
Η απόσυρση του υποκειμένου ως κοινωνικό σύμπτωμα
Για τη νεότητα, την επιθυμία και την κρίση του κοινωνικού δεσμού
Η απόσυρση του υποκειμένου αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα κοινωνικά και ψυχικά φαινόμενα της σύγχρονης εποχής. Τα τελευταία χρόνια η εικόνα ενός νέου ανθρώπου που αποσύρεται από τον κοινωνικό χώρο εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα. Νέοι που διακόπτουν τις σπουδές τους, δυσκολεύονται να ενταχθούν στην εργασία, περιορίζουν τις κοινωνικές τους επαφές ή παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα κλεισμένοι σε έναν περιορισμένο κύκλο δραστηριοτήτων αποτελούν πλέον ένα φαινόμενο που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μεμονωμένη εξαίρεση.
Οι ερμηνείες που συνήθως προτείνονται κινούνται ανάμεσα στην ψυχοπαθολογία και στην ηθική αξιολόγηση. Άλλοτε γίνεται λόγος για άγχος, κατάθλιψη ή κοινωνική φοβία και άλλοτε για έλλειψη κινήτρων, υπερπροστατευτική ανατροφή ή αδυναμία ανάληψης ευθύνης. Παρότι οι παράγοντες αυτοί συχνά συμμετέχουν στην κατανόηση του φαινομένου, δεν αρκούν για να εξηγήσουν την έκταση και την επιμονή του.
Η ψυχανάλυση υπήρξε ανέκαθεν επιφυλακτική απέναντι στις ερμηνείες που αναζητούν το πρόβλημα αποκλειστικά μέσα στο άτομο. Το σύμπτωμα δεν αφορά μόνο εκείνον που το φέρει. Αποκαλύπτει συγχρόνως κάτι για το περιβάλλον μέσα στο οποίο εμφανίζεται, για τις αντιφάσεις του και για τα αδιέξοδα που το διαπερνούν.
Από αυτή την οπτική, η απόσυρση ενός νέου ανθρώπου δεν μας λέει μόνο κάτι για τον ίδιο. Μας λέει κάτι και για τον κοινωνικό κόσμο μέσα στον οποίο καλείται να βρει μια θέση.
Από την αμφισβήτηση στην απόσυρση
Για μεγάλο μέρος του προηγούμενου αιώνα η νεότητα συνδέθηκε με την ιδέα της αμφισβήτησης. Οι νέοι εμφανίζονταν ως φορείς κοινωνικής αλλαγής, πολιτικής διεκδίκησης και πολιτισμικού μετασχηματισμού. Ανεξάρτητα από τη στάση που υιοθετούσε κανείς απέναντι στα αιτήματά τους, η νεότητα κατείχε μια ιδιαίτερη θέση στο συλλογικό φαντασιακό. Αντιπροσώπευε τη δυνατότητα ενός διαφορετικού μέλλοντος.
Σήμερα η εικόνα αυτή μοιάζει να έχει μεταβληθεί. Ο νέος άνθρωπος παρουσιάζεται συχνά είτε ως φορέας κινδύνου είτε ως φορέας αδυναμίας. Από τη μία πλευρά συναντάμε τις αφηγήσεις περί νεανικής παραβατικότητας, βίας και κοινωνικής παρεκτροπής. Από την άλλη, τον νέο που δυσκολεύεται να συμμετάσχει, να σχεδιάσει, να επενδύσει ή να διεκδικήσει.
→ Δείτε επίσης Νεανική παραβατικότητα: από φορέας αλλαγής σε φορέας κινδύνου
Και στις δύο περιπτώσεις η νεότητα παύει να αντιμετωπίζεται ως δύναμη μετασχηματισμού. Μετατρέπεται σε αντικείμενο ανησυχίας, παρατήρησης ή διαχείρισης. Η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο τους νέους. Αφορά και τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία φαντάζεται το μέλλον της.
