Αυτοπαρατήρηση και ακρωτηριασμένες σκέψεις

Η αγωνία μπροστά σε αυτό που η σκέψη φαίνεται να αποκαλύπτει για το υποκείμενο

Οι ακρωτηριασμένες σκέψεις και η αυτοπαρατήρηση εμφανίζονται συχνά όταν το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με κάτι που μοιάζει να ρηγματώνει την εικόνα του εαυτού. Ο φόβος απέναντι στο περιεχόμενο των σκέψεων μοιάζει συχνά με τις κλασικές φοβίες, χωρίς όμως να ταυτίζεται πλήρως με αυτές. Στις συνήθεις φοβίες το φοβικό αντικείμενο εμφανίζεται σχετικά περιορισμένο και προσδιορίσιμο: ένα ζώο, μια ασθένεια, ένας κλειστός χώρος, ένα ύψος. Η απειλή αποκτά συγκεκριμένη μορφή και ο ψυχισμός οργανώνεται γύρω από αυτή.

Στην περίπτωση όμως του φόβου απέναντι στη σκέψη, η απειλή παραμένει συχνά ασαφής, διάχυτη και δυσανάλογη με το ίδιο το περιεχόμενο της σκέψης. Το υποκείμενο δυσκολεύεται να εξηγήσει τι ακριβώς το τρομάζει. Δεν φοβάται μόνο τη σκέψη, αλλά και αυτό που η σκέψη μοιάζει να αποκαλύπτει για το ίδιο.

Σαν να έχει εμφανιστεί ξαφνικά κάτι που διαταράσσει την εσωτερικευμένη εικόνα του εαυτού:

  • μια επιθετική φαντασίωση,
  • μια απαγορευμένη επιθυμία,
  • μια αμφιθυμία,
  • μια βίαιη εικόνα,
  • ή ακόμη και η υποψία ότι «ίσως να είμαι και αυτό».

Και ακριβώς εκεί αρχίζει η αγωνία.

Όχι επειδή η σκέψη αποτελεί κατ’ ανάγκη κίνδυνο, αλλά επειδή απειλεί τη φαντασιακή συνοχή μέσα από την οποία το υποκείμενο αναγνωρίζει τον εαυτό του ως σταθερό, ηθικά συνεκτικό και ελέγξιμο.

Η σκέψη λειτουργεί τότε σαν ρήγμα μέσα στην εικόνα του Εγώ.

Το υποκείμενο μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε μια αποκάλυψη που δεν μπορεί να αναγνωρίσει πλήρως ως δική του, αλλά ούτε και να απορρίψει ολοκληρωτικά. Η σκέψη έχει ήδη εμφανιστεί στη συνειδητότητα και δεν μπορεί πλέον να αναιρεθεί σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζεται τότε μια χαρακτηριστική εσωτερική φράση:

«Δεν μπορεί να είμαι εγώ αυτός.»

Δεν πρόκειται απλώς για άρνηση της σκέψης. Πρόκειται για μια αγωνιώδη προσπάθεια διατήρησης της εικόνας του εαυτού απέναντι σε κάτι που τη ρηγματώνει.

Το υποκείμενο επιχειρεί να πάρει απόσταση:

  • να αναλύσει τη σκέψη,
  • να ελέγξει το νόημά της,
  • να εντοπίσει την προέλευσή της,
  • να τη διαψεύσει,
  • ή να βεβαιωθεί ότι «δεν το εκφράζει πραγματικά».

Όμως όσο περισσότερο επιχειρεί να επιβεβαιώσει ότι η σκέψη δεν το αφορά, τόσο περισσότερο εγκλωβίζεται σε μια ατέρμονη διαδικασία αυτοπαρατήρησης.

Η σκέψη μετατρέπεται τότε σε αντικείμενο συνεχούς ελέγχου.

Το υποκείμενο παρακολουθεί τον εαυτό του:

  • τις αντιδράσεις του,
  • τις μικρές μεταβολές του συναισθήματος,
  • τις εικόνες που εμφανίζονται,
  • τις πιθανές «ενδείξεις»,
  • ακόμη και την ίδια του την αγωνία.

