
Είναι δική μου αυτή η επιθυμία;
Η εφηβεία, η εικόνα του εαυτού και η αναζήτηση μιας επιθυμίας που να μας ανήκει
Η εφηβεία αποτελεί μία από τις πιο απαιτητικές περιόδους της ανθρώπινης ανάπτυξης. Δεν αλλάζει μόνο το σώμα ούτε μόνο οι σχέσεις με τους γονείς και τους συνομηλίκους. Μεταβάλλεται ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα ποιος είναι και τι πραγματικά επιθυμεί.
Το παιδί μπορεί να ζει σχετικά προστατευμένο μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων όπου οι σημαντικές αποφάσεις λαμβάνονται από άλλους. Οι γονείς οργανώνουν μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του, επιλέγουν το σχολείο, καθορίζουν τους κανόνες και προσφέρουν, έστω με αντιφάσεις, μια σχετική αίσθηση προσανατολισμού. Στην εφηβεία αυτή η βεβαιότητα αρχίζει να ρωγμάζει. Ο έφηβος καλείται σταδιακά να αποκτήσει θέση απέναντι στις επιθυμίες των άλλων και να αναλάβει τις δικές του επιλογές.
Η μετάβαση αυτή δεν πραγματοποιείται χωρίς σύγκρουση. Δεν αρκεί να απομακρυνθεί κανείς από τις προσδοκίες των γονέων ούτε να διαφοροποιηθεί από το οικογενειακό περιβάλλον. Το δυσκολότερο έργο είναι να αναγνωρίσει τι από όλα όσα επιθυμεί μπορεί να θεωρήσει πραγματικά δικό του.
Το ερώτημα αυτό δεν αφορά μόνο την εφηβεία. Συνοδεύει τον άνθρωπο σε όλη του τη ζωή. Στην εφηβεία όμως εμφανίζεται για πρώτη φορά με τέτοια ένταση, επειδή όλες οι μέχρι τότε βεβαιότητες τίθενται υπό διαπραγμάτευση.
Η εικόνα δεν είναι μόνο εμφάνιση
Στην περίοδο αυτή το σώμα μεταβάλλεται με γρήγορους ρυθμούς και μαζί του μεταβάλλεται και η σχέση του ανθρώπου με την εικόνα του. Συχνά θεωρείται ότι οι έφηβοι ασχολούνται υπερβολικά με την εμφάνισή τους επειδή χαρακτηρίζονται από ματαιοδοξία ή επειδή επηρεάζονται από τα κοινωνικά δίκτυα. Η εξήγηση αυτή παραμένει επιφανειακή.
Η εικόνα δεν αφορά μόνο την εξωτερική εμφάνιση. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να αποκτήσει συνοχή σε μια περίοδο όπου σχεδόν όλα βρίσκονται σε μεταβολή. Το σώμα αλλάζει, οι σχέσεις αλλάζουν, οι ταυτίσεις αμφισβητούνται και οι βεβαιότητες της παιδικής ηλικίας αποδυναμώνονται. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η εικόνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή προσφέρει την ψευδαίσθηση μιας σταθερότητας.
Η φροντίδα της εμφάνισης, η ανάγκη αποδοχής ή ακόμη και η υπερβολική ενασχόληση με το σώμα δεν αποτελούν πάντοτε έκφραση ναρκισσισμού. Συχνά αποτελούν προσπάθειες να οργανωθεί μια ταυτότητα που βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση.
Η εικόνα λειτουργεί τότε σαν ένα προσωρινό σημείο στήριξης. Όσο περισσότερο όμως γίνεται ο αποκλειστικός τρόπος μέσα από τον οποίο το υποκείμενο αναζητά αξία, τόσο πιο εύθραυστη γίνεται η σχέση του με τον εαυτό του.
Η σύγκριση ως αναζήτηση αξίας
Οι συγκρίσεις αποτελούν σχεδόν αναπόφευκτο μέρος της εφηβικής ζωής. Η εμφάνιση, οι σχολικές επιδόσεις, οι φιλίες, οι σχέσεις, η δημοτικότητα, ακόμη και οι πιο καθημερινές πλευρές της ζωής μπορούν να γίνουν αντικείμενο αξιολόγησης.
Η σύγκριση, όμως, δεν αφορά πρωτίστως την επίδοση. Αφορά την αξία.