Από τι αποσύρεται το υποκείμενο;
Το ερώτημα της απόσυρσης διατυπώνεται συνήθως με τρόπο που θεωρεί δεδομένο το αντικείμενό της. Υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε ήδη από τι αποσύρεται ο νέος άνθρωπος και αναζητούμε τους λόγους που τον οδηγούν σε αυτή την απομάκρυνση. Ωστόσο η ίδια η διατύπωση του ερωτήματος ίσως χρειάζεται να αντιστραφεί. Από τι ακριβώς αποσύρεται το υποκείμενο;
Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην εργασία, στις σπουδές ή στις κοινωνικές σχέσεις. Το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με μια ολόκληρη πρόταση ζωής. Μια πρόταση που οργανώνεται γύρω από την επίδοση, την παραγωγικότητα, την αυτοβελτίωση και τη συνεχή αξιολόγηση. Η επιτυχία δεν παρουσιάζεται πλέον ως πιθανότητα αλλά ως καθήκον. Η προσωπική ολοκλήρωση δεν εμφανίζεται ως επιθυμία αλλά ως υποχρέωση.
Ο σύγχρονος άνθρωπος καλείται διαρκώς να διαχειριστεί τον εαυτό του. Να βελτιώνεται, να εξελίσσεται, να αποκτά δεξιότητες, να διατηρεί κοινωνική παρουσία, να παραμένει διαθέσιμος και ανταγωνιστικός. Η ίδια η ζωή τείνει να μετατρέπεται σε ένα διαρκές έργο διαχείρισης του εαυτού. Η απόσυρση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή ανεξάρτητα από αυτή τη συνθήκη.
Δεν πρόκειται απλώς για απομάκρυνση από συγκεκριμένες δραστηριότητες. Συχνά πρόκειται για απομάκρυνση από ένα σύστημα αξιών και προσδοκιών μέσα στο οποίο το υποκείμενο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του.
Η παρατήρηση αυτή δεν σημαίνει ότι η απόσυρση συνιστά μορφή συνειδητής αντίστασης. Δεν πρόκειται για πολιτική επιλογή ούτε για ιδεολογική στάση. Το υποκείμενο δεν αποσύρεται επειδή έχει βρει μια εναλλακτική λύση. Συχνά αποσύρεται επειδή αδυνατεί να βρει μια θέση μέσα στις κυρίαρχες μορφές συμμετοχής.
Η ψυχανάλυση μάς υπενθυμίζει ότι η επιθυμία δεν συγκροτείται ποτέ σε κενό χώρο. Η επιθυμία του υποκειμένου σχηματίζεται πάντοτε σε σχέση με τον Άλλο, με τις προσδοκίες, τις απαιτήσεις και τα ιδανικά που το περιβάλλουν. Η δυσκολία επομένως δεν αφορά μόνο το τι επιθυμεί το υποκείμενο. Αφορά και τη σχέση του με αυτό που αντιλαμβάνεται ότι επιθυμεί ο Άλλος από αυτό.
Η είσοδος στον κόσμο των ενηλίκων δεν προϋποθέτει μόνο προσωπικές αποφάσεις. Προϋποθέτει και μια συνάντηση με ένα πλέγμα κοινωνικών προσδοκιών. Με ερωτήματα γύρω από την επιτυχία, την εργασία, τη δημιουργία σχέσεων, τη συγκρότηση ταυτότητας και την ανάληψη ευθύνης.
Όταν οι προσδοκίες αυτές βιώνονται ως ξένες, υπερβολικές ή αδύνατον να επενδυθούν, η απόσυρση μπορεί να εμφανιστεί ως μια ιδιαίτερη απάντηση απέναντι σε αυτή τη δυσκολία.
Υπό αυτή την έννοια, η απόσυρση δεν αποτελεί απλώς απομάκρυνση από έναν χώρο δράσης. Αποτελεί συχνά απομάκρυνση από τις σημασίες που οργανώνουν αυτόν τον χώρο.
