
Η μοναξιά στην εποχή της συνεχούς σύνδεσης
Για την απομόνωση, την απουσία του Άλλου και τη δυσκολία της συνάντησης
Η μοναξιά περιγράφεται συχνά ως μία από τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας. Η διαπίστωση αυτή μοιάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξη. Ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία δεν υπήρξαν τόσοι πολλοί τρόποι επικοινωνίας, τόσες δυνατότητες διασύνδεσης και τόση ευκολία πρόσβασης στους άλλους. Ένα μήνυμα, μια βιντεοκλήση ή μια ανάρτηση αρκούν για να δημιουργήσουν την αίσθηση μιας διαρκούς παρουσίας.
Κι όμως, όσο διευρύνονται οι δυνατότητες επικοινωνίας, τόσο περισσότεροι άνθρωποι περιγράφουν μια βαθιά αίσθηση μοναξιάς.
Η αντίφαση αυτή μας υποχρεώνει να διατυπώσουμε ένα πρώτο ερώτημα. Μήπως η μοναξιά δεν είναι απλώς η απουσία ανθρώπων γύρω μας; Μήπως αυτό που ονομάζουμε μοναξιά αφορά κάτι βαθύτερο από την έλλειψη κοινωνικών επαφών;
Η καθημερινή γλώσσα συγχέει συχνά τη μοναξιά με την απομόνωση. Ωστόσο οι δύο έννοιες δεν ταυτίζονται. Η απομόνωση αναφέρεται κυρίως σε μια πραγματική κατάσταση περιορισμού των κοινωνικών δεσμών: στην απόσυρση, στη συρρίκνωση της κοινωνικής ζωής, στην απώλεια συμμετοχής σε σχέσεις, δραστηριότητες ή κοινότητες. Η μοναξιά, αντίθετα, αποτελεί μια υποκειμενική εμπειρία. Δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των ανθρώπων που υπάρχουν γύρω μας, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο βιώνει τη δυνατότητα ή την αδυναμία μιας συνάντησης.
Κάποιος μπορεί να ζει μόνος χωρίς να βιώνει εγκατάλειψη. Μπορεί να απολαμβάνει τη σιωπή, την περισυλλογή ή τη δημιουργική απόσυρση. Και αντίστροφα, μπορεί να βρίσκεται καθημερινά ανάμεσα σε ανθρώπους και να αισθάνεται ότι δεν συναντά κανέναν πραγματικά. Ακριβώς εδώ αρχίζει να γίνεται χρήσιμη η ψυχαναλυτική σκέψη.
Η ψυχανάλυση δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ένα αυτόνομο και αυτάρκες ον που αργότερα σχετίζεται με τους άλλους. Το υποκείμενο συγκροτείται εξαρχής μέσα από τη σχέση. Η γλώσσα που μιλά, οι λέξεις που χρησιμοποιεί, οι επιθυμίες που το κινούν και η εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του προϋποθέτουν την παρουσία των άλλων. Από την πρώτη στιγμή της ζωής, το βρέφος εξαρτάται από έναν Άλλο που το φροντίζει, το κατονομάζει και το εισάγει στον κόσμο των σχέσεων.
Από αυτή την άποψη, η μοναξιά δεν αφορά μόνο την απουσία προσώπων. Αφορά τη σχέση του υποκειμένου με τον Άλλο. Αφορά το αν υπάρχει ένας τόπος απεύθυνσης, ένας χώρος όπου ο λόγος μπορεί να ακουστεί και η παρουσία να αποκτήσει νόημα.
→ Δείτε επίσης: Τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων;
Ο Donald Winnicott υπήρξε από τους πρώτους ψυχαναλυτές που ανέδειξαν μια φαινομενικά παράδοξη ιδέα: η ικανότητα να είναι κανείς μόνος αποτελεί επίτευγμα της ψυχικής ανάπτυξης. Η δυνατότητα να παραμένει κάποιος μόνος χωρίς να καταρρέει ψυχικά προϋποθέτει ότι έχει προηγηθεί η εμπειρία μιας επαρκώς ασφαλούς σχέσης.
Το παιδί μπορεί να μείνει μόνο όταν έχει εσωτερικεύσει την εμπειρία μιας αξιόπιστης παρουσίας. Η παρουσία αυτή εξακολουθεί να υπάρχει ψυχικά ακόμη και όταν το πραγματικό πρόσωπο απουσιάζει. Η δημιουργική μοναχικότητα επομένως δεν προκύπτει από την απουσία του άλλου αλλά από την επιτυχή εσωτερίκευσή του.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Μας επιτρέπει να ξεχωρίσουμε τη μοναχικότητα από την εγκατάλειψη. Υπάρχει μια μοναξιά που επιτρέπει τη σκέψη, τη δημιουργία, την επιθυμία και την εσωτερική ζωή. Υπάρχει όμως και μια μοναξιά που βιώνεται ως κενό, αποκλεισμός και αίσθηση ότι δεν υπάρχει κανείς στον οποίο μπορεί να απευθυνθεί το υποκείμενο.
