
Η αναβλητικότητα ως σύμπτωμα
Όταν το «αργότερα» γίνεται τρόπος ζωής
Η αναβλητικότητα περιγράφεται συνήθως ως δυσκολία διαχείρισης του χρόνου, ως έλλειψη οργάνωσης ή ως αδυναμία να ολοκληρώσει κανείς όσα έχει προγραμματίσει. Η εικόνα αυτή εξηγεί ένα μέρος του φαινομένου, δεν αρκεί όμως για να κατανοήσει γιατί ορισμένες αποφάσεις παραμένουν επί χρόνια σε εκκρεμότητα, ακόμη και όταν το ίδιο το υποκείμενο αναγνωρίζει ότι η αναβολή το επιβαρύνει.
Η καθημερινή εμπειρία δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν αναβάλλουν όλα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν υποχρεώσεις που ολοκληρώνονται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία και άλλες που μετατίθενται συνεχώς στο μέλλον. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι απολύτως συνεπής στην εργασία του, να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και ταυτόχρονα να αναβάλλει για χρόνια έναν χωρισμό, μια αλλαγή επαγγέλματος, τη μετακόμιση που επιθυμεί ή την έναρξη μιας σχέσης. Η διαφορά αυτή δύσκολα αποδίδεται μόνο σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή σε ελλιπείς οργανωτικές δεξιότητες.
Αυτό που φαίνεται να διαφοροποιεί τις συγκεκριμένες αποφάσεις είναι ότι καθεμία από αυτές έχει τη δυνατότητα να μεταβάλει ουσιαστικά τη θέση του ανθρώπου απέναντι στη ζωή του. Δεν πρόκειται μόνο για εξωτερικές αλλαγές. Η παραίτηση από μια εργασία, η ολοκλήρωση μιας σχέσης ή η επιλογή μιας διαφορετικής πορείας δεν μεταβάλλουν απλώς τις καθημερινές συνθήκες. Μεταβάλλουν τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο θα χρειαστεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του μετά από αυτή την πράξη.
Από αυτή την άποψη, η αναβλητικότητα δεν αφορά αποκλειστικά τη διαχείριση του χρόνου. Αφορά τη σχέση του υποκειμένου με την πράξη.
Η πράξη δεν είναι ποτέ ουδέτερη
Συχνά αντιμετωπίζουμε τις αποφάσεις σαν να αποτελούν αποτέλεσμα μιας λογικής στάθμισης των διαθέσιμων επιλογών. Υποθέτουμε ότι όσο περισσότερες πληροφορίες διαθέτει κάποιος, τόσο ευκολότερα θα μπορέσει να αποφασίσει. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι οι πιο δύσκολες αποφάσεις δεν είναι πάντοτε εκείνες για τις οποίες γνωρίζουμε λιγότερα. Είναι συχνά εκείνες για τις οποίες γνωρίζουμε ήδη αρκετά, αλλά εξακολουθούμε να μην μπορούμε να κινηθούμε.
Η δυσκολία αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι κάθε πράξη μεταβάλλει κάτι που δεν μπορεί πλέον να επανέλθει στην προηγούμενη μορφή του. Η απόφαση εισάγει μια τομή. Όταν μια επιλογή πραγματοποιηθεί, όλες οι υπόλοιπες παύουν να υπάρχουν ως ισότιμες δυνατότητες. Το υποκείμενο καλείται να αποχωριστεί όχι μόνο αυτό που αφήνει πίσω του, αλλά και όλες τις πιθανές εκδοχές της ζωής που δεν θα ζήσει ποτέ.
Η απώλεια αυτή δεν γίνεται πάντοτε συνειδητή. Παρ’ όλα αυτά, συνοδεύει κάθε σημαντική επιλογή. Γι’ αυτό και πολλές φορές η αναβολή λειτουργεί ως ένας τρόπος να διατηρούνται ανοιχτές περισσότερες από μία εκδοχές του μέλλοντος. Όσο η απόφαση δεν λαμβάνεται, η φαντασία μπορεί να συνεχίσει να επενδύει όλες τις πιθανότητες χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψει καμία από αυτές.
Η αναβλητικότητα ως ψυχική λειτουργία
Η αναβλητικότητα αντιμετωπίζεται συχνά ως δυσλειτουργία που πρέπει να εξαλειφθεί. Η ψυχαναλυτική οπτική προτείνει ένα διαφορετικό σημείο εκκίνησης. Πριν αναρωτηθεί κανείς πώς θα απαλλαγεί από ένα σύμπτωμα, χρειάζεται να διερευνήσει ποια θέση καταλαμβάνει αυτό στη ζωή του ανθρώπου που το παρουσιάζει.
Το σύμπτωμα δεν αποτελεί μόνο έκφραση μιας δυσκολίας. Συχνά αποτελεί και έναν ιδιαίτερο τρόπο διαχείρισης μιας σύγκρουσης που δεν έχει ακόμη βρει άλλη λύση. Υπό αυτή την έννοια, η αναβλητικότητα δεν είναι απαραίτητα το πρόβλημα που εμφανίζεται στην επιφάνεια. Μπορεί να είναι ο τρόπος με τον οποίο αποφεύγεται προσωρινά μια πράξη που βιώνεται ως υπερβολικά απαιτητική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αναβολή έχει την ίδια σημασία ούτε ότι κάθε δυσκολία οφείλεται στις ίδιες ψυχικές διεργασίες. Η αναβλητικότητα εμφανίζεται σε διαφορετικές κλινικές συνθήκες και αποκτά διαφορετικό νόημα ανάλογα με την ιστορία του υποκειμένου. Μπορεί να συνοδεύει την αγχώδη συμπτωματολογία, την ιδεοψυχαναγκαστική οργάνωση, την καταθλιπτική εμπειρία ή ορισμένες μορφές ναρκισσιστικής ευαλωτότητας. Εκείνο που παρουσιάζει ενδιαφέρον δεν είναι η εξωτερική μορφή της αναβολής, αλλά το ιδιαίτερο ψυχικό έργο που φαίνεται να επιτελεί.
Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να υπηρετεί διαφορετικές λειτουργίες. Για έναν άνθρωπο, η αναβολή προστατεύει από την πιθανότητα της αποτυχίας. Για κάποιον άλλον, από την επιτυχία και τις νέες απαιτήσεις που αυτή θα δημιουργήσει. Σε μια διαφορετική περίπτωση, προστατεύει από τη σύγκρουση, από τον αποχωρισμό ή από την ανάγκη να αναγνωρίσει μια επιθυμία που θα μεταβάλει ριζικά τη ζωή του.
Η αναβολή και η ψευδαίσθηση του ανοιχτού μέλλοντος
Όσο μια απόφαση παραμένει σε εκκρεμότητα, το μέλλον διατηρεί έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Δεν έχει ακόμη αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή. Παραμένει ένας χώρος όπου μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες χωρίς να αλληλοαναιρούνται.
Η φαντασία λειτουργεί ευκολότερα μέσα σε αυτή την εκκρεμότητα. Μπορεί να επενδύει ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές ζωές, πολλές διαφορετικές εκδοχές του εαυτού και πολλές πιθανές διαδρομές. Η πράξη, αντίθετα, περιορίζει αναπόφευκτα αυτή την πολλαπλότητα. Δεν αφαιρεί μόνο δυνατότητες· υποχρεώνει το υποκείμενο να αναλάβει τη ζωή που επέλεξε αντί για όλες εκείνες που εγκατέλειψε.
Ίσως γι’ αυτό η αναβολή αποδεικνύεται τόσο ανθεκτική. Δεν συντηρεί μόνο την αδράνεια. Διατηρεί ζωντανή την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν έχει ακόμη χαθεί.
→ Δείτε επίσης: Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος.
Τι προστατεύει η αναβλητικότητα;
Αν η αναβλητικότητα αποτελούσε αποκλειστικά πρόβλημα οργάνωσης, τότε η λύση θα ήταν σχετικά απλή. Η καλύτερη διαχείριση του χρόνου, η σαφέστερη στοχοθεσία ή η ενίσχυση της πειθαρχίας θα αρκούσαν για να εξαφανίσουν το φαινόμενο. Ωστόσο, πολλοί άνθρωποι εξακολουθούν να αναβάλλουν ακόμη και όταν γνωρίζουν ακριβώς τι χρειάζεται να κάνουν και ποιες είναι οι συνέπειες της αναβολής.
Το ερώτημα, επομένως, μετατοπίζεται. Αντί να αναρωτηθούμε γιατί κάποιος δεν ενεργεί, ίσως χρειάζεται να διερευνήσουμε τι αποφεύγει να συναντήσει μέσα από την αδράνεια.
Η αναβολή δεν προστατεύει πάντοτε από την εργασία ή από την προσπάθεια. Συχνά προστατεύει από όσα θα ακολουθήσουν μετά την πράξη. Μια απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε έναν αποχωρισμό, να ανατρέψει μια ισορροπία, να προκαλέσει την απογοήτευση κάποιου άλλου ή να φέρει το υποκείμενο αντιμέτωπο με μια ευθύνη που μέχρι εκείνη τη στιγμή μπορούσε να μεταθέτει.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η αναβολή διατηρεί μια σχέση που έχει ήδη εξαντληθεί. Άλλοτε επιτρέπει σε κάποιον να παραμένει σε μια εργασία που δεν τον εκφράζει, επειδή η αβεβαιότητα της αλλαγής βιώνεται ως πιο απειλητική από τη δυσφορία της παραμονής. Σε άλλες περιπτώσεις προστατεύει από την πιθανότητα μιας αποτυχίας. Υπάρχουν όμως και στιγμές όπου προστατεύει από την επιτυχία, όταν αυτή συνεπάγεται μεγαλύτερη έκθεση, περισσότερες απαιτήσεις ή την απώλεια μιας ταυτότητας που είχε οργανωθεί γύρω από την προσδοκία και όχι γύρω από την πραγματοποίηση.