Η επιθυμία μπροστά στη ματαίωση
Όταν ένας νέος άνθρωπος αποσύρεται, η πρώτη ερμηνεία είναι συνήθως ότι δεν θέλει. Δεν θέλει να εργαστεί, να σπουδάσει, να προσπαθήσει ή να αναλάβει ευθύνες. Η ερμηνεία αυτή είναι καθησυχαστική γιατί μετατρέπει ένα σύνθετο φαινόμενο σε πρόβλημα βούλησης.
Το υποκείμενο δεν αποσύρεται πάντοτε από αυτό που δεν επιθυμεί. Συχνά αποσύρεται από εκείνο που επιθυμεί αλλά αδυνατεί να διεκδικήσει. Από αυτό που το εκθέτει στον κίνδυνο της αποτυχίας, της απόρριψης ή της απώλειας.
Η επιθυμία δεν αποτελεί μια ασφαλή κατάσταση. Προϋποθέτει έκθεση. Όποιος επιθυμεί αναλαμβάνει ένα ρίσκο. Κανένα αντικείμενο, καμία σχέση και καμία επιλογή δεν συνοδεύεται από εγγυήσεις.
Η λακανική ψυχανάλυση ανέδειξε με ιδιαίτερη σαφήνεια αυτή τη διάσταση. Η επιθυμία δεν ταυτίζεται ούτε με την ανάγκη ούτε με την ικανοποίηση. Παραμένει πάντοτε συνδεδεμένη με μια έλλειψη που δεν μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά. Γι’ αυτό και η συνάντηση με την επιθυμία συνοδεύεται αναπόφευκτα από τη ματαίωση.
Σε μια κοινωνία που υπόσχεται διαρκώς την επιτυχία, την ευτυχία και την ολοκλήρωση, η εμπειρία της ματαίωσης γίνεται ολοένα πιο δύσκολα ανεκτή. Η αποτυχία βιώνεται συχνά όχι ως μέρος της ανθρώπινης συνθήκης αλλά ως προσωπικό ελάττωμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η απόσυρση μπορεί να λειτουργήσει ως μια μορφή προστασίας. Όσο το υποκείμενο δεν διεκδικεί, δεν αποτυγχάνει. Όσο δεν εκτίθεται, δεν απορρίπτεται. Όσο παραμένει σε απόσταση, προστατεύεται από την οδύνη που συνοδεύει κάθε επένδυση της επιθυμίας.
Το τίμημα όμως αυτής της προστασίας είναι υψηλό. Το υποκείμενο αποφεύγει τη ματαίωση, αλλά ταυτόχρονα απομακρύνεται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες η επιθυμία μπορεί να αποκτήσει μορφή και κατεύθυνση.
Η κρίση της επιθυμίας
Η απόσυρση των νέων ανθρώπων ερμηνεύεται συχνά ως ένδειξη έλλειψης κινήτρων. Η διατύπωση αυτή όμως αφήνει αναπάντητο το ουσιαστικό ερώτημα. Τι σημαίνει ότι λείπουν τα κίνητρα; Και γιατί η έλλειψη αυτή φαίνεται να αφορά ολοένα και περισσότερους νέους ανθρώπους;
Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει την επιθυμία ως ένα εσωτερικό απόθεμα ενέργειας που άλλοτε υπάρχει και άλλοτε εξαντλείται. Η επιθυμία συγκροτείται πάντοτε μέσα σε ένα πεδίο σχέσεων, συμβόλων και αναφορών. Για να μπορέσει το υποκείμενο να επενδύσει σε κάτι, χρειάζεται να μπορεί να το φανταστεί ως φορέα νοήματος.
