
Η ενοχή: όταν αυτό που θέλουμε μοιάζει απαγορευμένο
Από την απαγόρευση και την απαίτηση του άλλου έως την ευθύνη της επιθυμίας
Η ενοχή εμφανίζεται συχνά σαν απόδειξη ότι κάτι κάναμε λάθος. Ακολουθεί μια πράξη, μια παράλειψη, μια απόφαση ή έναν λόγο που πλήγωσε κάποιον και μας καλεί να αναγνωρίσουμε τις συνέπειές του. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να συνδέεται με την ευθύνη, τη μεταμέλεια και την ανάγκη επανόρθωσης.
Δεν γεννιέται, όμως, πάντοτε μετά από ένα πραγματικό παράπτωμα. Μπορεί να προηγείται οποιασδήποτε πράξης και να εμφανίζεται μόνο και μόνο επειδή κάποιος επιθύμησε κάτι διαφορετικό από εκείνο που περίμεναν οι άλλοι. Ενοχή για την ανάγκη να απομακρυνθεί, να ξεκουραστεί, να αρνηθεί, να αλλάξει πορεία, να επιδιώξει κάτι δικό του ή να πάψει να φροντίζει διαρκώς τους πάντες. Το υποκείμενο δεν έχει ακόμη ενεργήσει και παρ’ όλα αυτά αισθάνεται ήδη ότι έχει παραβεί έναν κανόνα.
Αυτό που επιθυμεί μπορεί να μη βλάπτει κανέναν. Αρκεί να συγκρούεται με την εικόνα του ανθρώπου που θεωρεί ότι οφείλει να είναι: διαθέσιμος, χρήσιμος, ευγνώμων, ακούραστος, συνεπής και πρόθυμος να μην απογοητεύει. Η επιθυμία αποκτά τότε τη σημασία μιας παράβασης. Δεν βιώνεται ως κάτι που χρειάζεται να αναγνωριστεί και να εξεταστεί, αλλά ως ένδειξη εγωισμού, αχαριστίας ή ηθικής αποτυχίας.
Η ενοχή δεν αφορά, επομένως, μόνο όσα έχουμε κάνει. Αφορά και τη σχέση μας με αυτό που θέλουμε, με τις απαγορεύσεις που έχουμε εσωτερικεύσει και με τη θέση που πιστεύουμε ότι οφείλουμε να διατηρούμε απέναντι στους άλλους.
Ενοχή, ευθύνη και πραγματική βλάβη
Η ενοχή δεν είναι από μόνη της ούτε παθολογική ούτε περιττή. Όταν κάποιος έχει εξαπατήσει, παραβιάσει ένα όριο, αδιαφορήσει για τις συνέπειες μιας πράξης ή πληγώσει έναν άλλον, η δυσφορία που αισθάνεται μπορεί να τον φέρει αντιμέτωπο με την ευθύνη του. Η αναγνώριση της βλάβης είναι απαραίτητη, επειδή χωρίς αυτήν η ενοχή κινδυνεύει να αντικατασταθεί από την άρνηση, τη δικαιολόγηση ή τη μετάθεση της ευθύνης.
Η ευθύνη, ωστόσο, δεν ταυτίζεται με την αυτοτιμωρία. Προϋποθέτει να αναγνωριστεί τι συνέβη, ποια ήταν η συμμετοχή του υποκειμένου και τι μπορεί να γίνει για την επανόρθωση. Η ενοχή μπορεί να συνοδεύει αυτή τη διαδικασία, αλλά δεν την ολοκληρώνει. Κάποιος μπορεί να βασανίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να ζητά συγγνώμη, να αλλάζει στάση ή να αποκαθιστά όσο είναι δυνατόν όσα προκάλεσε.
Η ένταση του συναισθήματος δεν αποτελεί ασφαλές μέτρο της πραγματικής ευθύνης. Υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται συντριπτική ενοχή επειδή αρνήθηκαν ένα αίτημα, ενώ άλλοι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τη βλάβη που προκάλεσαν. Η ψυχική αυστηρότητα δεν κατανέμεται ανάλογα με τη σοβαρότητα της πράξης.