Ο Freud είχε ήδη δείξει ότι η ψυχική ζωή οργανώνεται γύρω από δεσμούς, επενδύσεις και απώλειες. Η απώλεια ενός σημαντικού προσώπου δεν αφορά μόνο το πρόσωπο που χάνεται, αλλά και τη θέση που κατείχε μέσα στον ψυχικό κόσμο του υποκειμένου. Κάθε εμπειρία μοναξιάς κινητοποιεί, σε κάποιο βαθμό, παλαιότερες εμπειρίες απώλειας, αποχωρισμού και ματαίωσης.
Γι’ αυτό η μοναξιά γίνεται συχνά τόσο οδυνηρή. Δεν αφορά μόνο το παρόν. Αγγίζει βαθύτερα ερωτήματα σχετικά με την αξία του υποκειμένου, την επιθυμητότητά του και τη θέση που κατέχει για τους άλλους.
→ Δείτε επίσης: Πένθος και Μελαγχολία: όταν η απώλεια δεν μπορεί να συμβολιστεί
Η λακανική σκέψη προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Για τον Lacan, η ανθρώπινη ύπαρξη χαρακτηρίζεται από μια θεμελιώδη έλλειψη. Δεν υπάρχει μια κατάσταση πλήρους ολοκλήρωσης ούτε μια σχέση που να μπορεί να εξαλείψει οριστικά το αίσθημα της μοναξιάς. Κάτι από την εμπειρία του υποκειμένου παραμένει πάντοτε αμετάφραστο και μη πλήρως μεταδόσιμο.
Η μοναξιά δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό πρόβλημα. Αποτελεί επίσης μια δομική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό δεν οδηγεί στην απαισιοδοξία. Μας απαλλάσσει όμως από την ψευδαίσθηση ότι η λύση βρίσκεται απλώς στην αύξηση των επαφών ή στην κατάργηση κάθε μορφής μοναχικότητας. Το ζήτημα δεν είναι η ποσότητα των σχέσεων αλλά η δυνατότητα μιας πραγματικής συνάντησης.
Η μοναξιά της ρευστής εποχής
Η εμπειρία της μοναξιάς δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η κοινωνική ζωή σε κάθε ιστορική περίοδο. Αν η ψυχανάλυση μας βοηθά να σκεφτούμε τη σχέση του υποκειμένου με την έλλειψη, την επιθυμία και τον Άλλο, η κοινωνική θεωρία μάς υπενθυμίζει ότι οι μορφές μέσα από τις οποίες βιώνονται αυτές οι εμπειρίες μεταβάλλονται διαρκώς.
Ο Zygmunt Bauman περιέγραψε τη σύγχρονη εποχή ως μια κατάσταση «ρευστής νεωτερικότητας». Πρόκειται για έναν κόσμο όπου οι παραδοσιακές σταθερές της κοινωνικής ζωής υποχωρούν σταδιακά. Οι θεσμοί γίνονται λιγότερο προβλέψιμοι, οι επαγγελματικές διαδρομές περισσότερο αβέβαιες και οι ανθρώπινες σχέσεις συχνά πιο εύθραυστες.
Η μεταβολή αυτή δεν αφορά μόνο τις εξωτερικές συνθήκες της ζωής. Επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο τα υποκείμενα επενδύουν στους δεσμούς τους.
Σε κοινωνίες όπου η προσωρινότητα γίνεται κανόνας, η δέσμευση παύει να θεωρείται αυτονόητη. Η σχέση δεν βιώνεται πλέον ως ένας χώρος στον οποίο το υποκείμενο εγκαθίσταται αλλά ως ένας χώρος που διαρκώς αξιολογείται, επαναδιαπραγματεύεται ή εγκαταλείπεται.
Η μοναξιά της εποχής μας δεν γεννιέται μόνο από την απουσία των άλλων. Γεννιέται συχνά από τη δυσκολία να εμπιστευθεί κανείς τη διάρκεια μιας σχέσης.
Το υποκείμενο συναντά τους άλλους μέσα σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον όπου η απώλεια προβάλλει συχνά ως αναμενόμενο ενδεχόμενο. Η προσωρινότητα γίνεται μέρος της ίδιας της εμπειρίας της σχέσης.
