
Εκεί όπου ο λόγος σκοντάφτει
Πώς εγγράφεται το τραύμα στις σχέσεις; Τι σημαίνει «σιωπή» στην ψυχαναλυτική συνεδρία; Μπορεί η σχέση να είναι όχι το καταφύγιο, αλλά το σημείο ρήξης; Μια λακανική προσέγγιση για τη σχέση ως τόπο μη-συμβολοποιημένης εμπειρίας.
Η σιωπή, το τραύμα και το σημείο όπου κάτι αντιστέκεται στη γλώσσα.
Η ψυχαναλυτική εργασία δεν αρχίζει πάντοτε από όσα λέγονται, αλλά συχνά από εκείνα που επιμένουν να μην μπορούν να ειπωθούν. Από μια σιωπή που δεν αποτελεί απλώς απουσία λόγου, αλλά ίχνος μιας εμπειρίας που δεν απέκτησε ποτέ πλήρως μορφή μέσα στη γλώσσα. Όπως δείχνει και ο Χριστοδούλου (2011), το άρρητο δεν είναι ένα κενό χωρίς περιεχόμενο, αλλά ένα κρίσιμο σημείο της ψυχικής ζωής, εκεί όπου κάτι υπάρχει χωρίς ακόμη να μπορεί να αποκτήσει λέξεις.
Υπάρχουν βιώματα που δεν εγκαθίστανται ολοκληρωτικά στον λόγο. Παραμένουν ως επανάληψη, ως ένταση, ως αίσθηση ασυνέχειας μέσα στον ίδιο τον τρόπο που το υποκείμενο μιλά, αποσύρεται ή σχετίζεται. Η ψυχαναλυτική σκέψη αντιμετωπίζει αυτό το σημείο όχι ως απλή δυσκολία επικοινωνίας, αλλά ως κάτι που αφορά τον ίδιο τον τρόπο συγκρότησης του υποκειμένου.
Η θεραπευτική σχέση γίνεται τότε ο τόπος όπου αυτό το άρρητο αρχίζει να εμφανίζεται — όχι πάντοτε μέσα από σαφείς αφηγήσεις, αλλά συχνά μέσα από παύσεις, αμηχανίες, μετατοπίσεις ή επαναλήψεις που επιστρέφουν εκεί όπου ο λόγος σκοντάφτει. Σε αυτή την κατεύθυνση, ο Χριστοδούλου (2011) φωτίζει εύστοχα τη σιωπή όχι ως έλλειψη, αλλά ως φορέα ψυχικής πυκνότητας.
Το τραύμα και ό,τι δεν εγγράφεται πλήρως στον λόγο
Η λακανική διάκριση ανάμεσα στο Πραγματικό, το Συμβολικό και το Φαντασιακό προσφέρει έναν ιδιαίτερο τρόπο κατανόησης του τραύματος και της σχέσης του με τη γλώσσα. Όπως δείχνει ο Lacan (1988), το ψυχικό βίωμα δεν οργανώνεται μόνο γύρω από όσα μπορούν να ειπωθούν, αλλά και γύρω από όσα αντιστέκονται στη συμβολική τους εγγραφή.
Το τραύμα δεν αφορά μόνο ένα επώδυνο γεγονός, αλλά και το σημείο όπου κάτι από την εμπειρία παραμένει εκτός συμβολοποίησης. Δεν μπορεί να εγγραφεί πλήρως στον λόγο και γι’ αυτό επιστρέφει μέσα από το άγχος, τη σιωπή ή την επαναληπτική πράξη. Όπως επισημαίνει ο Μπράτσης (2008), το τραυματικό υπόλειμμα δεν εξαντλείται στο συμβάν, αλλά επιμένει εκεί όπου η ψυχική επεξεργασία έχει διακοπεί.
Το Φαντασιακό συγκροτεί τον χώρο των εικόνων μέσα από τις οποίες το υποκείμενο αναγνωρίζει και ταυτόχρονα παρερμηνεύει τον εαυτό του. Εκεί οργανώνονται οι ταυτίσεις, οι προσδοκίες και οι φαντασιώσεις γύρω από τον Άλλο και τη σχέση. Όμως αυτή η αναγνώριση παραμένει ασταθής, καθώς δεν συμπίπτει ποτέ πλήρως με αυτό που το υποκείμενο είναι.
Το Συμβολικό, αντίστοιχα, αφορά τον χώρο της γλώσσας, του νόμου και των σημαινόντων. Είναι το πεδίο μέσα στο οποίο το υποκείμενο αποκτά θέση, αλλά και χάνει κάτι από την άμεση σχέση με τον εαυτό του. Γι’ αυτό και για τον Lacan (1988) το υποκείμενο συγκροτείται πάντοτε γύρω από μια έλλειψη που δεν αίρεται οριστικά.
Η σχέση με τον Άλλο και η δομική σχάση
Στη λακανική θεωρία, ο Άλλος δεν είναι μόνο το άλλο πρόσωπο, αλλά ο τόπος της γλώσσας, της επιθυμίας και της αναγνώρισης. Η σχέση με τον Άλλο δεν οδηγεί σε πλήρη ένωση ή αποκατάσταση μιας χαμένης πληρότητας· αντίθετα, αποκαλύπτει τη σχάση πάνω στην οποία συγκροτείται το ίδιο το υποκείμενο. Όπως τονίζει ο Καραβίας (2003), η υποκειμενικότητα δεν εδράζεται στην αυτάρκεια, αλλά σε μια δομική εξάρτηση από την ετερότητα.