Σαν να παρακολουθεί τον εαυτό του μέσα από ένα εσωτερικευμένο βλέμμα του Άλλου που απαιτεί διαρκή έλεγχο, καθαρότητα και βεβαιότητα. Το βλέμμα παύει έτσι να λειτουργεί ως σημείο αναγνώρισης και μετατρέπεται σε μορφή εσωτερικής επιτήρησης.

Σαν να υπάρχει πάντα ένας Άλλος που παρακολουθεί τη σκέψη, αξιολογεί την καθαρότητά της και απαιτεί από το υποκείμενο να αποδείξει ότι παραμένει ίδιο με την εικόνα που έχει σχηματίσει για τον εαυτό του.

Όμως αυτή η αυτοπαρατήρηση δεν οδηγεί απαραίτητα σε επίγνωση. Πολύ συχνά μετατρέπεται σε μια εξαντλητική μορφή ψυχικού ελέγχου.

Μια αυστηρή υπερεγωτική λειτουργία αναλαμβάνει να αξιολογεί, να φιλτράρει και να επιβάλλει κυρώσεις απέναντι στο περιεχόμενο της σκέψης. Η σκέψη δεν βιώνεται πλέον μόνο ως ανεπιθύμητη, αλλά ως απειλητική για την ίδια τη συνοχή του Εγώ.

Το υποκείμενο δεν προσπαθεί απλώς να απαλλαγεί από τη σκέψη. Προσπαθεί να προστατεύσει την εικόνα του εαυτού από μια πιθανή κατάρρευση.

Και ακριβώς εκεί αρχίζει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ακρωτηριασμός της σκέψης.

Το περιεχόμενο δεν εξαφανίζεται πλήρως. Αντίθετα, αποσυνδέεται από τις συμβολικές του αλυσίδες, αποκόπτεται από τις αποχρώσεις, τις συνδέσεις και τις πιθανές σημασίες του. Παραμένει σαν απομονωμένο ίχνος, υπερφορτισμένο με άγχος και αγωνία, χωρίς δυνατότητα ουσιαστικής συμβολικής επεξεργασίας.

Η σκέψη γίνεται έτσι κάτι ταυτόχρονα ξένο και υπερβολικά οικείο.

Κάτι που το υποκείμενο δεν μπορεί ούτε να αναγνωρίσει ούτε να εγκαταλείψει.

Σε αρκετές περιπτώσεις, αυτό που επιστρέφει δεν είναι πλέον το αρχικό περιεχόμενο της σκέψης, αλλά η ίδια η αγωνία απέναντι στη δυνατότητα ύπαρξης μιας τέτοιας σκέψης. Η λειτουργία της σκέψης καθίσταται τότε η ίδια φοβογόνος.

Το υποκείμενο παύει σταδιακά να φοβάται μόνο «τι σκέφτηκε» και αρχίζει να φοβάται την ίδια τη δυνατότητα να σκέφτεται χωρίς απόλυτο έλεγχο.

Το αποτέλεσμα είναι συχνά ένα διάχυτο αίσθημα αδιεξόδου:

  • μια αίσθηση εσωτερικής παγίδευσης,
  • ψυχικής εξάντλησης,
  • μόνιμης επιφυλακής απέναντι στον ίδιο τον εαυτό,
  • ή ένα αίσθημα ενοχής χωρίς σαφές αντικείμενο.

Το υποκείμενο μοιάζει να αναπτύσσει μια σχεδόν «αλλεργική» αντίδραση απέναντι στις ίδιες του τις σκέψεις. Όχι επειδή κάθε σκέψη είναι επικίνδυνη, αλλά επειδή ορισμένες σκέψεις αγγίζουν εκείνα τα σημεία όπου η εικόνα του εαυτού δεν μπορεί να παραμείνει πλήρως σταθερή.

Και ίσως τελικά η αγωνία να μην αφορά τόσο το περιεχόμενο της σκέψης, όσο την αδυναμία του υποκειμένου να αντέξει ότι η επιθυμία, η αμφιθυμία και η εσωτερική ετερότητα δεν μπορούν ποτέ να ενταχθούν πλήρως σε μια απόλυτα ελεγχόμενη εικόνα του εαυτού.

Σχετικά Άρθρα

Share your love