Ανορεξία και βουλιμία: το σώμα, ο έλεγχος και η επιθυμία

Οι διατροφικές διαταραχές πέρα από το φαγητό, το βάρος και την εικόνα

Ανορεξία και βουλιμία είναι δύο από τις περισσότερο γνωστές διατροφικές διαταραχές. Γίνονται περισσότερο ορατές μέσα από τη σχέση με το φαγητό: τον επίμονο περιορισμό, τα επεισόδια υπερφαγίας, την πρόκληση εμετού, την εξαντλητική άσκηση ή τη διαρκή ενασχόληση με το βάρος. Αν όμως περιοριστούμε σε αυτές τις συμπεριφορές, χάνεται ένα σημαντικό μέρος της εμπειρίας. Η τροφή αποτελεί το πεδίο πάνω στο οποίο οργανώνεται μια ευρύτερη σύγκρουση γύρω από το σώμα, την ανάγκη, τον έλεγχο, την αναγνώριση και τη θέση του υποκειμένου απέναντι στον Άλλο.

Οι διατροφικές διαταραχές δεν αποτελούν επιλογές, υπερβολές ματαιοδοξίας ή ενδείξεις έλλειψης θέλησης. Ο περιορισμός της τροφής, το βουλιμικό επεισόδιο και οι αντισταθμιστικές συμπεριφορές αποκτούν συγκεκριμένη λειτουργία μέσα στην ψυχική ζωή. Ο έλεγχος του φαγητού μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση σταθερότητας όταν όλα τα υπόλοιπα βιώνονται ως αβέβαια. Η υπερφαγία μπορεί να διακόπτει προσωρινά μια ένταση που δεν έχει βρει λέξεις. Το σώμα μπορεί να γίνεται ο τόπος όπου εκφράζεται μια σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία του υποκειμένου και σε όσα αισθάνεται ότι απαιτούν οι άλλοι από αυτό.

Η λειτουργία του συμπτώματος δεν είναι ίδια για όλους. Δεν υπάρχει μία προσωπικότητα, μία οικογενειακή συνθήκη ή μία ψυχική αιτία που να εξηγεί κάθε περίπτωση. Η κατανόηση χρειάζεται να αφορά τη συγκεκριμένη ιστορία μέσα στην οποία η τροφή και το σώμα απέκτησαν αυτή τη θέση.

Αυτή η διερεύνηση δεν αναιρεί την κλινική σοβαρότητα των διατροφικών διαταραχών. Η ανορεξία, η βουλιμία και η διαταραχή υπερφαγίας μπορούν να έχουν σοβαρές ψυχικές και σωματικές συνέπειες. Η θεραπευτική προσέγγιση χρειάζεται επομένως να λαμβάνει υπόψη ταυτόχρονα το σώμα που επιβαρύνεται και το υποκείμενο που εκφράζεται μέσα από το σύμπτωμα.

Τι διακρίνει την ανορεξία από τη βουλιμία

Στην ψυχογενή ανορεξία κυριαρχεί ο επίμονος περιορισμός της πρόσληψης τροφής, ο έντονος φόβος της αύξησης του βάρους και μια διαταραγμένη σχέση με την εικόνα και την εμπειρία του σώματος. Ο όρος «ανορεξία» δημιουργεί συχνά την εσφαλμένη εντύπωση ότι απουσιάζει η πείνα. Η πείνα μπορεί να παραμένει παρούσα, αλλά το υποκείμενο επιχειρεί να την ελέγξει, να την αρνηθεί ή να αποδείξει ότι μπορεί να την υπερβεί.

Στην ψυχογενή βουλιμία εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα επεισόδια κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας τροφής, τα οποία συνοδεύονται από αίσθηση απώλειας του ελέγχου. Ακολουθούν συμπεριφορές που αποσκοπούν στην αναίρεση του επεισοδίου ή στην αποφυγή της αύξησης του βάρους, όπως η πρόκληση εμετού, η νηστεία, η κατάχρηση καθαρτικών ή η υπερβολική άσκηση.

Στη διαταραχή υπερφαγίας υπάρχουν επίσης επαναλαμβανόμενα επεισόδια απώλειας ελέγχου, χωρίς όμως τις συστηματικές αντισταθμιστικές συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν τη βουλιμία. Υπάρχουν και άλλες μορφές διαταραχών πρόσληψης τροφής, οι οποίες δεν περιορίζονται στις τρεις αυτές κατηγορίες.