Ο έφηβος δεν αναρωτιέται μόνο αν είναι πιο όμορφος, πιο επιτυχημένος ή πιο δημοφιλής από κάποιον άλλο. Αναρωτιέται τι σημαίνουν αυτές οι διαφορές για τον ίδιο. Αν η θέση του ανάμεσα στους συνομηλίκους του εξαρτάται από αυτές, τότε κάθε σύγκριση αποκτά υπαρξιακή διάσταση. Δεν απειλείται μόνο η αυτοεκτίμηση. Απειλείται η ίδια η αίσθηση ότι υπάρχει κανείς ως πρόσωπο που αξίζει να αγαπηθεί, να επιλεγεί και να αναγνωριστεί.
Για τον λόγο αυτό, η σύγκριση δεν σταματά όταν επιτυγχάνονται οι στόχοι. Αντίθετα, συχνά γίνεται ακόμη πιο απαιτητική. Κάθε επιτυχία δημιουργεί ένα νέο σημείο αναφοράς, κάθε κατάκτηση μια νέα δυνατότητα αποτυχίας. Το υποκείμενο δεν συγκρίνεται επειδή υπάρχει ένας αντικειμενικά καλύτερος άνθρωπος. Συγκρίνεται επειδή προσπαθεί να απαντήσει μέσα από τους άλλους στο ερώτημα της προσωπικής του αξίας.
→ Δείτε επίσης: Η εποχή της ανεπάρκειας: η σύγκριση με τους άλλους και η ψυχική φθορά.
Η ντροπή ως εμπειρία του εαυτού
Από όλα τα συναισθήματα που συνοδεύουν την εφηβεία, η ντροπή είναι ίσως εκείνο που παραμένει περισσότερο αθέατο. Δεν εκφράζεται εύκολα με λόγια ούτε αναγνωρίζεται πάντοτε από το ίδιο το υποκείμενο. Συχνά εμφανίζεται ως αποφυγή, σιωπή, αμηχανία, έντονη αυτοπαρατήρηση ή ανάγκη να εξαφανιστεί κανείς από το προσκήνιο.
Η ντροπή δεν γεννιέται μόνο όταν κάποιος κάνει ένα λάθος. Εμφανίζεται όταν ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ο ίδιος, ως πρόσωπο, εκτίθεται στην κρίση των άλλων. Δεν αφορά αποκλειστικά μια πράξη· αφορά την αίσθηση ότι κάτι από την ταυτότητά του αποκαλύπτεται με τρόπο που τον αφήνει ευάλωτο.
Γι’ αυτό και η ντροπή συνδέεται τόσο στενά με την εικόνα. Όταν η προσωπική αξία εξαρτάται υπερβολικά από τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε ότι μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι, τότε ακόμη και οι μικρότερες αποκλίσεις μπορούν να βιωθούν ως βαθιά απειλητικές. Ένα σχόλιο, μια απόρριψη, μια ειρωνεία ή μια στιγμή αμηχανίας αποκτούν δυσανάλογη ένταση, επειδή δεν αμφισβητούν απλώς μια συμπεριφορά, αλλά ολόκληρη την εικόνα που προσπαθεί να συγκροτήσει το υποκείμενο για τον εαυτό του.
Η ντροπή, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα δυσάρεστο συναίσθημα της εφηβείας. Αποκαλύπτει τη δυσκολία του ανθρώπου να υπάρξει όταν η εικόνα που επιθυμεί να διατηρήσει δεν συμπίπτει με εκείνη που πιστεύει ότι αναγνωρίζουν οι άλλοι.
Ο ναρκισσισμός ως προσπάθεια να κρατηθεί ενωμένος ο εαυτός
Στην καθημερινή γλώσσα ο ναρκισσισμός ταυτίζεται συχνά με την αλαζονεία, την υπερβολική αυτοπεποίθηση ή την ανάγκη διαρκούς θαυμασμού. Ωστόσο, η κλινική εμπειρία αποκαλύπτει μια διαφορετική εικόνα. Πίσω από πολλές ναρκισσιστικές συμπεριφορές δεν βρίσκεται ένας άνθρωπος που αισθάνεται υπερβολικά σημαντικός, αλλά ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να αισθανθεί σταθερός.
Η εφηβεία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της συνθήκης. Καθώς οι παλιές ταυτίσεις αποδυναμώνονται και οι νέες δεν έχουν ακόμη αποκτήσει συνοχή, η εικόνα του εαυτού γίνεται εύθραυστη. Μια επιτυχία μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι όλα αποκτούν νόημα· μια αποτυχία μπορεί να προκαλέσει την αντίθετη εμπειρία. Η αξία του εαυτού μεταβάλλεται μαζί με την εικόνα που πιστεύει ότι παρουσιάζει στους άλλους.