Η ενοχή μπορεί έτσι να γίνει συνολική καταδίκη του εαυτού. Αντί να αφορά κάτι συγκεκριμένο που έγινε ή δεν έγινε, εξαπλώνεται σε ολόκληρη την ύπαρξη: ο άνθρωπος δεν θεωρεί απλώς ότι έσφαλε, αλλά ότι είναι ο ίδιος ανεπαρκής, αχάριστος ή επιβλαβής. Σε αυτό το σημείο πλησιάζει τη ντροπή, χωρίς να ταυτίζεται πλήρως μαζί της.
Όταν η επιθυμία βιώνεται ως παράβαση
Δεν είναι όλες οι επιθυμίες εύκολο να αναγνωριστούν. Ορισμένες συγκρούονται με τις κοινωνικές προσδοκίες, τις οικογενειακές υποχρεώσεις, τις δεσμεύσεις μιας σχέσης ή με την εικόνα που έχει οικοδομήσει κάποιος για τον εαυτό του. Η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στο αν η επιθυμία μπορεί να πραγματοποιηθεί. Βρίσκεται ήδη στην άδεια να υπάρξει ως σκέψη.
Ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ένοχος επειδή κουράστηκε να φροντίζει έναν δικό του άνθρωπο, παρότι συνεχίζει να τον αγαπά. Επειδή θέλει να απομακρυνθεί από μια σχέση που δεν τον εκφράζει πια. Επειδή δεν επιθυμεί τον ρόλο που η οικογένεια θεωρούσε αυτονόητο για εκείνον. Επειδή θέλει περισσότερο χρόνο, μεγαλύτερη αυτονομία, διαφορετική εργασία ή μια ζωή που δεν αντιστοιχεί σε όσα σχεδιάστηκαν για λογαριασμό του.
Η ενοχή εμφανίζεται τότε πριν από την επιλογή. Η ίδια η επιθυμία αντιμετωπίζεται σαν πράξη που έχει ήδη πληγώσει τον άλλον. Το υποκείμενο αισθάνεται ότι ακόμη και η εσωτερική του διαφοροποίηση αποτελεί προδοσία.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα έντονο όταν η αγάπη έχει συνδεθεί με τη συμμόρφωση. Όταν κάποιος έχει μάθει ότι αγαπιέται επειδή είναι καλός, διαθέσιμος, επιτυχημένος ή εύκολος, κάθε επιθυμία που διαταράσσει αυτή την εικόνα απειλεί και τη θέση του μέσα στη σχέση. Δεν διακυβεύεται μόνο η αποδοχή ενός συγκεκριμένου αιτήματος. Διακυβεύεται η βεβαιότητα ότι θα εξακολουθήσει να αγαπιέται εάν πάψει να ανταποκρίνεται σε όσα αναμένονται από αυτόν.
Γι’ αυτό η δυσκολία να εκφραστεί μια επιθυμία δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα επικοινωνίας. Αφορά την αγωνία που προκαλεί η πιθανότητα να αποκαλυφθεί ότι το υποκείμενο δεν θέλει πάντοτε αυτό που ο άλλος θέλει από εκείνο (δείτε επίσης το άρθρο «Το αίτημα της επιθυμίας: γιατί δυσκολευόμαστε να ζητήσουμε αυτό που θέλουμε»).
Η απαγόρευση που συνεχίζει να μιλά
Οι πρώτες απαγορεύσεις έρχονται από έξω. Το παιδί συναντά όρια, κανόνες, προσδοκίες και επιθυμίες που προηγούνται της δικής του παρουσίας. Μαθαίνει τι επιτρέπεται, τι επιδοκιμάζεται, τι απογοητεύει και τι απειλεί να διαταράξει τη σχέση του με τους σημαντικούς άλλους.