Το σωματικό βάρος δεν αρκεί για να αποκαλύψει την ύπαρξη ή τη σοβαρότητα μιας διατροφικής διαταραχής. Ένα άτομο με βουλιμία μπορεί να διατηρεί βάρος που θεωρείται αναμενόμενο, ενώ σοβαρές περιοριστικές συμπεριφορές μπορούν να υπάρχουν χωρίς την εικόνα της ακραίας ισχνότητας. Οι διατροφικές διαταραχές δεν αφορούν μόνο νεαρές γυναίκες και δεν αναγνωρίζονται πάντοτε από την εξωτερική εμφάνιση.

Ανάμεσα στον έλεγχο και στην απώλειά του

Η ανορεξία και η βουλιμία παρουσιάζονται συχνά ως αντίθετες καταστάσεις. Στην πρώτη κυριαρχεί η άρνηση και στη δεύτερη η υπερβολή. Ο περιορισμός και η υπερφαγία μπορούν, ωστόσο, να αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις μιας κοινής δυσκολίας: της αδυναμίας να διαμορφωθεί ένα ανεκτό όριο ανάμεσα στην ανάγκη και στην ικανοποίηση, στον έλεγχο και στην απώλειά του.

Στην ανορεξία, ο έλεγχος της τροφής μπορεί να αποκτήσει την αξία μιας απόδειξης κυριαρχίας πάνω στο σώμα. Η πείνα δεν βιώνεται μόνο ως σωματικό σήμα, αλλά και ως κάτι που πρέπει να νικηθεί. Κάθε περιορισμός επιβεβαιώνει ότι το υποκείμενο μπορεί να μην υποταχθεί στην ανάγκη. Ο αριθμός της ζυγαριάς γίνεται μέτρο επιτυχίας και η πειθαρχία αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη σωματική εξάντληση που προκαλεί.

Στη βουλιμία, η περίοδος περιορισμού ή έντονου ελέγχου διακόπτεται από ένα επεισόδιο κατά το οποίο το όριο καταρρέει. Η κατανάλωση της τροφής δεν οδηγεί σε πραγματικό κορεσμό, επειδή εκείνο που αναζητείται δεν συμπίπτει πλήρως με τη σωματική πείνα. Μετά το επεισόδιο ακολουθούν ντροπή, ενοχή, φόβος και η ανάγκη να αναιρεθεί αυτό που συνέβη. Η αντισταθμιστική συμπεριφορά αποκαθιστά προσωρινά την αίσθηση ελέγχου, χωρίς να μεταβάλλει τη σύγκρουση που οδήγησε στην απώλειά του.

Περιοριστικές και βουλιμικές συμπεριφορές μπορούν να εναλλάσσονται στο ίδιο πρόσωπο. Πίσω από τις διαφορετικές εκδηλώσεις διατηρείται μια σχέση με την τροφή στην οποία δεν υπάρχει χώρος για απόκλιση. Η ανάγκη είτε πρέπει να εξαφανιστεί είτε εμφανίζεται με τη μορφή ενός επείγοντος που καταλαμβάνει το σύνολο της εμπειρίας.

Η τροφή μέσα στη σχέση με τον άλλον

Η σχέση με την τροφή συγκροτείται από την αρχή της ζωής μέσα σε μια σχέση με τον άλλον. Η τροφή δεν προσφέρεται ως ουδέτερο αντικείμενο. Συνοδεύεται από παρουσία, φροντίδα, προσδοκία, επιμονή, άρνηση και ανταπόκριση. Το τάισμα συνδέεται με το αν η ανάγκη θα αναγνωριστεί, με ποιον τρόπο θα απαντηθεί και τι ζητά ο άλλος μέσα από τη φροντίδα που προσφέρει.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η οικογένεια προκαλεί μια διατροφική διαταραχή. Μια τέτοια εξήγηση θα ήταν απλουστευτική και ενοχοποιητική. Δείχνει όμως ότι το φαγητό δεν παραμένει μόνο μια βιολογική λειτουργία. Εγγράφεται σε ένα δίκτυο σημασιών και μπορεί να συνδεθεί με την αγάπη, την υπακοή, την ανταμοιβή, την απαίτηση ή την ενοχή.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η άρνηση της τροφής λειτουργεί και ως άρνηση μιας απαίτησης που βιώνεται ως υπερβολικά παρούσα. Το υποκείμενο επιχειρεί να δημιουργήσει μια απόσταση από όσα αισθάνεται ότι οι άλλοι θέλουν από αυτό. Η άρνηση αποκτά τη μορφή ενός ορίου εκεί όπου το πρόσωπο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει και να διατυπώσει τη δική του επιθυμία.

Η υπερφαγία μπορεί, από την άλλη πλευρά, να χρησιμοποιείται για να καταλαγιάσει μια ένταση, να καλύψει προσωρινά ένα αίσθημα κενού ή να διακόψει την επαφή με μια εμπειρία που γίνεται δύσκολο να αντέξει κανείς. Δεν είναι χρήσιμο κάθε επεισόδιο να μεταφράζεται μηχανικά ως «συναισθηματική πείνα». Χρειάζεται να διερευνηθεί τι προηγείται, τι μεταβάλλεται κατά τη διάρκειά του και τι επιστρέφει αμέσως μετά (δείτε επίσης το άρθρο «Αίσθημα κενού: από την έλλειψη στην ψυχική οδύνη»).

Πίσω από αυτές τις διαφορετικές κινήσεις συναντάται συχνά η δυσκολία να αναγνωριστεί η ανάγκη χωρίς να βιωθεί ως αδυναμία. Το υποκείμενο καλείται να ζητήσει κάτι από τον άλλον, γνωρίζοντας ότι η απάντηση δεν μπορεί να είναι απολύτως ελεγχόμενη. Η έκθεση που εμπεριέχει κάθε αίτημα μπορεί να γίνεται περισσότερο απειλητική από την ίδια τη στέρηση (δείτε επίσης το άρθρο «Το να ζητάμε αυτό που θέλουμε και το αίτημα της επιθυμίας»).

Η εικόνα του σώματος και το βλέμμα του Άλλου

Το σώμα δεν βιώνεται μόνο μέσα από τις αισθήσεις. Αποτελεί ταυτόχρονα μια εικόνα που εκτίθεται στο βλέμμα των άλλων και στην κρίση του ίδιου του υποκειμένου. Ο καθρέφτης, η ζυγαριά, οι διαστάσεις, τα ρούχα και οι φωτογραφίες μπορούν να αποκτήσουν τη δύναμη μιας διαρκούς αξιολόγησης.

Στις διατροφικές διαταραχές, το σώμα απομακρύνεται σταδιακά από το άμεσο βίωμα και μετατρέπεται σε αντικείμενο εξωτερικής παρατήρησης. Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το πώς αισθάνεται στο πώς φαίνεται, πόσο ζυγίζει και κατά πόσο ανταποκρίνεται σε μια ιδανική εικόνα. Η εικόνα αυτή δεν είναι απολύτως προσωπική. Συγκροτείται μέσα από τα βλέμματα, τα σχόλια, τις συγκρίσεις και τα πρότυπα που περιβάλλουν το υποκείμενο.

Η εμπειρία του σώματος δεν ταυτίζεται με την αντικειμενική του μορφή. Ένα σώμα που στους άλλους φαίνεται αδύνατο μπορεί να εξακολουθεί να βιώνεται ως υπερβολικό, ανεπαρκές ή ατελές. Αυτό δεν αποτελεί απλό λάθος αντίληψης που διορθώνεται με τη διαβεβαίωση ότι κάποιος είναι ήδη αρκετά αδύνατος. Συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο έχει συγκροτήσει την εικόνα του εαυτού του και αναζητά την επικύρωσή της στον Άλλο (δείτε επίσης το άρθρο «Ναρκισσισμός: η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας»).

Οι διατροφικές διαταραχές δεν αποτελούν απλό αποτέλεσμα των κοινωνικών προτύπων ομορφιάς. Τα πρότυπα δεν δημιουργούν μηχανικά το σύμπτωμα, προσφέρουν όμως το πεδίο μέσα στο οποίο αυτό αποκτά μορφή. Η σύγχρονη απαίτηση δεν περιορίζεται πλέον στο να είναι κανείς αδύνατος. Το σώμα οφείλει να παρουσιάζεται υγιές, γυμνασμένο, πειθαρχημένο και διαρκώς βελτιούμενο.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, άκαμπτες συμπεριφορές μπορεί αρχικά να επιδοκιμάζονται ως αυτοπειθαρχία ή υγιεινός τρόπος ζωής. Η εξαντλητική άσκηση, η αυστηρή αποφυγή ολόκληρων κατηγοριών τροφής και η διαρκής καταγραφή θερμίδων δεν αναγνωρίζονται εύκολα ως προβληματικές όταν συμφωνούν με το κοινωνικό ιδεώδες του ελεγχόμενου σώματος.

Η εικόνα του άλλου λειτουργεί παράλληλα ως μέτρο σύγκρισης. Το σώμα καλείται να ανταποκριθεί σε ένα ιδανικό που μετακινείται διαρκώς και καθιστά κάθε επίτευγμα προσωρινό (δείτε επίσης τα άρθρα «Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας: γιατί ποτέ δεν είμαστε αρκετοί;» και «Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης»).

Ντροπή, μυστικότητα και απομόνωση

Οι διατροφικές διαταραχές οργανώνονται συχνά μέσα στη μυστικότητα. Τα βουλιμικά επεισόδια, οι εμετοί, η απόκρυψη τροφής, τα τελετουργικά γύρω από το φαγητό και η εξαντλητική άσκηση μπορούν να παραμένουν αθέατα για μεγάλο διάστημα. Το πρόσωπο ενδέχεται να διατηρεί την καθημερινή του λειτουργικότητα, ενώ ένα σημαντικό μέρος της σκέψης του καταλαμβάνεται από υπολογισμούς, απαγορεύσεις και ελέγχους.

Η μυστικότητα δεν προστατεύει μόνο το σύμπτωμα από την παρέμβαση των άλλων. Προστατεύει και το πρόσωπο από τη ντροπή της αποκάλυψης. Στη βουλιμία, η απώλεια ελέγχου βιώνεται συχνά ως απόδειξη προσωπικής αποτυχίας. Στην ανορεξία, η παρέμβαση του άλλου μπορεί να βιώνεται ως απειλή για τη μοναδική περιοχή στην οποία το πρόσωπο αισθάνεται ότι εξακολουθεί να αποφασίζει.

Η ντροπή αφορά το σώμα, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτό. Αφορά την αποκάλυψη της ανάγκης, της εξάρτησης, της απώλειας ελέγχου και της απόστασης ανάμεσα στην εικόνα που προβάλλεται και σε όσα συμβαίνουν όταν κανείς δεν βλέπει. Όσο περισσότερο το σύμπτωμα περιβάλλεται από ντροπή, τόσο δυσκολότερο γίνεται να ζητηθεί βοήθεια (δείτε επίσης το άρθρο «Η εμπειρία της ντροπής: τι εκτίθεται πραγματικά;»).

Η οικογένεια απέναντι στη διατροφική διαταραχή

Η εμφάνιση μιας διατροφικής διαταραχής προκαλεί έντονο φόβο στην οικογένεια. Το φαγητό μετατρέπεται εύκολα σε πεδίο καθημερινής επιτήρησης και σύγκρουσης. Κάθε γεύμα αποκτά ιδιαίτερο βάρος, ενώ η αγωνία εκφράζεται μέσα από πίεση, έλεγχο, παρακλήσεις ή θυμό.

Η ανησυχία των οικείων είναι δικαιολογημένη, ιδίως όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος για τη σωματική υγεία. Όταν όμως ολόκληρη η σχέση περιορίζεται στο αν και πόσο έφαγε το πρόσωπο, το σύμπτωμα καταλαμβάνει το σύνολο του οικογενειακού δεσμού. Ο άνθρωπος πίσω από αυτό κινδυνεύει να γίνει αόρατος.

Η οικογένεια δεν χρειάζεται να αναλάβει τον ρόλο του θεραπευτή ούτε να μετατραπεί σε μηχανισμό διαρκούς αστυνόμευσης. Χρειάζεται ενημέρωση, καθοδήγηση και χώρο για να επεξεργαστεί τον φόβο, την ενοχή και την εξάντλησή της. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παιδιά ή εφήβους, η συμμετοχή της στη θεραπευτική διαδικασία είναι σημαντική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι της αποδίδεται η ευθύνη για την εμφάνιση της διαταραχής.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση

Η αποκατάσταση της σίτισης, η διακοπή των βουλιμικών και αντισταθμιστικών συμπεριφορών και η σταθεροποίηση της σωματικής υγείας αποτελούν αναγκαίους θεραπευτικούς στόχους. Δεν μπορούν να αναβληθούν έως ότου γίνει κατανοητό το ψυχικό νόημα του συμπτώματος.