Ο ναρκισσισμός, επομένως, δεν αποτελεί μόνο υπερτίμηση του εαυτού. Μπορεί να λειτουργεί ως μια προσπάθεια να συγκρατηθεί μια ταυτότητα που απειλείται συνεχώς από την αμφιβολία. Όσο πιο εύθραυστη γίνεται η αίσθηση του εαυτού, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η ανάγκη να προστατευθεί η εικόνα του.
Το κοινωνικό άγχος και η αγωνία της θέσης
Το κοινωνικό άγχος περιγράφεται συνήθως ως φόβος αξιολόγησης ή έκθεσης μπροστά στους άλλους. Η περιγραφή αυτή αποδίδει το φαινόμενο, δεν εξηγεί όμως πλήρως την έντασή του.
Για πολλούς εφήβους, αλλά και για αρκετούς ενήλικες, η δυσκολία δεν αφορά μόνο την πιθανότητα μιας αρνητικής κρίσης. Αφορά την αγωνία ότι δεν θα υπάρξει θέση για τους ίδιους μέσα στον κοινωνικό δεσμό. Η αμηχανία, η σιωπή, η αποφυγή ή η αίσθηση ότι «όλοι με κοιτούν» δεν εκφράζουν μόνο φόβο. Εκφράζουν την αβεβαιότητα για το αν μπορεί κανείς να υπάρξει χωρίς να χρειάζεται να ανταποκρίνεται διαρκώς σε μια ιδανική εικόνα.
Γι’ αυτό και το κοινωνικό άγχος δεν μειώνεται απαραίτητα όταν ο άνθρωπος γίνεται περισσότερο αποδεκτός. Όσο η προσωπική αξία εξαρτάται αποκλειστικά από την εξωτερική αναγνώριση, κάθε νέα κοινωνική συνάντηση επαναφέρει το ίδιο ερώτημα. Δεν αμφισβητείται μια συγκεκριμένη ικανότητα· αμφισβητείται η ίδια η θέση του υποκειμένου ανάμεσα στους άλλους.
Η μοναξιά μέσα στην ανάγκη να ανήκουμε
Η εφηβεία συνδέεται συχνά με έντονη κοινωνική ζωή. Οι φίλοι αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, οι ομάδες συνομηλίκων λειτουργούν ως βασικό σημείο αναφοράς και η ανάγκη του ανήκειν γίνεται ιδιαίτερα ισχυρή. Παράδοξα, όμως, η περίοδος αυτή συνοδεύεται συχνά από βαθιά μοναξιά.
Η μοναξιά δεν προκύπτει μόνο από την απουσία σχέσεων. Μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και όταν το άτομο βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε ανθρώπους. Όσο περισσότερο προσπαθεί να προσαρμόσει την εικόνα του στις προσδοκίες του περιβάλλοντος, τόσο δυσκολότερο γίνεται να αισθανθεί ότι οι άλλοι γνωρίζουν πραγματικά ποιος είναι.
Έτσι δημιουργείται μια ιδιόμορφη εμπειρία. Το υποκείμενο μπορεί να γίνεται αποδεκτό για την εικόνα που παρουσιάζει, χωρίς να αισθάνεται ότι αναγνωρίζεται ως πρόσωπο. Η σχέση διατηρείται, αλλά η αίσθηση της οικειότητας παραμένει εύθραυστη. Η προσπάθεια να ανήκει κανείς μπορεί να συνοδεύεται από την αίσθηση ότι δεν κατοικεί πραγματικά τη θέση που κατέχει.
Η εποχή της υπερταυτότητας
Η σύγχρονη κουλτούρα δεν ζητά μόνο από τον άνθρωπο να επιλέξει τι θα κάνει. Του ζητά να γνωρίζει διαρκώς ποιος είναι. Η αυτογνωσία παρουσιάζεται ως προϋπόθεση σχεδόν κάθε σημαντικής απόφασης. Πριν επιλέξει σπουδές, εργασία ή σύντροφο, ο άνθρωπος καλείται να ανακαλύψει τον «αληθινό» του εαυτό. Παράλληλα, ολοένα περισσότερες ψυχολογικές κατηγορίες, διαγνώσεις, τυπολογίες προσωπικότητας και ερμηνείες υπόσχονται ότι μπορούν να αποκαλύψουν ποιος πραγματικά είναι.