Το ερώτημα επομένως δεν αφορά μόνο το υποκείμενο. Αφορά και τον κόσμο που το περιβάλλει. Για μεγάλο μέρος της νεωτερικότητας, η εργασία, η εκπαίδευση, η οικογένεια ή η πολιτική συμμετοχή λειτουργούσαν ως σχετικά σταθερά σημεία προσανατολισμού. Δεν ήταν απαλλαγμένα από αντιφάσεις ούτε εγγυούνταν την ευτυχία. Προσέφεραν όμως έναν ορίζοντα μέσα στον οποίο το υποκείμενο μπορούσε να φανταστεί μια πορεία, μια συνέχεια, μια θέση στον κόσμο.
Σήμερα η κατάσταση μοιάζει περισσότερο αβέβαιη. Η εργασία δεν εγγυάται σταθερότητα. Η κοινωνική κινητικότητα δεν θεωρείται δεδομένη. Οι συλλογικές αφηγήσεις που άλλοτε οργάνωναν την εμπειρία του μέλλοντος έχουν αποδυναμωθεί. Το μέλλον εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά δεν εμφανίζεται πάντοτε ως τόπος προσδοκίας. Συχνά εμφανίζεται ως τόπος αβεβαιότητας.
Από αυτή την άποψη, η δυσκολία δεν αφορά μόνο την επιθυμία. Αφορά και τη σχέση του υποκειμένου με το μέλλον. Διότι η επιθυμία χρειάζεται έναν ορίζοντα. Χρειάζεται τη δυνατότητα να στραφεί προς κάτι που δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί.
Όταν ο ορίζοντας αυτός γίνεται ασταθής, η επένδυση της επιθυμίας γίνεται δυσκολότερη. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι νέοι άνθρωποι επιθυμούν λιγότερο. Το πρόβλημα είναι ότι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν εκείνα τα σημεία όπου η επιθυμία μπορεί να αποκτήσει διάρκεια, προσανατολισμό και νόημα.
Ανάμεσα στην οθόνη και τον κόσμο
Η κοινωνική απόσυρση συνδέεται συχνά με τη χρήση της τεχνολογίας και των ψηφιακών μέσων. Η σύνδεση αυτή είναι πραγματική, αλλά δεν αρκεί για να εξηγήσει το φαινόμενο. Η οθόνη δεν δημιουργεί την απόσυρση. Προσφέρει όμως μια ιδιαίτερη μορφή παρουσίας.
Το υποκείμενο δεν εξαφανίζεται από τον κοινωνικό χώρο. Συνεχίζει να παρακολουθεί, να επικοινωνεί, να ενημερώνεται και να συμμετέχει σε δίκτυα σχέσεων. Η συμμετοχή όμως μετασχηματίζεται. Η παρουσία δεν προϋποθέτει πλέον την ίδια έκθεση που απαιτεί η φυσική συνάντηση.
Η ψηφιακή ζωή επιτρέπει στο υποκείμενο να παραμένει συνδεδεμένο χωρίς να εκτίθεται πλήρως στο βλέμμα του άλλου, στην αβεβαιότητα της συνάντησης ή στον κίνδυνο της απόρριψης. Η συμμετοχή δεν καταργείται. Πραγματοποιείται όμως μέσα από μια μορφή παρουσίας από απόσταση.
Η διάσταση αυτή είναι κρίσιμη. Δείχνει ότι η απόσυρση δεν ταυτίζεται με την πλήρη αποκοπή από τον κόσμο. Συχνά πρόκειται για μια διαφορετική μορφή σχέσης μαζί του. Το υποκείμενο παραμένει παρόν, αλλά με όρους που περιορίζουν το ρίσκο της έκθεσης και της δέσμευσης.
Γι’ αυτό και η οθόνη μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως καταφύγιο και ως παγίδα. Προσφέρει προστασία από τη ματαίωση, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει ολοκληρωτικά τη συνάντηση με την ετερότητα, με την αβεβαιότητα και με τις απαιτήσεις που συνοδεύουν κάθε πραγματικό δεσμό.