Με τον χρόνο, όμως, η απαγόρευση δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνεται εξωτερικά. Μετατρέπεται σε εσωτερική φωνή. Ακόμη και όταν κανείς δεν απαιτεί πλέον από το υποκείμενο να είναι άψογο, χρήσιμο ή διαρκώς διαθέσιμο, εκείνο μπορεί να συνεχίζει να υπακούει σε μια απαίτηση που έχει γίνει μέρος του τρόπου με τον οποίο κρίνει τον εαυτό του.
Το υπερεγώ δεν λειτουργεί μόνο ως φορέας ηθικών κανόνων. Μπορεί να γίνεται μια αμείλικτη αρχή που δεν ικανοποιείται ποτέ. Ζητά περισσότερη προσπάθεια, μεγαλύτερη αυτοθυσία, καλύτερη απόδοση και πλήρη έλεγχο των επιθυμιών. Ακόμη και η συμμόρφωση δεν εξασφαλίζει την ηρεμία. Κάθε επίτευγμα θεωρείται ανεπαρκές και κάθε ανάπαυση ύποπτη.
Ο Freud ανέδειξε αυτή την παράδοξη σκληρότητα: η παραίτηση από την επιθυμία δεν οδηγεί αναγκαστικά σε λιγότερη ενοχή. Ο εσωτερικός κριτής μπορεί να γίνεται αυστηρότερος όσο περισσότερο το υποκείμενο υποχωρεί, επειδή καμία θυσία δεν αποδεικνύεται αρκετή για να εξασφαλίσει οριστικά την αθωότητά του.
Η ενοχή συναντά εδώ την τελειοθηρία. Το υποκείμενο προσπαθεί να προλάβει κάθε μομφή, να εξαλείψει το λάθος και να γίνει η εκδοχή του εαυτού που δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί για τίποτα. Η προσπάθεια αυτή δεν παράγει ασφάλεια αλλά μια διαρκή αίσθηση χρέους (δείτε επίσης το άρθρο «Τελειοθηρία: η παγίδα του να μην είναι τίποτα αρκετό»).
Η σύγχρονη ενοχή δεν γεννιέται μόνο από την απαγόρευση του «δεν πρέπει». Παράγεται και από την απαίτηση του «πρέπει να μπορείς»: να είσαι παραγωγικός, ψυχικά ανθεκτικός, διαθέσιμος, ικανοποιημένος και διαρκώς πρόθυμος να εξελίσσεσαι. Το υποκείμενο αισθάνεται ένοχο όχι μόνο για όσα επιθυμεί, αλλά και επειδή δεν επιθυμεί αρκετά όσα η εποχή τού υποδεικνύει ότι θα έπρεπε να θέλει. Ακόμη και η κόπωση ή η αδυναμία να απολαύσει τη ζωή μετατρέπονται σε προσωπική αποτυχία (δείτε επίσης το άρθρο «Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης»).
Η απαίτηση του άλλου
Η ενοχή συγκροτείται πάντοτε μέσα σε μια σχέση. Ακόμη και όταν βιώνεται ως απολύτως προσωπική, περιέχει συχνά το βλέμμα ή τη φωνή ενός άλλου. Κάποιος αισθάνεται ένοχος απέναντι σε έναν γονέα, έναν σύντροφο, ένα παιδί, μια οικογένεια, έναν κοινωνικό κανόνα ή σε μια μορφή εξουσίας που έχει εγκατασταθεί μέσα του.