Η κοινωνία της επίδοσης και η εξάντληση του δεσμού
Μια διαφορετική αλλά συμπληρωματική προσέγγιση προσφέρει ο Byung-Chul Han. Σύμφωνα με τον Han, οι σύγχρονες κοινωνίες δεν οργανώνονται πλέον κυρίως γύρω από την απαγόρευση αλλά γύρω από την επίδοση. Ο άνθρωπος δεν καλείται τόσο να υπακούσει όσο να βελτιωθεί. Δεν πιέζεται μόνο από εξωτερικούς περιορισμούς αλλά από την απαίτηση να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές του.
Η απαίτηση αυτή επεκτείνεται και στις σχέσεις. Το υποκείμενο καλείται να είναι ενδιαφέρον, δημιουργικό, διαθέσιμο, συναισθηματικά ώριμο, επικοινωνιακό, αυθεντικό και ταυτόχρονα ψυχικά ισορροπημένο. Οι σχέσεις δεν μένουν ανεπηρέαστες από αυτή τη λογική. Συχνά αντιμετωπίζονται ως χώροι αυτοπραγμάτωσης και επιβεβαίωσης, γεγονός που δυσκολεύει την αποδοχή της αβεβαιότητας που συνοδεύει κάθε ανθρώπινο δεσμό.
Η μοναξιά δεν προκύπτει τότε μόνο από την έλλειψη σχέσεων αλλά και από τη δυσκολία να υπάρξουν σχέσεις που να αντέχουν τις ατέλειες, τις αντιφάσεις και τις ματαιώσεις που συνοδεύουν αναπόφευκτα την ανθρώπινη συνύπαρξη.
→ Δείτε επίσης: Τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων;
Η μοναξιά μέσα στη σχέση
Μία από τις πιο επώδυνες μορφές μοναξιάς δεν εμφανίζεται στην απουσία των σχέσεων αλλά στο εσωτερικό τους.
Η καθημερινή εμπειρία δείχνει ότι πολλοί άνθρωποι δεν υποφέρουν επειδή δεν έχουν σχέσεις αλλά επειδή αισθάνονται ότι δεν γίνονται πραγματικά κατανοητοί μέσα σε αυτές.
Υπάρχει η μοναξιά του ζευγαριού που συνεχίζει να συνυπάρχει αλλά έχει πάψει να συνομιλεί. Η μοναξιά του ανθρώπου που αισθάνεται ότι ο λόγος του δεν βρίσκει τόπο να ακουστεί. Η μοναξιά που βιώνεται μέσα στην οικογένεια όταν η λειτουργία αντικαθιστά τη συνάντηση. Η μοναξιά εκείνου που περιβάλλεται από ανθρώπους αλλά νιώθει ότι δεν μπορεί να εμφανιστεί όπως πραγματικά είναι.
Οι μορφές αυτές μοναξιάς είναι συχνά πιο επώδυνες από τη φυσική απομόνωση. Η παρουσία των άλλων δεν αρκεί για να παράγει έναν δεσμό. Η συνύπαρξη δεν ταυτίζεται με τη συνάντηση.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η εμπειρία αυτή συνδέεται με το γεγονός ότι η σχέση με τον άλλον δεν καταργεί ποτέ πλήρως την απόσταση ανάμεσα στα υποκείμενα. Κάτι από την εμπειρία του καθενός παραμένει πάντοτε μη πλήρως μεταδόσιμο. Αυτή η απόσταση δεν αποτελεί αποτυχία της σχέσης. Αποτελεί προϋπόθεση της ύπαρξής της.
Η μοναξιά ως δυσκολία συνάντησης με την ετερότητα
Η σύγχρονη συζήτηση γύρω από τη μοναξιά επικεντρώνεται συχνά στην έλλειψη σχέσεων. Η μοναξιά εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της κοινωνικής απόσυρσης, της απουσίας συντροφικότητας ή της αποδυνάμωσης των κοινωνικών δεσμών. Πρόκειται ασφαλώς για μια σημαντική διάσταση του φαινομένου, δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει γιατί η μοναξιά επιμένει ακόμη και εκεί όπου οι σχέσεις υπάρχουν.
Το ερώτημα που αναδύεται είναι διαφορετικό. Δεν αφορά μόνο τον αριθμό των σχέσεων αλλά τη μορφή τους. Δεν αφορά μόνο την παρουσία των άλλων αλλά τη δυνατότητα μιας πραγματικής συνάντησης.
