Το αίτημα της επιθυμίας: γιατί δυσκολευόμαστε να ζητήσουμε αυτό που θέλουμε

Από την ανάγκη αναγνώρισης στον φόβο της έκθεσης

Το να ζητάμε αυτό που θέλουμε μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, με μια απλή πράξη λόγου. Κι όμως, για το υποκείμενο που φοβάται να εκτεθεί, το αίτημα μπορεί να γίνει δυσκολότερο ακόμη και από την άρνηση.

Δεν είναι μόνο η βοήθεια που δυσκολευόμαστε να ζητήσουμε. Είναι η προσοχή, η αναγνώριση, η αγάπη, η εγγύτητα, ο χρόνος, η φροντίδα ή ακόμη και κάτι απλό που επιθυμούμε στην καθημερινότητα. Συχνά το αίτημα αναβάλλεται, επειδή συνοδεύεται από την προσδοκία ότι ο άλλος θα έπρεπε να καταλάβει μόνος του τι μας λείπει.

Έτσι, το αίτημα παραμένει ζωντανό, αλλά δεν διατυπώνεται. Η σιωπή παίρνει τη θέση του λόγου, η προσδοκία παίρνει τη θέση της επιθυμίας και η ματαίωση έρχεται να επιβεβαιώσει ότι «κανείς δεν με καταλαβαίνει πραγματικά».

Η επιθυμία δεν είναι αυτονόητη

Συχνά θεωρούμε ότι γνωρίζουμε τι θέλουμε, όμως η κλινική εμπειρία δείχνει ότι αυτό δεν είναι πάντοτε αλήθεια.

Πολλές φορές το υποκείμενο γνωρίζει πολύ καλά τι οφείλει να κάνει, τι περιμένουν οι άλλοι από αυτό και ποιος είναι ο σωστός τρόπος να συμπεριφερθεί· γνωρίζει όμως πολύ λιγότερο τι επιθυμεί.

Η επιθυμία δεν εμφανίζεται ως μια καθαρή εσωτερική φωνή. Συχνά είναι συγκεχυμένη, αντιφατική, ντυμένη με ενοχές ή μεταμφιεσμένη σε υποχρέωση, καθώς συγκροτείται μέσα στη σχέση με τον Άλλο, μέσα από τη γλώσσα, την αναγνώριση και τις πρώτες εμπειρίες αγάπης.

Γι’ αυτό και το αίτημα δεν είναι ποτέ μια απλή πληροφορία. Όταν ζητώ κάτι από κάποιον, εκτίθεμαι: δείχνω μια έλλειψη, αναγνωρίζω ότι έχω ανάγκη και αφήνω τον άλλον να απαντήσει από τη δική του ελευθερία.

Το αίτημα ως κίνδυνος

Για ορισμένους ανθρώπους, το να ζητήσουν κάτι βιώνεται σχεδόν σαν απειλή. Δεν φοβούνται μόνο την πιθανότητα μιας αρνητικής απάντησης· φοβούνται τι θα σημαίνει αυτή η απάντηση για τους ίδιους.

Αν ζητήσω και δεν μου δοθεί; Αν εκφράσω την ανάγκη μου και απορριφθώ; Αν αποδειχθεί ότι δεν είμαι αρκετά σημαντικός;

Έτσι, το αίτημα συνδέεται με τον φόβο της απόρριψης. Δεν αφορά απλώς το αντικείμενο που ζητείται, αλλά τη θέση του υποκειμένου μέσα στην επιθυμία του άλλου.

Για κάποιον που έχει ταυτίσει την αγάπη με τη διαρκή διαθεσιμότητα του άλλου, η άρνηση δεν ακούγεται ως απλό «όχι». Ακούγεται σαν απόσυρση αγάπης, σαν απώλεια θέσης, σαν επιβεβαίωση ότι δεν αξίζει αρκετά για να ζητά.

→ Δείτε επίσης: Φόβος της απόρριψης: όταν χάνεται η θέση που νομίζαμε ότι είχαμε

Η φαντασίωση ότι ο άλλος πρέπει να καταλάβει μόνος του

Μια συνηθισμένη μορφή αυτής της δυσκολίας είναι η πεποίθηση ότι ο άλλος οφείλει να γνωρίζει: ότι η αγάπη σημαίνει να καταλαβαίνει κανείς χωρίς να χρειάζεται να του ζητηθεί τίποτα και ότι η φροντίδα αποδεικνύεται μέσα από μια σχεδόν μαντική ικανότητα. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, η απογοήτευση μπορεί να είναι μεγάλη.

Όμως πίσω από αυτή την προσδοκία συχνά κρύβεται η δυσκολία του ίδιου του αιτήματος. Αν ο άλλος καταλάβει μόνος του, δεν χρειάζεται να εκτεθώ, να ρισκάρω την άρνηση ή να παραδεχτώ ότι μου λείπει κάτι.

Η φαντασίωση αυτή έχει κάτι παιδικό και βαθιά ανθρώπινο: να υπάρχει ένας άλλος που θα ξέρει πριν μιλήσουμε, που θα προλάβει την ανάγκη μας και θα μας απαλλάξει από την αγωνία του αιτήματος. Όταν όμως η σχέση μένει σε αυτή την προσδοκία, ο λόγος δεν κυκλοφορεί και η επιθυμία μένει εγκλωβισμένη στο παράπονο.