Το υποκείμενο μπορεί να γνωρίζει τι περιμένει ο άλλος, χωρίς να γνωρίζει εξίσου καθαρά τι επιθυμεί το ίδιο. Έχει μάθει να διαβάζει τις ανάγκες, τις απογοητεύσεις και τις διαθέσεις των ανθρώπων γύρω του, ώστε να προσαρμόζεται πριν ακόμη του ζητηθεί. Η ικανότητα αυτή μπορεί να εμφανίζεται ως ευαισθησία και φροντίδα, αλλά συγχρόνως να περιορίζει τη δυνατότητα διαφοροποίησης.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το «όχι» δεν βιώνεται ως απλή άρνηση. Γίνεται απόσυρση φροντίδας, εγκατάλειψη ή επίθεση. Η απογοήτευση του άλλου μετατρέπεται αμέσως σε απόδειξη προσωπικής ενοχής. Το υποκείμενο δεν εξετάζει μόνο αν το αίτημα ήταν δίκαιο ή αν μπορούσε να ανταποκριθεί. Αισθάνεται ότι όφειλε να αποτρέψει κάθε δυσαρέσκεια.
Η δυσκολία να τεθεί ένα όριο δεν οφείλεται τότε στην άγνοια των κατάλληλων λέξεων. Αφορά το κόστος της διαφοροποίησης: την αποδοχή ότι ο άλλος μπορεί να απογοητευτεί χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αδικήθηκε και χωρίς η σχέση να χάνει αναγκαστικά την αξία της (δείτε επίσης τα άρθρα «Όταν το “όχι” δεν μπορεί να ειπωθεί» και «Η εποχή των ορίων»).
Ενοχή και ντροπή
Η ενοχή και η ντροπή συχνά συνυπάρχουν, αλλά δεν αφορούν ακριβώς την ίδια εμπειρία. Η ενοχή τείνει να στρέφεται προς μια πράξη, μια επιθυμία ή μια παράλειψη. Η ντροπή αγγίζει περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο φαντάζεται ότι εμφανίζεται στο βλέμμα των άλλων.
Στην ενοχή κυριαρχεί η αίσθηση ότι κάτι δεν έπρεπε να είχε γίνει ή επιθυμηθεί. Στη ντροπή, το ίδιο το πρόσωπο αισθάνεται εκτεθειμένο ως ελαττωματικό, αδύναμο ή ανάξιο. Η πρώτη μπορεί να οδηγήσει στην ανάγκη επανόρθωσης. Η δεύτερη συχνά προκαλεί την επιθυμία να κρυφτεί κανείς, να αποσυρθεί ή να εξαφανίσει αυτό που θεωρεί ότι αποκαλύφθηκε.
Οι δύο εμπειρίες, ωστόσο, αλληλοτροφοδοτούνται. Κάποιος μπορεί να αισθάνεται ενοχή επειδή θέλησε κάτι και ντροπή επειδή αυτή η επιθυμία φανερώνει μια πλευρά του εαυτού που δεν συμφωνεί με την ιδανική του εικόνα. Δεν φοβάται μόνο τις συνέπειες της επιλογής. Φοβάται ότι ο άλλος θα τον δει διαφορετικά και θα αποσύρει την αναγνώριση που μέχρι τότε του προσέφερε.
Η επιθυμία παραμένει έτσι κρυμμένη, όχι μόνο επειδή μοιάζει απαγορευμένη αλλά και επειδή η αποκάλυψή της απειλεί τη θέση που το υποκείμενο πιστεύει ότι κατέχει για τον άλλον (δείτε επίσης το άρθρο «Φόβος απόρριψης: όταν χάνεται η θέση μας στην επιθυμία του Άλλου»).
Η ενοχή χωρίς συγκεκριμένο παράπτωμα
Υπάρχουν μορφές ενοχής που δεν μπορούν να συνδεθούν εύκολα με ένα συγκεκριμένο γεγονός. Ο άνθρωπος αισθάνεται διαρκώς ότι κάτι έχει παραμελήσει, ότι δεν προσφέρει αρκετά ή ότι απολαμβάνει κάτι που δεν δικαιούται. Η ξεκούραση συνοδεύεται από ανησυχία, η χαρά από αμηχανία και η επιτυχία από την ανάγκη να υποβαθμιστεί.