Παράλληλα, η θεραπεία δεν ολοκληρώνεται με την αλλαγή της εξωτερικής συμπεριφοράς. Εάν δεν διερευνηθεί η λειτουργία που είχε αποκτήσει ο περιορισμός ή η υπερφαγία, η ίδια αγωνία μπορεί να παραμείνει ενεργή, ακόμη και όταν η άμεση συμπεριφορά έχει υποχωρήσει.

Η ψυχοθεραπευτική εργασία στρέφεται προς την ιστορία μέσα στην οποία εμφανίστηκε το σύμπτωμα. Εξετάζει τη σχέση με το σώμα, την ανάγκη ελέγχου, την εμπειρία της ντροπής, τις απαιτήσεις που έχουν εσωτερικευθεί και τον τρόπο με τον οποίο το πρόσωπο τοποθετείται απέναντι στην επιθυμία των άλλων. Δεν αντιμετωπίζει το σύμπτωμα ως έναν ξένο εισβολέα που πρέπει απλώς να αφαιρεθεί, αλλά ούτε και το εξιδανικεύει ως φορέα ενός κρυμμένου νοήματος. Αναγνωρίζει ότι αποτέλεσε μια ψυχική λύση με σοβαρό κόστος, η οποία χρειάζεται να αντικατασταθεί από άλλους τρόπους επεξεργασίας της έντασης και της σχέσης με τον Άλλο.

Επειδή οι διατροφικές διαταραχές μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές ιατρικές επιπλοκές, η αντιμετώπισή τους απαιτεί συχνά συνεργασία επαγγελματία ψυχικής υγείας, ιατρού και ειδικού στη διατροφική υποστήριξη. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάζεται νοσηλεία ή πιο εντατικό πλαίσιο φροντίδας. Η παρουσία λιποθυμιών, έντονης αδυναμίας, καρδιακών συμπτωμάτων, επαναλαμβανόμενων εμετών, αδυναμίας λήψης υγρών ή αυτοκτονικών σκέψεων απαιτεί άμεση ιατρική αξιολόγηση.

Οι διατροφικές διαταραχές μπορούν να παραμένουν εξωτερικά αθέατες και συγχρόνως να είναι σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή. Η έγκαιρη αναγνώριση και η έναρξη κατάλληλης θεραπείας έχουν ιδιαίτερη σημασία, όπως υπογραμμίζουν τόσο το National Institute of Mental Health όσο και οι κατευθυντήριες οδηγίες του NICE.

Μια διαφορετική σχέση με το σώμα

Η υποχώρηση μιας διατροφικής διαταραχής δεν αφορά μόνο την επιστροφή σε ένα ασφαλές βάρος ή την παύση μιας συμπεριφοράς, παρότι αυτά αποτελούν κρίσιμα μέρη της θεραπείας. Αφορά και τη δυνατότητα να πάψει το σώμα να βιώνεται αποκλειστικά ως αντικείμενο μέτρησης, διόρθωσης και τιμωρίας.

Το σώμα δεν είναι μια εικόνα που μπορεί να ολοκληρωθεί οριστικά ούτε ένα σχέδιο που πρέπει να παραμένει υπό αδιάκοπο έλεγχο. Είναι το σώμα μέσα από το οποίο το υποκείμενο αισθάνεται, επιθυμεί, σχετίζεται και συναντά τα όριά του.

Όσο το φαγητό καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο την πείνα, η σχέση μαζί του παραμένει φορτισμένη με απαγορεύσεις, ενοχή και αγωνία. Η θεραπευτική διαδικασία δημιουργεί τον χώρο ώστε αυτά τα ερωτήματα να περάσουν σταδιακά από το σώμα στον λόγο. Εκεί μπορεί να αρχίσει να διαμορφώνεται μια σχέση με την ανάγκη που δεν βιώνεται ως ταπείνωση, με την επιθυμία που δεν χρειάζεται να υποτάσσεται στο ιδανικό και με ένα σώμα που δεν υπάρχει μόνο για να αξιολογείται από το βλέμμα του Άλλου.

Σχετικά άρθρα

Βιβλιογραφικές αναφορές

  • American Psychiatric Association. (2022). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed., Text Revision).
  • Bruch, H. (1973). Eating Disorders: Obesity, Anorexia Nervosa, and the Person Within. Basic Books.
  • Lacan, J. (1956–1957). The Seminar, Book IV: The Object Relation.
  • National Institute of Mental Health. (2024). Eating Disorders.
  • National Institute for Health and Care Excellence. (2017, updated 2020). Eating Disorders: Recognition and Treatment (NG69).
Share your love