Η ενοχή της επιθυμίας

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να ζητήσουν επειδή έχουν μάθει να φροντίζουν περισσότερο τους άλλους παρά τον εαυτό τους. Η ανάγκη τους βιώνεται σαν βάρος, η επιθυμία τους σαν εγωισμός και το αίτημα σαν ενόχληση.

Έτσι, αναπτύσσεται μια παράδοξη στάση: το άτομο προσφέρει εύκολα, αλλά δυσκολεύεται να λάβει· ακούει, αλλά δυσκολεύεται να μιλήσει· υποστηρίζει, αλλά δυσκολεύεται να ζητήσει υποστήριξη. Η επιθυμία μετατρέπεται σε ενοχή πριν ακόμη διατυπωθεί.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στη διατύπωση. Βρίσκεται στην άδεια που δεν δόθηκε ποτέ εσωτερικά: την άδεια να υπάρχω και ως αυτός που έχει ανάγκη, όχι μόνο ως αυτός που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των άλλων.

→ Δείτε επίσης: Όταν το «όχι» δεν μπορεί να ειπωθεί

Η λακανική διάσταση του αιτήματος

Ο Λακάν διακρίνει την ανάγκη, το αίτημα και την επιθυμία. Η ανάγκη αφορά αυτό που λείπει σε ένα άμεσο επίπεδο· το αίτημα όμως, μόλις περάσει από τη γλώσσα και απευθυνθεί σε έναν άλλον, παύει να είναι απλώς πρακτικό.

Το αίτημα δεν μεταφέρει μόνο μια ανάγκη. Μεταφέρει και μια απαίτηση αγάπης, μια προσδοκία αναγνώρισης, μια ερώτηση προς τον άλλον: «με βλέπεις; με υπολογίζεις; έχω θέση μέσα σου;»

Όταν ζητώ κάτι από τον άλλον, ζητώ ταυτόχρονα να αναγνωριστώ από αυτόν· το υποκείμενο δεν αναζητά μόνο αυτό που λείπει, αλλά και μια απάντηση στο ερώτημα: «Τι σημαίνω για τον άλλον;»

Γι’ αυτό και η απάντηση δεν ικανοποιεί ποτέ πλήρως. Το αντικείμενο μπορεί να δοθεί, η πρακτική ανάγκη μπορεί να καλυφθεί, όμως η επιθυμία παραμένει, γιατί δεν εξαντλείται σε αυτό που ζητήθηκε.

Ένα απλό «θέλω να είσαι περισσότερο παρών» μπορεί έτσι να σημαίνει πολύ περισσότερα από μια πρακτική διευθέτηση χρόνου. Μπορεί να σημαίνει «θέλω να με επιθυμείς», «θέλω να είμαι σημαντικός για σένα», «θέλω να μη χρειάζεται να εξαφανίζω την ανάγκη μου για να διατηρώ τη σχέση».

Όταν δεν ζητάμε, μιλά το σύμπτωμα

Η επιθυμία που δεν βρίσκει λόγο συχνά επιστρέφει από άλλους δρόμους: ως παράπονο, θυμός, απογοήτευση, παθητική επιθετικότητα, αίσθημα κενού ή επαναλαμβανόμενη εμπειρία ότι οι άλλοι δεν μας δίνουν ποτέ αυτό που χρειαζόμαστε. Πολλές φορές το πρόβλημα δεν είναι ότι οι άλλοι αρνούνται, αλλά ότι το αίτημα δεν έχει ειπωθεί ποτέ.

Το σύμπτωμα τότε λειτουργεί σαν έμμεσος λόγος. Λέει κάτι που δεν μπόρεσε να ειπωθεί ευθέως, αλλά το λέει με τρόπο που συχνά μπερδεύει, απομακρύνει ή κουράζει τον άλλον.

→ Δείτε επίσης: Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη

Η ελευθερία να ζητάμε

Η δυνατότητα να ζητήσει κανείς αυτό που θέλει δεν είναι ένδειξη εξάρτησης. Είναι ένδειξη ψυχικής ωριμότητας, γιατί προϋποθέτει ότι μπορεί να αναγνωρίσει την έλλειψή του χωρίς να καταρρεύσει από ντροπή, να εκτεθεί χωρίς να ταυτίσει την πιθανή άρνηση με την προσωπική του αξία και να αντέξει πως ο άλλος είναι ελεύθερος να απαντήσει.

Η ενηλικίωση δεν σημαίνει να μην έχουμε ανάγκες. Σημαίνει να μπορούμε να τις αναγνωρίζουμε, να τις εκφράζουμε και να αναλαμβάνουμε το ρίσκο που συνοδεύει κάθε αληθινό αίτημα.

Γιατί τελικά η δυσκολία να ζητήσουμε αυτό που θέλουμε δεν αφορά μόνο την επικοινωνία. Αφορά τη σχέση μας με την επιθυμία, την έλλειψη και την αγάπη.

Το να ζητάμε δεν εγγυάται ότι θα πάρουμε την απάντηση που επιθυμούμε. Μας επιτρέπει όμως να υπάρξουμε με περισσότερη αλήθεια μέσα στη σχέση, όχι ως εκείνοι που περιμένουν σιωπηλά να τους μαντέψουν, αλλά ως υποκείμενα που μπορούν να αρθρώσουν την επιθυμία τους και να αντέξουν την απάντηση του άλλου.

 

Σχετικά άρθρα

Share your love