Η ενοχή μπορεί να εμφανιστεί όταν κάποιος προχωρά περισσότερο από τους ανθρώπους με τους οποίους μεγάλωσε, όταν αποκτά μια ευκαιρία που εκείνοι δεν είχαν ή όταν απομακρύνεται από μια κοινή ιστορία δυσκολίας. Η κίνηση προς κάτι καλύτερο βιώνεται σαν εγκατάλειψη. Για να διατηρηθεί ο δεσμός, το υποκείμενο περιορίζει τη χαρά του, υποτιμά όσα πέτυχε ή επιστρέφει σε μια γνώριμη κατάσταση στέρησης.
Σε άλλες περιπτώσεις, μια θετική εξέλιξη ακολουθείται από πράξεις που τη διακινδυνεύουν: μια σημαντική ευκαιρία αναβάλλεται, μια σχέση υπονομεύεται τη στιγμή που αποκτά σταθερότητα ή μια περίοδος ηρεμίας διακόπτεται από μια σύγκρουση που μοιάζει να επαναφέρει την προηγούμενη δυσφορία. Αυτό δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε αποτυχία ή ανατροπή βρίσκεται η ενοχή. Δείχνει, όμως, ότι για ορισμένα υποκείμενα η ικανοποίηση μπορεί να είναι δυσκολότερη από όσο φαίνεται.
Η ασυνείδητη ανάγκη τιμωρίας δεν εκδηλώνεται αναγκαστικά ως συνειδητή επιθυμία για πόνο. Μπορεί να εμφανίζεται ως αδυναμία να διατηρηθεί κάτι καλό, σαν η απώλεια να αποκαθιστά μια εσωτερική τάξη στην οποία το υποκείμενο γνωρίζει καλύτερα τη θέση του. Η επανάληψη γίνεται τότε ένας τρόπος να επιστρέφει σε ένα οικείο χρέος, ακόμη και όταν συνειδητά επιθυμεί να απομακρυνθεί από αυτό (δείτε επίσης το άρθρο «Η λογική της επανάληψης στις σχέσεις»).
Όταν η ενοχή οργανώνει τις σχέσεις
Η ενοχή μπορεί να κρατά έναν άνθρωπο σε σχέσεις, ρόλους και υποχρεώσεις που δεν επιθυμεί πλέον. Δεν μένει επειδή η σχέση τον ικανοποιεί, αλλά επειδή η αποχώρηση μοιάζει αδικαιολόγητα σκληρή. Δεν προσφέρει επειδή το επιλέγει, αλλά επειδή η άρνηση θα τον έκανε να αισθανθεί κακός. Δεν αναλαμβάνει μόνο όσα του αναλογούν, αλλά και την ευθύνη για τα συναισθήματα όλων των άλλων.
Έτσι δημιουργείται μια μορφή δεσμού που στηρίζεται περισσότερο στο χρέος παρά στην επιθυμία. Η φροντίδα χάνει σταδιακά τον αυθόρμητο χαρακτήρα της και συνοδεύεται από εξάντληση, παράπονο ή θυμό. Ο άλλος μπορεί να δέχεται όσα του προσφέρονται χωρίς να γνωρίζει ότι κάθε προσφορά καταγράφεται εσωτερικά ως ακόμη μία θυσία.
Δεν προέρχεται κάθε ενοχή αποκλειστικά από μια εσωτερικευμένη απαγόρευση. Μέσα σε ορισμένες σχέσεις μπορεί να καλλιεργείται ενεργά μέσω της κατηγορίας, της απόσυρσης, της σιωπής, της επίκλησης της θυσίας ή της απειλής ότι η διαφοροποίηση θα οδηγήσει στην εγκατάλειψη. Η διερεύνηση της προσωπικής συμμετοχής δεν πρέπει τότε να συγκαλύπτει την πραγματική πίεση που ασκείται. Η ενοχή μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα μια ευάλωτη πλευρά του υποκειμένου και το μέσο με το οποίο ένας άλλος επιχειρεί να διατηρήσει τον έλεγχο (δείτε επίσης το άρθρο «Χειριστική συμπεριφορά: όταν ο έλεγχος γίνεται απάντηση στην αγωνία»).