→ Δείτε επίσης: Τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων;
Η αποδυνάμωση του κοινωνικού δεσμού
Η απόσυρση δεν αφορά μόνο τη σχέση του υποκειμένου με τον εαυτό του. Αφορά και τη σχέση του με τον κοινωνικό δεσμό. Ο άνθρωπος δεν συγκροτείται έξω από τις μορφές συλλογικής ζωής μέσα στις οποίες συμμετέχει. Η οικογένεια, το σχολείο, η εργασία, οι κοινότητες και οι θεσμοί δεν αποτελούν απλώς εξωτερικά πλαίσια οργάνωσης της ζωής. Αποτελούν χώρους μέσα στους οποίους το υποκείμενο αναζητά αναγνώριση, προσανατολισμό και δυνατότητες επένδυσης της επιθυμίας του.
Για μεγάλο μέρος της νεωτερικής περιόδου, οι θεσμοί αυτοί λειτουργούσαν ως σχετικά σταθερά σημεία αναφοράς. Προσέφεραν αφηγήσεις γύρω από την εργασία, την οικογένεια, τη συμμετοχή και το μέλλον. Το υποκείμενο μπορούσε να τοποθετήσει τον εαυτό του μέσα σε αυτές τις αφηγήσεις, να συγκρουστεί μαζί τους ή να τις αμφισβητήσει.
Σήμερα οι θεσμοί δεν εξαφανίζονται. Η συμβολική τους ισχύς όμως φαίνεται να αποδυναμώνεται. Η εργασία δυσκολεύεται να προσφέρει ασφάλεια. Η πολιτική να λειτουργήσει ως χώρος συλλογικής επένδυσης. Οι κοινωνικές ταυτότητες γίνονται περισσότερο ρευστές και λιγότερο προβλέψιμες.
Το αποτέλεσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην μεγαλύτερη ελευθερία. Συχνά είναι μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Η απομάκρυνση από τον κοινωνικό χώρο αποκτά ιδιαίτερη σημασία μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Δεν εκφράζει μόνο μια δυσκολία συμμετοχής. Εκφράζει και τη δυσκολία αναγνώρισης μιας θέσης μέσα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς και που συχνά αδυνατεί να προσφέρει σταθερά σημεία αναφοράς.
→ Δείτε επίσης: Η μοναξιά στην εποχή της συνεχούς σύνδεσης
Η απόσυρση ως κοινωνικό σύμπτωμα
Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει το σύμπτωμα ως ένα απλό σφάλμα που πρέπει να διορθωθεί ούτε ως μια δυσλειτουργία που οφείλει να εξαφανιστεί. Το σύμπτωμα αποτελεί έναν τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο επιχειρεί να δώσει απάντηση σε μια δυσκολία, σε μια αντίφαση ή σε ένα αδιέξοδο που αδυνατεί να επεξεργαστεί διαφορετικά.
Υπό αυτή την έννοια, η απόσυρση δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά ως έλλειμμα κινήτρων, ως αδυναμία προσαρμογής ή ως ψυχοπαθολογική εκδήλωση. Η επιμονή με την οποία εμφανίζεται στις σύγχρονες κοινωνίες υποδεικνύει ότι πρόκειται για κάτι ευρύτερο. Η απόσυρση δεν αποκαλύπτει μόνο κάτι για εκείνον που αποσύρεται. Αποκαλύπτει και κάτι για το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να βρει μια θέση.
Συχνά η δημόσια συζήτηση προσεγγίζει το φαινόμενο μέσα από ένα σχήμα ελλείμματος. Ο νέος άνθρωπος παρουσιάζεται ως κάποιος που δεν συμμετέχει αρκετά, δεν προσπαθεί αρκετά, δεν αντέχει αρκετά ή δεν επιθυμεί αρκετά. Η οπτική αυτή, αν και ορισμένες φορές περιέχει στοιχεία αλήθειας, τείνει να αγνοεί ένα κρίσιμο δεδομένο. Το υποκείμενο δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τον κόσμο στον οποίο ζει. Οι τρόποι με τους οποίους επιθυμεί, επενδύει, σχεδιάζει και συμμετέχει διαμορφώνονται πάντοτε μέσα σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον.
