Η μοναξιά, η απειλή και η διάρρηξη της καθημερινής κανονικότητας

Όταν ο κόσμος έγινε ανοίκειος κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η καθημερινότητα έχασε τη γνώριμη μορφή της. Οι δρόμοι άδειασαν, η ανθρώπινη παρουσία περιορίστηκε, το σώμα του άλλου απέκτησε επικινδυνότητα και η καθημερινότητα οργανώθηκε γύρω από την απειλή μιας αόρατης εισβολής. Αυτό που μέχρι τότε λειτουργούσε ως αυτονόητο —η επαφή, η εγγύτητα, η μετακίνηση, η συνέχεια της ζωής— βρέθηκε ξαφνικά υπό αμφισβήτηση.

Η εμπειρία αυτή δεν αφορούσε μόνο μια υγειονομική κρίση. Αφορούσε τη διάρρηξη μιας βαθύτερης φαντασίωσης σταθερότητας. Το σύγχρονο υποκείμενο έχει μάθει να οργανώνει την ύπαρξή του γύρω από την αίσθηση ότι μπορεί να προβλέπει, να σχεδιάζει και να ελέγχει. Η καθημερινότητα λειτουργεί ως ένα πλέγμα επαναλήψεων που δημιουργεί την ψευδαίσθηση συνέχειας και προστασίας: εργασία, υποχρεώσεις, διαρκής κινητικότητα, στόχοι, συνεχής διαθεσιμότητα. Μέσα σε αυτή τη ροή, η ευαλωτότητα μετατοπίζεται συνήθως αλλού — στους ήδη ασθενείς, στους ηλικιωμένους, στους «άλλους» που μοιάζουν περισσότερο εκτεθειμένοι στην αποδιοργάνωση.

Η πανδημία διέκοψε βίαια αυτή τη διανομή της ευαλωτότητας. Το σώμα έγινε ξανά εύθραυστο, η επαφή αμφίσημη και η καθημερινότητα επισφαλής. Η αίσθηση παντοδυναμίας που συνοδεύει συχνά τον σύγχρονο ναρκισσισμό άρχισε να εμφανίζει ρωγμές.

Το τραυματικό στοιχείο της εμπειρίας δεν βρισκόταν μόνο στον φόβο της ασθένειας ή του θανάτου. Βρισκόταν και στη συνάντηση με κάτι ανοίκειο μέσα στον ίδιο τον τρόπο που οργανώνεται η ζωή. Η αδιάκοπη κίνηση σταμάτησε. Ο χρόνος επιβραδύνθηκε βίαια. Οι άνθρωποι κλήθηκαν να παραμείνουν περισσότερο μόνοι με τον εαυτό τους, έξω από τους συνηθισμένους μηχανισμούς διαφυγής που προσφέρει η υπερδιέγερση της καθημερινότητας.

Η μοναξιά επανήλθε τότε όχι μόνο ως κοινωνική συνθήκη αλλά ως ψυχική εμπειρία.

Για αρκετούς ανθρώπους, η απομόνωση δεν σήμαινε απλώς έλλειψη επαφής. Σήμαινε επιστροφή σε αισθήματα κενού, εγκατάλειψης ή εσωτερικής ασυνέχειας που μέχρι τότε καλύπτονταν από τον θόρυβο της εξωτερικής ζωής. Η συνεχής δραστηριότητα, η αδιάκοπη σύνδεση μέσω των κοινωνικών δικτύων, η υπερπληθώρα ερεθισμάτων και η ανάγκη διαρκούς λειτουργικότητας λειτουργούν συχνά σαν άμυνες απέναντι σε βαθύτερες μορφές ψυχικής αγωνίας. Όταν αυτές οι άμυνες αποδυναμώθηκαν, το υποκείμενο βρέθηκε αντιμέτωπο με κάτι που δεν ήταν απαραίτητα καινούριο· ήταν όμως πιο δύσκολο πλέον να αποφευχθεί.

Η πανδημία δεν δημιούργησε τη μοναξιά. Αποκάλυψε πόσο εύθραυστα είναι συχνά τα ψυχικά και κοινωνικά στηρίγματα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίσθηση κανονικότητας.

Κάποιοι αντέδρασαν μέσα από την άρνηση, αμφισβητώντας την ίδια την ύπαρξη της απειλής ή αρνούμενοι τους περιορισμούς. Άλλοι οδηγήθηκαν σε υπερβολικό έλεγχο, κοινωνική απόσυρση και αγωνιώδη προσπάθεια προστασίας. Άλλοι βυθίστηκαν σε έναν διάχυτο φόβο χωρίς σαφή όρια. Παρά τις διαφορές τους, πολλές από αυτές τις αντιδράσεις εξέφραζαν την ίδια δυσκολία: την αδυναμία του υποκειμένου να ανεχθεί την εμπειρία της αβεβαιότητας και της απώλειας ελέγχου.

Η ανάγκη ελέγχου εντάθηκε ακριβώς επειδή η απειλή παρέμενε αόρατη και ασταθής. Οι αριθμοί των κρουσμάτων, οι ανακοινώσεις, οι οδηγίες προστασίας και οι συνεχείς εικόνες κινδύνου λειτουργούσαν όχι μόνο ως ενημέρωση αλλά και ως καθημερινή υπενθύμιση της ανθρώπινης ευαλωτότητας.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, ο άλλος άνθρωπος απέκτησε μια παράδοξη θέση. Παρέμεινε αντικείμενο ανάγκης και επιθυμίας, αλλά ταυτόχρονα μετατράπηκε σε πιθανή πηγή κινδύνου. Η ανθρώπινη παρουσία έγινε αμφίσημη. Η εγγύτητα μπορούσε να σημαίνει φροντίδα, αλλά και απειλή. Η κοινωνική απόσταση δεν λειτούργησε μόνο ως υγειονομικό μέτρο· αναδιοργάνωσε ψυχικά τη σχέση με το σώμα, την επιθυμία και τον Άλλο.

Ίσως γι’ αυτό η εμπειρία εκείνης της περιόδου άφησε πίσω της κάτι περισσότερο από αναμνήσεις μιας κρίσης. Άφησε μια μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο βιώνει πλέον την κανονικότητα, την εγγύτητα και την ασφάλεια.

Ο κόσμος δεν έγινε ανοίκειος μόνο επειδή εμφανίστηκε ένας ιός. Έγινε ανοίκειος επειδή διαταράχθηκε η ψευδαίσθηση ότι η καθημερινότητα μπορεί να προστατεύει διαρκώς από την απώλεια, τη μοναξιά και τον θάνατο.

Και ίσως αυτό να ήταν το πιο δύσκολο στοιχείο της εμπειρίας: όχι μόνο ότι απειλήθηκε το σώμα, αλλά ότι το υποκείμενο βρέθηκε πιο κοντά σε εκείνα τα σημεία της ύπαρξής του που η καθημερινή υπερλειτουργικότητα βοηθούσε μέχρι τότε να παραμένουν σιωπηλά.

Σχετικά Άρθρα

Share your love