Η ψυχανάλυση έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι ο άλλος άνθρωπος δεν εμφανίζεται ποτέ ως απλό αντικείμενο ικανοποίησης των αναγκών μας. Ο άλλος είναι πάντοτε φορέας μιας επιθυμίας που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε πλήρως, μιας υποκειμενικότητας που αντιστέκεται στον έλεγχό μας και μιας ετερότητας που δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Ακριβώς γι’ αυτό κάθε σχέση εμπεριέχει αναπόφευκτα ένα στοιχείο αβεβαιότητας.
Η συνάντηση με τον άλλον δεν πραγματοποιείται όταν εκείνος επιβεβαιώνει απόλυτα τις προσδοκίες μας ούτε όταν λειτουργεί ως καθρέφτης της εικόνας που διαθέτουμε για τον εαυτό μας. Πραγματοποιείται όταν το υποκείμενο αποδέχεται ότι η σχέση περιλαμβάνει πάντοτε ένα υπόλοιπο που δεν μπορεί να ελεγχθεί ή να προβλεφθεί.
Η δυνατότητα της σχέσης συνδέεται έτσι με την αποδοχή της διαφοράς και όχι με την κατάργησή της. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σύγχρονη κοινωνική συνθήκη. Η κουλτούρα της άμεσης ικανοποίησης, της συνεχούς επιλογής και της διαρκούς διαθεσιμότητας μετασχηματίζει αναπόφευκτα και τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε. Οι ανθρώπινες σχέσεις κινδυνεύουν να αξιολογηθούν με όρους αποτελεσματικότητας, προσωπικής ικανοποίησης ή συναισθηματικής απόδοσης.
Ο άλλος μετατρέπεται εύκολα σε αντικείμενο αξιολόγησης και η σχέση σε πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην επιθυμία και την απογοήτευση.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εμπειρία της μοναξιάς δεν συνδέεται μόνο με την απουσία δεσμών αλλά και με τη δυσκολία παραμονής μέσα σε δεσμούς που δεν προσφέρουν απόλυτες εγγυήσεις. Η σχέση απαιτεί την ανοχή της αβεβαιότητας, την αποδοχή της ματαίωσης και τη δυνατότητα να παραμείνει κανείς απέναντι σε έναν άλλον που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητός ή διαθέσιμος.
Από αυτή την οπτική, η μοναξιά δεν αποτελεί απλώς συνέπεια της αποδυνάμωσης των κοινωνικών σχέσεων. Αποκαλύπτει και μια βαθύτερη δυσκολία της εποχής μας να διατηρήσει ζωντανή τη σχέση με την ετερότητα.
Η παρουσία του άλλου δεν αρκεί από μόνη της για να καταργήσει τη μοναξιά. Αυτό που καθίσταται κρίσιμο είναι η δυνατότητα να υπάρξει ένας δεσμός μέσα στον οποίο η διαφορά, η αβεβαιότητα και η έλλειψη δεν βιώνονται ως απειλή αλλά ως αναπόσπαστα στοιχεία της ανθρώπινης συνάντησης.
Επίλογος
Η μοναξιά δεν αποτελεί απλώς ένα κοινωνικό πρόβλημα ούτε μια ψυχολογική δυσκολία που μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με περισσότερες επαφές. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με τον εαυτό του, με την επιθυμία του και με τους άλλους.
Η απομόνωση αποτελεί μία από τις πιθανές μορφές της, αλλά δεν ταυτίζεται μαζί της. Κάποιος μπορεί να είναι μόνος χωρίς να νιώθει εγκαταλελειμμένος. Και μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους χωρίς να αισθάνεται πραγματικά συνδεδεμένος με κανέναν.
Η πρόκληση της εποχής μας δεν φαίνεται να είναι η έλλειψη επικοινωνίας. Είναι η δυσκολία της συνάντησης.
Σε έναν κόσμο που υπόσχεται διαρκή σύνδεση, η ανθρώπινη ανάγκη δεν αφορά απλώς την παρουσία των άλλων αλλά την ύπαρξη σχέσεων μέσα στις οποίες το υποκείμενο μπορεί να εμφανιστεί χωρίς να χρειάζεται να κρύψει την αβεβαιότητα, την έλλειψη και την ευαλωτότητά του.
Ίσως γι’ αυτό η μοναξιά παραμένει ένα από τα πιο επίμονα βιώματα της σύγχρονης ζωής. Όχι επειδή οι άνθρωποι έπαψαν να βρίσκονται μαζί, αλλά επειδή η συνάντηση με τον άλλον εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα ανθρώπινα εγχειρήματα.
Σχετικά άρθρα