Η ενοχή δεν προστατεύει πάντοτε τη σχέση. Μπορεί να την κάνει περισσότερο άκαμπτη, επειδή εμποδίζει την καθαρή διατύπωση της επιθυμίας και των ορίων. Εκείνος που δεν αντέχει να απογοητεύσει συσσωρεύει μια δυσαρέσκεια που αργότερα επιστρέφει ως απόσταση, ειρωνεία, παθητική επιθετικότητα ή ξέσπασμα.
Η ανάληψη ευθύνης απέναντι στον άλλον δεν σημαίνει ότι κάποιος οφείλει να ικανοποιεί κάθε απαίτηση. Σημαίνει ότι μπορεί να αναγνωρίζει τις συνέπειες των επιλογών του, χωρίς να θεωρεί τον εαυτό του παντοδύναμο απέναντι στα συναισθήματα των άλλων. Δεν μπορεί να αποτρέψει κάθε πόνο, απογοήτευση ή ματαίωση. Μπορεί, όμως, να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα μιλήσει και θα σταθεί απέναντί τους.
Η ενοχή ως αναβολή της επιλογής
Η ενοχή μπορεί να φαίνεται ότι εκφράζει βαθιά ηθική ευαισθησία, αλλά ορισμένες φορές λειτουργεί και ως τρόπος αποφυγής μιας απόφασης. Το υποκείμενο παραμένει για μεγάλο διάστημα ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις, υποφέρει, κατηγορεί τον εαυτό του και αναζητά μια επιλογή που δεν θα κοστίσει σε κανέναν.
Μια τέτοια επιλογή, όμως, συνήθως δεν υπάρχει. Κάθε ουσιαστική απόφαση αποκλείει άλλες δυνατότητες, μεταβάλλει σχέσεις και μπορεί να προκαλέσει απογοήτευση. Η αναμονή δεν καταργεί αυτές τις συνέπειες. Τις μεταθέτει, ενώ συχνά προσθέτει νέες.
Η παρατεταμένη ενοχή μπορεί τότε να γίνεται υποκατάστατο της πράξης. Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι, επειδή υποφέρει αρκετά, έχει ήδη αναλάβει την ευθύνη. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν έχει ακόμη επιλέξει, δεν έχει μιλήσει και δεν έχει επιτρέψει στους άλλους να τοποθετηθούν απέναντι σε αυτό που συμβαίνει.
Η ευθύνη αρχίζει όταν η αδύνατη αναζήτηση μιας απολύτως αθώας απόφασης εγκαταλείπεται. Το υποκείμενο αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί πως κανείς δεν θα πληγωθεί και ότι η ενοχή δεν μπορεί να αποφασίζει επ’ αόριστον στη θέση του (δείτε επίσης το άρθρο «Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος»).
Η επιθυμία δεν είναι εντολή
Η αναγνώριση της επιθυμίας δεν σημαίνει ότι κάθε επιθυμία πρέπει να πραγματοποιείται. Η επιθυμία δεν αποτελεί ηθική εντολή ούτε δικαιολογία για την αδιαφορία απέναντι στις συνέπειες μιας πράξης. Μπορεί να είναι αντιφατική, να εμπεριέχει επιθετικότητα, να συγκρούεται με δεσμεύσεις ή να κατευθύνεται προς κάτι που δεν μπορεί να αποκτηθεί χωρίς να παραβιαστούν τα όρια ενός άλλου.
Η ψυχαναλυτική εργασία δεν μετατρέπει το «κάνε αυτό που θέλεις» σε νέο κανόνα ζωής. Εξετάζει τη θέση που καταλαμβάνει το υποκείμενο απέναντι σε αυτό που επιθυμεί. Τον τρόπο με τον οποίο το αρνείται, το μεταμφιέζει, το αποδίδει στον άλλον ή υποχωρεί από αυτό για να διατηρήσει μια συγκεκριμένη εικόνα του εαυτού του.