Οι γνώσεις αυτές έχουν σημαντική επιστημονική και κλινική αξία όταν χρησιμοποιούνται με προσοχή. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μετατρέπονται σε ταυτότητες. Το υποκείμενο δεν αναζητά πλέον μόνο τι επιθυμεί, αλλά και ποια κατηγορία το περιγράφει καλύτερα.
Η ανάγκη για αυτογνωσία μετατρέπεται τότε σε μια νέα μορφή αμφιβολίας.
Δεν αρκεί να ζήσει κανείς μια εμπειρία· χρειάζεται να γνωρίζει τι σημαίνει αυτή η εμπειρία για την ταυτότητά του. Δεν αρκεί να αγαπήσει· χρειάζεται να βεβαιωθεί ότι αγαπά με τον «σωστό» τρόπο. Δεν αρκεί να επιλέξει· χρειάζεται πρώτα να αποδείξει ότι η επιλογή εκφράζει τον «πραγματικό» του εαυτό.
Έτσι, η αναζήτηση του εαυτού κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν ατελείωτο μηχανισμό αυτοπαρατήρησης. Κάθε νέα απάντηση γεννά μια καινούργια αμφιβολία και κάθε νέα ταυτότητα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι υπάρχει ακόμη μία, πιο ακριβής, που δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί.
Είναι δική μου αυτή η επιθυμία;
Το ερώτημα αυτό δεν εμφανίζεται μόνο στην εφηβεία. Συνοδεύει ολόκληρη την ανθρώπινη ζωή. Πολλές φορές πιστεύουμε ότι επιθυμούμε ελεύθερα. Άλλες φορές θεωρούμε ότι οι επιθυμίες μας επιβλήθηκαν από τους γονείς, τους συνομηλίκους ή την κοινωνία. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Καμία επιθυμία δεν γεννιέται έξω από τις σχέσεις. Από την πρώτη στιγμή της ζωής, το υποκείμενο διαμορφώνεται μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο προσδοκίες, επιθυμίες, λόγια και απαγορεύσεις που προϋπάρχουν της δικής του ύπαρξης. Δεν υπάρχει μια «καθαρή» επιθυμία που να αναπτύσσεται απομονωμένη από τους άλλους.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η επιθυμία είναι αποκλειστικά δική μας ή αποκλειστικά των άλλων. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να αναλάβουμε ως δική μας μια επιθυμία που συγκροτήθηκε εξαρχής μέσα στη σχέση με τους άλλους.
Η εφηβεία αποτελεί την πρώτη μεγάλη δοκιμασία αυτής της διαδικασίας. Δεν ζητά μόνο από τον άνθρωπο να διαφοροποιηθεί από τους γονείς ή να αποκτήσει αυτονομία. Του ζητά να αρχίσει να κατοικεί τις επιλογές του χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει διαρκώς ότι ανταποκρίνεται στις προσδοκίες κάποιου άλλου.
Κλείνοντας
Η εφηβεία δεν είναι μόνο η ηλικία των αλλαγών. Είναι η πρώτη περίοδος της ζωής κατά την οποία ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με το δύσκολο έργο να συγκροτήσει μια ταυτότητα χωρίς να γνωρίζει ακόμη αν αυτό που επιθυμεί του ανήκει πραγματικά.
Η εικόνα, η ντροπή, η σύγκριση, ο ναρκισσισμός, το κοινωνικό άγχος και η μοναξιά δεν αποτελούν ανεξάρτητα φαινόμενα. Είναι διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας προσπάθειας: να αποκτήσει το υποκείμενο μια θέση που να μπορεί να αναγνωρίσει ως δική του.
Η ενηλικίωση δεν ολοκληρώνεται όταν σταματήσουμε να επηρεαζόμαστε από τους άλλους. Κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε δυνατό ούτε επιθυμητό. Ολοκληρώνεται κάθε φορά που μπορούμε να αναλάβουμε μια επιθυμία γνωρίζοντας ότι γεννήθηκε μέσα στις σχέσεις μας, χωρίς όμως να ζούμε αποκλειστικά για να εκπληρώνουμε τις προσδοκίες που οι άλλοι έχουν για εμάς.
Σχετικά άρθρα
- Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης
- Το βλέμμα του Άλλου στην ψηφιακή εποχή: η ανάγκη για επιβεβαίωση και η αναζήτηση αναγνώρισης
- Η εποχή της ανεπάρκειας: η σύγκριση με τους άλλους και η ψυχική φθορά
- Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη
- Όταν το «όχι» δεν μπορεί να ειπωθεί
- Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος
- Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη