
Συναντώντας την ανθρώπινη ευαλωτότητα
Με αφορμή τον τραγικό θάνατο ενός νεαρού ανθρώπου με αυτισμό
Ο τραγικός θάνατος ενός νεαρού ανθρώπου με αυτισμό, έπειτα από πυροβολισμό αστυνομικών, συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για ένα γεγονός που απαιτεί πλήρη και προσεκτική διερεύνηση των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη. Πέρα όμως από τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει η Δικαιοσύνη, το περιστατικό αναδεικνύει ένα βαθύτερο ζήτημα, το οποίο υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση. Τι σημαίνει πραγματικά να ζούμε σε μια κοινωνία που αναγνωρίζει την ανθρώπινη ευαλωτότητα; Πόσο έτοιμοι είμαστε, ως πολίτες και ως θεσμοί, να συναντήσουμε ανθρώπους που βιώνουν τον κόσμο διαφορετικά από εμάς; Και πόσο συχνά περιμένουμε από εκείνους να προσαρμοστούν στις δικές μας προσδοκίες, χωρίς να αναρωτιόμαστε αν έχουμε μετακινηθεί και εμείς προς τη δική τους πραγματικότητα;
Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούν μόνο τον αυτισμό ούτε μόνο περιστατικά με τραγική κατάληξη. Αφορούν κάθε συνάντηση με ανθρώπους που, εξαιτίας μιας ψυχικής διαταραχής, μιας νευροαναπτυξιακής διαφοράς, μιας νοητικής αναπηρίας ή μιας κατάστασης γνωστικής έκπτωσης, δυσκολεύονται να εκφράσουν αυτό που βιώνουν με τους τρόπους που έχουμε μάθει να θεωρούμε αυτονόητους. Εκεί δοκιμάζεται όχι μόνο η δική τους δυνατότητα να επικοινωνήσουν, αλλά και η δική μας δυνατότητα να ακούσουμε.
Στην καθημερινή ζωή θεωρούμε σχεδόν δεδομένο ότι μπορούμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον. Ένα βλέμμα, μια φράση ή μια κίνηση του σώματος αρκούν συνήθως για να αποδώσουμε νόημα στις πράξεις των ανθρώπων. Όταν όμως αυτή η δυνατότητα διαρρηγνύεται, η συμπεριφορά παύει να αποτελεί ασφαλή οδηγό κατανόησης. Αυτό που βλέπουμε δεν συμπίπτει πάντοτε με αυτό που βιώνει ο άλλος και η βεβαιότητα δίνει τη θέση της στην αβεβαιότητα.
Η ανθρώπινη ευαλωτότητα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής όταν ο άνθρωπος αδυνατεί να εκφράσει με τρόπο κατανοητό αυτό που του συμβαίνει. Τότε οι γύρω του καλούνται να ερμηνεύσουν τις πράξεις του χωρίς να έχουν πρόσβαση στην εσωτερική του εμπειρία. Όσο λιγότερο μπορεί κάποιος να μιλήσει για αυτό που βιώνει, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος η συμπεριφορά του να γίνει η μοναδική γλώσσα μέσα από την οποία τον αντιλαμβανόμαστε. Η αγωνία μπορεί να διαβαστεί ως επιθετικότητα, η αποδιοργάνωση ως πρόκληση και η ανάγκη απομάκρυνσης ως άρνηση συνεργασίας. Έτσι, η συμπεριφορά κινδυνεύει να γίνει η μοναδική ταυτότητα του ανθρώπου, ενώ η εμπειρία του παραμένει αόρατη.
Αυτό μπορεί να συμβεί σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις. Στον αυτισμό γίνεται συχνά ιδιαίτερα εμφανές. Δεν πρόκειται μόνο για έναν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας, αλλά για έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της εμπειρίας. Οι ήχοι, η σωματική εγγύτητα, οι απρόβλεπτες αλλαγές ή η συσσώρευση ερεθισμάτων μπορεί να οδηγήσουν σε έντονη αισθητηριακή υπερφόρτωση. Τότε η απομάκρυνση, η σιωπή, οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή ακόμη και μια έντονη αντίδραση δεν αποτελούν απαραίτητα επιλογές· αποτελούν συχνά την προσπάθεια του ανθρώπου να διατηρήσει μια στοιχειώδη συνοχή απέναντι σε μια εμπειρία που βιώνεται ως αβάσταχτη.
Με διαφορετικό τρόπο, κάτι ανάλογο μπορεί να συναντήσει κανείς και σε ανθρώπους που βιώνουν ένα ψυχωτικό επεισόδιο, μια σοβαρή κρίση πανικού, μια κατάσταση παραληρήματος, άνοια ή νοητική αναπηρία. Οι καταστάσεις αυτές δεν ταυτίζονται ούτε πρέπει να συγχέονται. Μοιράζονται όμως ένα κρίσιμο χαρακτηριστικό: σε ορισμένες στιγμές κρίσης, η εσωτερική εμπειρία δεν μπορεί να εκφραστεί με τρόπο που οι άλλοι μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν.
Η δυσκολία αυτή δεν αφορά μόνο τις στιγμές της κρίσης. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε συνολικά τη διαφορετικότητα. Για πολλά χρόνια, η προσπάθεια επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην εκπαίδευση του ανθρώπου που θεωρείται «διαφορετικός», ώστε να προσαρμοστεί σε αυτό που η κοινωνία ορίζει ως φυσιολογικό. Πολύ λιγότερο αναρωτηθήκαμε αν η ίδια η κοινωνία είναι πρόθυμη να μετακινηθεί. Αν μπορεί να ακούσει διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας, να αναγνωρίσει διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης και να αποδεχθεί ότι η κατανόηση δεν προϋποθέτει την ομοιότητα.
Μια πραγματικά συμπεριληπτική κοινωνία δεν είναι εκείνη που απλώς ανέχεται τη διαφορετικότητα. Είναι εκείνη που αμφισβητεί τις ίδιες τις κατηγορίες μέσα από τις οποίες μαθαίνει να διαχωρίζει τους ανθρώπους: φυσιολογικό και μη φυσιολογικό, αποδεκτό και μη αποδεκτό, λειτουργικό και προβληματικό. Αναγνωρίζει ότι οι έννοιες αυτές δεν είναι ουδέτερες· διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον άλλον και τις προσδοκίες που έχουμε από αυτόν. Δεν περιμένει μόνο από τον πιο ευάλωτο να προσαρμοστεί. Αναλαμβάνει και η ίδια την ευθύνη να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο ακούει, επικοινωνεί και εκπαιδεύεται. Προσπαθεί να κατανοήσει την εμπειρία του ανθρώπου και όχι μόνο τη διάγνωσή του. Δημιουργεί χώρο για διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης, αντί να απαιτεί από όλους να ανταποκρίνονται στο ίδιο πρότυπο. Η συμπερίληψη δεν είναι μόνο ζήτημα δικαιωμάτων ή πολιτικών· είναι πρωτίστως μια στάση απέναντι στον άνθρωπο.
Η τραγωδία δεν αρχίζει τη στιγμή της βίας. Η βία είναι η στιγμή που αποκαλύπτει ότι κάτι στη δυνατότητα της συνάντησης έχει ήδη αποτύχει. Δεν πρόκειται για την αποτυχία ενός μόνο ανθρώπου ή ενός μόνο θεσμού, αλλά για τα όρια μιας συλλογικής ικανότητας να αναγνωρίζουμε την ανθρώπινη ευαλωτότητα πριν αυτή βρεθεί στο σημείο της σύγκρουσης. Η ανθρώπινη συμβίωση στηρίζεται στην παραδοχή ότι οι διαφορές μπορούν να βρουν χώρο στον λόγο, στην κατανόηση και στους θεσμούς. Όταν αυτός ο χώρος στενεύει ή χάνεται, η συνάντηση κινδυνεύει να μετατραπεί σε αντιπαράθεση και η αδυναμία κατανόησης σε πράξη με ανεπανόρθωτες συνέπειες.
Το τραγικό αυτό γεγονός, που αφορούσε έναν νέο άνθρωπο με αυτισμό, δεν αφορά τελικά μόνο τον αυτισμό. Μας καλεί να αναρωτηθούμε τι σημαίνει πραγματικά να συναντάμε τον άνθρωπο όταν ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται, επικοινωνεί ή αντιδρά διαφέρει από τον δικό μας. Γιατί μια κοινωνία δεν γίνεται συμπεριληπτική όταν ο πιο ευάλωτος καταφέρει να μοιάσει περισσότερο με τους πολλούς. Γίνεται συμπεριληπτική όταν οι πολλοί είναι πρόθυμοι να διευρύνουν τον τρόπο με τον οποίο κατανοούν τον άνθρωπο.
Σχετικά άρθρα
- Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη
- Η αναβλητικότητα ως σύμπτωμα
- Το βλέμμα του Άλλου στην ψηφιακή εποχή
- Το ασυνείδητο στην εποχή της συνεχούς αυτοβελτίωσης
- Η σύγκριση με τους άλλους και η αίσθηση ανεπάρκειας: γιατί ποτέ δεν είμαστε αρκετοί;