Η λακανική αναφορά στην ευθύνη της επιθυμίας δεν αφορά την άμεση ικανοποίηση κάθε παρόρμησης. Αφορά την αδυναμία του υποκειμένου να απαλλάσσεται διαρκώς από τη συμμετοχή του στις επιλογές του, επικαλούμενο μόνο όσα απαιτούσαν οι άλλοι, τις συνθήκες ή τον ρόλο που του είχε ανατεθεί.
Κάποιος μπορεί να αποφασίσει ότι δεν θα ακολουθήσει μια επιθυμία και παρ’ όλα αυτά να την αναγνωρίσει ως δική του. Η παραίτηση αποκτά τότε διαφορετικό νόημα, επειδή δεν παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η επιθυμία δεν υπήρξε ποτέ. Αντίστοιχα, η απόφαση να ακολουθηθεί μια επιθυμία δεν απαλλάσσει από την ευθύνη για τις συνέπειές της.
Από την ενοχή στην ευθύνη της επιθυμίας
Η θεραπευτική επεξεργασία της ενοχής δεν έχει ως στόχο να πείσει το υποκείμενο ότι δεν ευθύνεται ποτέ για τίποτα. Δεν προσφέρει μια γενική αθώωση ούτε μετατρέπει κάθε περιορισμό σε καταπίεση. Επιχειρεί να διακρίνει την πραγματική ευθύνη από μια διάχυτη αίσθηση ότι η ίδια η επιθυμία αποτελεί παράπτωμα.
Μέσα σε αυτή τη διαδικασία αρχίζουν να ξεχωρίζουν διαφορετικά επίπεδα: η βλάβη που πράγματι προκλήθηκε και χρειάζεται επανόρθωση, η απογοήτευση του άλλου που δεν μπορούσε να αποφευχθεί, η παλιά απαγόρευση που εξακολουθεί να λειτουργεί και η προσωπική επιθυμία που είχε παραμείνει αδιατύπωτη.
Η ενοχή μπορεί τότε να γίνει περισσότερο συγκεκριμένη και λιγότερο ολοκληρωτική. Να πάψει να καταδικάζει ολόκληρο τον εαυτό και να συνδεθεί με πράξεις, επιλογές και συνέπειες που μπορούν να αναγνωριστούν. Εκεί όπου υπάρχει πραγματική ευθύνη, ανοίγεται η δυνατότητα επανόρθωσης. Εκεί όπου υπάρχει μόνο η απαγόρευση να επιθυμεί κανείς, ανοίγεται η δυνατότητα να διερευνηθεί ποια φωνή απαιτεί τη διαρκή παραίτηση.
Η επιθυμία δεν γίνεται λιγότερο σύνθετη όταν αναγνωρίζεται. Ούτε η επιλογή απαλλάσσεται από το κόστος της. Μεταβάλλεται, όμως, η θέση του υποκειμένου απέναντί τους. Δεν χρειάζεται πλέον να παρουσιάζει αυτό που θέλει ως κάτι ξένο, να περιμένει από τον άλλον την άδεια ή να πληρώνει με αδιάκοπη αυτοτιμωρία το δικαίωμα να διαφοροποιείται.
Η ενοχή δεν εξαφανίζεται αναγκαστικά. Παύει, όμως, να αποτελεί τη μοναδική γλώσσα μέσα από την οποία μπορεί να εμφανιστεί η επιθυμία.
Σχετικά άρθρα
- Όταν το «όχι» δεν μπορεί να ειπωθεί
- Το αίτημα της επιθυμίας: γιατί δυσκολευόμαστε να ζητήσουμε αυτό που θέλουμε
- Η εποχή των ορίων
- Χειριστική συμπεριφορά: όταν ο έλεγχος γίνεται απάντηση στην αγωνία
- Τελειοθηρία: η παγίδα του να μην είναι τίποτα αρκετό
- Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος
- Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης