μάθει να σχετίζεται με την επιθυμία, την έλλειψη και το βλέμμα του Άλλου.

Η επανάληψη δεν είναι ποτέ εντελώς κενή.

Υπάρχει μέσα της κάτι που επιμένει.

Κάτι που επιστρέφει ακόμη κι όταν παίρνει τη μορφή συμπτώματος, αποτυχίας ή αδιεξόδου.

Και ίσως ακριβώς εκεί να βρίσκεται το πιο κρίσιμο σημείο της θεραπευτικής διαδικασίας:
όχι στην απλή «διόρθωση» του συμπτώματος, αλλά στη δυνατότητα να παραχθεί κάτι που δεν θα επαναλάβει ολοκληρωτικά το ήδη γνωστό έργο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η επανάληψη εξαφανίζεται. Ούτε ότι το υποκείμενο παύει να επιστρέφει σε γνώριμες μορφές σχέσης. Σημαίνει όμως ότι μέσα στη θεραπευτική σκηνή μπορεί σταδιακά να δημιουργηθεί ένας μικρός χώρος όπου η επανάληψη δεν λειτουργεί πια μόνο ως αναπόφευκτη μοίρα.

Η αντίσταση τότε παύει να είναι απλώς εμπόδιο. Γίνεται σημείο κατανόησης του τρόπου με τον οποίο το υποκείμενο οργανώνει τις σχέσεις του και της αγωνίας που συνοδεύει κάθε πιθανότητα αλλαγής.

Ίσως τελικά η θεραπευτική αλλαγή να μην αφορά την έξοδο από τη σκηνή της επανάληψης, αλλά τη δυνατότητα του υποκειμένου να μην ταυτίζεται ολοκληρωτικά με τον ρόλο που μέχρι τότε καθόριζε τη σχέση του με τον Άλλο.

 

Σχετικά Άρθρα

Share your love