Από αυτή την άποψη, η απόσυρση δεν αφορά μόνο μια δυσκολία του υποκειμένου να ενταχθεί στον κόσμο. Αφορά και τη δυσκολία του κόσμου να προσφέρει μορφές συμμετοχής που να μπορούν να επενδυθούν ψυχικά.
Η παρατήρηση αυτή δεν στοχεύει στην ιδεαλιστική εξιδανίκευση της απόσυρσης. Η κοινωνική απομάκρυνση συνοδεύεται συχνά από πόνο, αίσθημα αδιεξόδου, απώλεια σχέσεων και περιορισμό των δυνατοτήτων ζωής. Η απόσυρση δεν αποτελεί λύση. Ούτε όμως μπορεί να κατανοηθεί αποκλειστικά ως πρόβλημα του ατόμου.
Ίσως αυτό που καθιστά το φαινόμενο τόσο σημαντικό είναι ότι βρίσκεται ακριβώς στο σημείο συνάντησης ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό. Η απόσυρση εμφανίζεται ως προσωπική ιστορία, αλλά συγχρόνως φέρει τα ίχνη ευρύτερων μεταβολών που αφορούν τον κοινωνικό δεσμό, τη σχέση με την εργασία, τη θέση των θεσμών, τη λειτουργία των ιδανικών και την εικόνα του μέλλοντος.
Σε αυτό το σημείο η απόσυρση αποκτά τη διάσταση ενός κοινωνικού συμπτώματος. Όχι επειδή όλοι οι νέοι άνθρωποι αποσύρονται για τους ίδιους λόγους. Αλλά επειδή το ίδιο φαινόμενο επανέρχεται με διαφορετικές μορφές, αναδεικνύοντας ένα κοινό ερώτημα: ποια θέση μπορεί να καταλάβει σήμερα το υποκείμενο μέσα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται ταχύτερα από τις δυνατότητες συμβολικής του επεξεργασίας;
Η ερώτηση αυτή δεν αφορά μόνο τους νέους ανθρώπους. Αφορά το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία παράγει νοήματα, οργανώνει προσδοκίες και προσφέρει δυνατότητες ταύτισης. Αφορά τελικά τη δυνατότητά της να στηρίξει εκείνες τις συνθήκες μέσα στις οποίες η επιθυμία μπορεί να βρει έναν προσανατολισμό πέρα από την άμεση ικανοποίηση ή τη διαρκή αναβολή.
Ανάμεσα στην άρνηση και στην αναζήτηση
Η απόσυρση γίνεται συχνά αντιληπτή είτε ως αποτυχία είτε ως σιωπηλή αντίσταση απέναντι στις απαιτήσεις της σύγχρονης ζωής. Και οι δύο αναγνώσεις περιέχουν ένα μέρος της αλήθειας χωρίς να εξαντλούν το φαινόμενο.
Το υποκείμενο που αποσύρεται δεν βρίσκεται κατ’ ανάγκην έξω από την κοινωνία ούτε έξω από την επιθυμία. Συχνά βρίσκεται σε μια ενδιάμεση θέση. Δεν απορρίπτει ολοκληρωτικά τον κοινωνικό κόσμο, αλλά δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στις μορφές που αυτός του προτείνει. Δεν παραιτείται πλήρως από την επιθυμία, αλλά αδυνατεί να βρει τα σημεία εκείνα όπου η επιθυμία μπορεί να αποκτήσει διάρκεια και προσανατολισμό.
Γι’ αυτό και η απόσυρση δεν αποτελεί μόνο μια πράξη απομάκρυνσης. Αποτελεί συγχρόνως μια αναζήτηση. Όχι πάντοτε συνειδητή, ούτε πάντοτε επιτυχημένη. Μια αναζήτηση διαφορετικών τρόπων σχέσης με τον εαυτό, με τους άλλους και με το μέλλον.