Το Εγώ δεν παραμένει σταθερό μέσα στη σχέση. Αποσταθεροποιείται, μετατοπίζεται και έρχεται αντιμέτωπο με το γεγονός ότι δεν ελέγχει πλήρως ούτε το νόημα όσων λέει ούτε την επιθυμία που το κινεί.
Ο Lacan (1988) γράφει ότι «το υποκείμενο είναι αντιπροσωπευόμενο δια ενός σημαίνοντος για ένα άλλο σημαίνον». Το υποκείμενο, επομένως, δεν υπάρχει ως αυτάρκης ολότητα. Συγκροτείται μέσα από τη γλώσσα, αλλά ταυτόχρονα χάνει κάτι μέσα σε αυτή τη διαδικασία.
Η σχέση μπορεί έτσι να βιωθεί όχι μόνο ως εγγύτητα ή αναγνώριση, αλλά και ως πεδίο αλλοτρίωσης, αβεβαιότητας και συνάντησης με την έλλειψη.
Η σιωπή ως ψυχικό ίχνος
Η σιωπή στον ψυχαναλυτικό χώρο δεν ισοδυναμεί με αδράνεια. Μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή παρουσίας εκεί όπου οι λέξεις δεν έχουν ακόμη βρεθεί. Ο Χριστοδούλου (2011) δείχνει εύστοχα ότι η σιωπή δεν σημαίνει απουσία ψυχικής κίνησης, αλλά συχνά τη συμπύκνωση εκείνου που δεν κατόρθωσε ακόμη να λάβει συμβολική μορφή.
Υπάρχουν στιγμές όπου το υποκείμενο δεν μπορεί να μιλήσει για όσα το διαπερνούν. Και όμως, αυτά τα στοιχεία επιμένουν: μέσα στον τόνο της φωνής, στις παύσεις, στην επανάληψη, στο σώμα ή στην αίσθηση ότι κάτι παραμένει ανοιχτό χωρίς να ολοκληρώνεται.
Ο θεραπευτής δεν σπεύδει να γεμίσει αμέσως αυτό το κενό με ερμηνείες. Η σιωπή μπορεί να αποτελέσει τον τόπο όπου εμφανίζεται κάτι από αυτό που μέχρι τότε δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει συμβολική μορφή.
Μέσα στη μεταβίβαση, το υποκείμενο επαναφέρει στη σχέση στοιχεία της ιστορίας του που δεν κατόρθωσαν ποτέ να συμβολοποιηθούν πλήρως. Η εμπειρία της εγκατάλειψης, της απόρριψης ή της αδυναμίας αναγνώρισης μπορεί να επιστρέψει όχι ως απλή ανάμνηση, αλλά ως βίωμα που ενεργοποιείται εκ νέου μέσα στη θεραπευτική σχέση.
Από το ανείπωτο σε μια δυνατότητα μορφής
Η ψυχαναλυτική εργασία δεν στοχεύει στην πλήρη διαφάνεια του εαυτού ούτε στην εξάλειψη της έλλειψης. Δεν αποσκοπεί στο να εξαφανίσει τη σχάση, αλλά στο να επιτρέψει στο υποκείμενο να αποκτήσει διαφορετική σχέση μαζί της.
Η συμβολοποίηση δεν σημαίνει ότι το τραύμα παύει να υπάρχει. Σημαίνει ότι κάτι από αυτό μπορεί να εγγραφεί μέσα στον λόγο χωρίς να επιστρέφει μόνο ως ωμή ένταση ή σιωπηλή επανάληψη. Όπως δείχνει ο Ζυμπάρης (2015), η λακανική ψυχανάλυση δεν υπόσχεται αποκατάσταση της πληρότητας, αλλά μια διαφορετική σχέση με αυτό που επιμένει ως έλλειμμα και υπόλοιπο.
Η μετάβαση από το άρρητο στο μερικώς ειπωμένο δεν ολοκληρώνεται ποτέ πλήρως. Κάτι πάντοτε διαφεύγει. Και ίσως ακριβώς αυτή η αδυνατότητα πλήρους σύμπτωσης με τον εαυτό να αποτελεί όχι παθολογία, αλλά θεμελιώδη συνθήκη της υποκειμενικότητας.
Ίσως τελικά η ψυχική εργασία να μην αφορά την αποκατάσταση μιας πλήρους συνοχής, αλλά τη δυνατότητα να αντέξει κανείς ότι κάτι από τον εαυτό παραμένει πάντοτε ανολοκλήρωτο, διχασμένο και μη πλήρως ειπωμένο — χωρίς γι’ αυτό να παύει να υπάρχει ως υποκείμενο επιθυμίας.
Βιβλιογραφία
-
Ζυμπάρης, Ν. (2015). Εισαγωγή στη Λακανική Ψυχανάλυση. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.
-
Χριστοδούλου, Π. (2011). Η Σιωπή και το Άρρητο στην Ψυχανάλυση. Αθήνα: Εκδόσεις Εστία.
-
Μπράτσης, Κ. (2008). Ψυχανάλυση και Τραύμα. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.
-
Καραβίας, Α. (2003). Ψυχανάλυση και Υποκειμενικότητα. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
-
Lacan, J. (1988). Οι Τρεις Βασικές Έννοιες της Ψυχανάλυσης. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.