Η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας δεν είναι ποτέ ουδέτερη
Η σύγχρονη κουλτούρα προτρέπει διαρκώς τον άνθρωπο να κυνηγήσει τα όνειρά του, να πραγματοποιήσει τις φιλοδοξίες του και να ακολουθήσει αυτό που επιθυμεί. Πολύ λιγότερο συχνά αναγνωρίζεται ότι η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας μπορεί να αποτελέσει πηγή έντονης ψυχικής αναστάτωσης.
Όσο μια επιθυμία παραμένει ανεκπλήρωτη, μπορεί να διατηρείται μέσα στη φαντασία ως μια ιδανική δυνατότητα. Δεν έχει ακόμη συναντήσει τους περιορισμούς της πραγματικότητας ούτε τις αναπόφευκτες ματαιώσεις που συνοδεύουν κάθε ανθρώπινη εμπειρία. Η πράξη, αντίθετα, καταργεί αυτή την ιδανική εκδοχή. Η επιθυμία παύει να είναι μια υπόσχεση και γίνεται πραγματικότητα, με όλες τις ατέλειες, τις συγκρούσεις και τις ευθύνες που αυτή συνεπάγεται.
Από αυτή την άποψη, η αναβολή μπορεί να λειτουργεί ως ένας τρόπος διατήρησης της φαντασίωσης. Όσο η πράξη δεν πραγματοποιείται, η ιδανική ζωή παραμένει ανέπαφη. Το μέλλον εξακολουθεί να υπόσχεται περισσότερα από όσα μπορεί να προσφέρει το παρόν.
Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί άνθρωποι αφιερώνουν χρόνια σχεδιάζοντας μια ζωή που δεν αρχίζει ποτέ. Η προετοιμασία γίνεται διαρκής και η έναρξη μετατίθεται συνεχώς σε μια ευνοϊκότερη στιγμή που δεν φαίνεται να έρχεται.
Η εποχή της αδιάκοπης προετοιμασίας
Η αναβολή δεν αποτελεί μόνο ατομικό φαινόμενο. Ενισχύεται και από μια πολιτισμική συνθήκη που προβάλλει τη συνεχή προετοιμασία ως προϋπόθεση κάθε σημαντικής απόφασης.
Πριν ξεκινήσει κάποιος μια επαγγελματική δραστηριότητα χρειάζεται να αποκτήσει περισσότερες γνώσεις. Πριν δημιουργήσει μια σχέση οφείλει να έχει ολοκληρώσει την αυτογνωσία του. Πριν αναλάβει μια ευθύνη πρέπει να αισθάνεται απολύτως έτοιμος. Η ζωή παρουσιάζεται σαν μια διαδοχή προϋποθέσεων που προηγούνται της πράξης.
Η διαρκής εκπαίδευση, η προσωπική ανάπτυξη και η αναζήτηση γνώσης αποτελούν πολύτιμες διαδικασίες. Όταν όμως μετατρέπονται σε ατέρμονη προετοιμασία, η πράξη κινδυνεύει να αναβάλλεται επ’ αόριστον.
Η βεβαιότητα που αναζητούμε δεν έρχεται ποτέ ολοκληρωτικά. Καμία απόφαση δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως την αμφιβολία, όπως καμία προετοιμασία δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η ζωή θα εξελιχθεί σύμφωνα με τον σχεδιασμό μας. Η αναμονή της κατάλληλης στιγμής μπορεί να γίνει ένας τρόπος να αποφύγουμε τη συνάντηση με αυτή την αναπόφευκτη αβεβαιότητα.
Κλείνοντας
Η αναβλητικότητα δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά ως αδυναμία χαρακτήρα ούτε ως πρόβλημα παραγωγικότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις αποτελεί μια ιδιαίτερη ψυχική λύση απέναντι στην αγωνία που συνοδεύει κάθε σημαντική πράξη. Εκεί όπου η κοινή λογική βλέπει μόνο αδράνεια, η κλινική εμπειρία συναντά συχνά έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να αντέξει όσα θα αλλάξουν όταν πάψει να αναβάλλει.
Η πράξη δεν απαιτεί μόνο απόφαση. Απαιτεί και την αποδοχή ότι καμία επιλογή δεν μπορεί να διατηρήσει όλες τις δυνατότητες ζωντανές. Κάθε ζωή διαμορφώνεται μέσα από όσα πραγματοποιούνται, αλλά και μέσα από όσα εγκαταλείπονται.
Ίσως, τελικά, το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι γιατί αναβάλλουμε, αλλά τι θα χρειαστεί να αποχωριστούμε όταν πάψουμε να αναβάλλουμε. Γιατί κάθε φορά που η ζωή προχωρά προς μία κατεύθυνση, αμέτρητες άλλες παραμένουν οριστικά πίσω της.
Σχετικά άρθρα
- Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος
- Είναι δική μου αυτή η επιθυμία;
- Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης
- Όταν τίποτα δεν φαίνεται να έχει νόημα
- Όταν το «όχι» δεν μπορεί να ειπωθεί
- Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη
- Η εποχή της ανεπάρκειας: η σύγκριση με τους άλλους και η ψυχική φθορά