Η δυσκολία βρίσκεται στο ότι αυτή η αναζήτηση πραγματοποιείται συχνά μέσα από τη σιωπή, την αναβολή και την απομάκρυνση από τους χώρους όπου θα μπορούσε να συναντήσει αναγνώριση. Έτσι, η απόσυρση καταλήγει να εκφράζει ταυτόχρονα μια επιθυμία προστασίας και μια δυσκολία συμμετοχής. Μια προσπάθεια αποφυγής της οδύνης και συγχρόνως μια αδυναμία εύρεσης νέων μορφών επένδυσης.
Ίσως γι’ αυτό δεν μπορεί να κατανοηθεί ούτε ως καθαρή παραίτηση ούτε ως αυθεντική αντίσταση. Παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα. Ένας τόπος έντασης ανάμεσα σε αυτό που το υποκείμενο αρνείται και σε αυτό που εξακολουθεί να αναζητά.
Επίλογος
Όταν ένας νέος άνθρωπος αποσύρεται, η προσοχή στρέφεται συνήθως σε όσα δεν κάνει. Δεν εργάζεται, δεν σπουδάζει, δεν συμμετέχει, δεν διεκδικεί, δεν σχεδιάζει. Η περιγραφή αυτή μπορεί να είναι ακριβής, αλλά παραμένει ανεπαρκής.
Η ψυχαναλυτική οπτική προτείνει μια διαφορετική αφετηρία. Αντί να αναρωτηθεί αποκλειστικά τι λείπει από το υποκείμενο, επιχειρεί να ακούσει τι εκφράζει η ίδια η απόσυρση. Όχι ως συνειδητή επιλογή ούτε ως απλό έλλειμμα προσαρμογής, αλλά ως μια ιδιαίτερη θέση απέναντι στην επιθυμία, στον κοινωνικό δεσμό και στο μέλλον.
Κάθε ιστορία παραμένει μοναδική. Καμία θεωρία δεν μπορεί να εξαντλήσει το νόημα που αποκτά η απόσυρση για ένα συγκεκριμένο υποκείμενο. Ωστόσο η επανάληψη του φαινομένου μας υποχρεώνει να στρέψουμε το βλέμμα και προς την ίδια την κοινωνία.
Η απόσυρση των νέων ανθρώπων δεν αφορά μόνο τη δυσκολία τους να βρουν μια θέση στον κόσμο. Αφορά και τη δυσκολία του κόσμου να προσφέρει θέσεις που να μπορούν να επενδυθούν με επιθυμία.
Υπό αυτή την έννοια, η απόσυρση δεν αποτελεί απλώς ένα ατομικό σύμπτωμα. Λειτουργεί ως ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο γίνονται ορατές ορισμένες από τις αντιφάσεις της σύγχρονης ζωής: η αβεβαιότητα απέναντι στο μέλλον, η αποδυνάμωση των συλλογικών οραμάτων και η δυσκολία να αναγνωρίσει κανείς τι αξίζει ακόμη να επιθυμήσει. Ίσως τελικά το πιο κρίσιμο ερώτημα να μην είναι γιατί οι νέοι άνθρωποι αποσύρονται αλλά για το ποια μορφή κοινωνικού δεσμού μπορεί σήμερα να υποστηρίξει την επιθυμία να παραμείνει κανείς παρών.
Σχετικά άρθρα
- Νεανική παραβατικότητα: από φορέας αλλαγής σε φορέας κινδύνου
- Τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων;
- Η μοναξιά στην εποχή της συνεχούς σύνδεσης
- Ναρκισσισμός, η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας
- Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης
- Burnout ή κατάθλιψη; Πού τελειώνει η εξάντληση και πού αρχίζει το σύμπτωμα
- Εκεί όπου ο λόγος σκοντάφτει