
Η ατομική εμπειρία στη δίνη της κοινωνικής δυσφορίας
Πώς οι κοινωνικές αντιφάσεις μετασχηματίζονται σε προσωπικό αίτημα και η ανθρώπινη εμπειρία σε διαγνωστική κατηγορία.
Η κοινωνική δυσφορία αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εμπειρίες της σύγχρονης εποχής. Δεν αλλάζει μόνο αυτό που υποφέρει. Αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν να μιλούν γι’ αυτήν.
Κάθε εποχή παράγει τις δικές της μορφές δυσφορίας. Παράγει όμως και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν να μιλούν γι’ αυτές. Δεν αλλάζει μόνο αυτό που υποφέρει. Αλλάζει και η γλώσσα με την οποία περιγράφεται ο πόνος, οι ερμηνείες που τον συνοδεύουν και οι απαντήσεις που θεωρούνται αυτονόητες.
Η δική μας εποχή μοιάζει να έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους από την κοινωνία στο άτομο. Οι οικονομικές αντιφάσεις, η επισφάλεια της εργασίας, η αποδυνάμωση των συλλογικών θεσμών, η διαρκής ψηφιακή έκθεση, η συνεχής αξιολόγηση και η αβεβαιότητα για το μέλλον εμφανίζονται όλο και λιγότερο ως στοιχεία μιας κοινής πραγματικότητας και όλο και περισσότερο ως προβλήματα που κάθε άνθρωπος καλείται να διαχειριστεί μόνος του.
Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η αύξηση της ψυχικής δυσφορίας. Είναι μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αυτή γίνεται αντιληπτή. Η κοινωνική αντίφαση μετασχηματίζεται σταδιακά σε προσωπικό αίτημα. Το ερώτημα παύει να είναι τι συμβαίνει στην κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε και γίνεται τι δεν λειτουργεί σωστά μέσα σε εμάς.
Αυτή η μετατόπιση μοιάζει τόσο φυσική, ώστε δύσκολα γίνεται αντιληπτή. Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται εξαντλημένος, η πρώτη σκέψη αφορά συνήθως την ανθεκτικότητά του. Όταν δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, αναζητά τρόπους καλύτερης διαχείρισης του χρόνου ή του άγχους του. Όταν βιώνει μοναξιά, αμφισβητεί τις κοινωνικές του δεξιότητες. Όταν νιώθει αβεβαιότητα, θεωρεί ότι δυσκολεύεται να πάρει αποφάσεις. Σπάνια το πρώτο ερώτημα αφορά τις ίδιες τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να ζήσει.
Δεν πρόκειται για μια απλή αλλαγή λεξιλογίου. Πρόκειται για έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης της εμπειρίας. Η κοινωνική πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται επειδή έπαψε να υπάρχει. Εξαφανίζεται επειδή παύει να αποτελεί μέρος της εξήγησης. Το βλέμμα στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά προς το άτομο, σαν εκεί να βρίσκονται τόσο η αιτία όσο και η λύση της δυσφορίας.
Η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται από μια ιστορικά πρωτόγνωρη δημόσια συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία. Πρόκειται αναμφίβολα για μια σημαντική κατάκτηση. Η ψυχική οδύνη δεν αντιμετωπίζεται πλέον με τη σιωπή ή το στίγμα που τη συνόδευαν για δεκαετίες. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ζητούν βοήθεια, μιλούν ανοιχτά για την εμπειρία τους και αναγνωρίζουν ότι η ψυχοθεραπεία μπορεί να αποτελέσει έναν ουσιαστικό χώρο επεξεργασίας του ψυχικού πόνου.
Ταυτόχρονα, όμως, αναδύεται ένα διαφορετικό φαινόμενο. Η γλώσσα της ψυχικής υγείας επεκτείνεται σταδιακά σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Η ανθρώπινη εμπειρία περιγράφεται όλο και συχνότερα μέσα από ψυχολογικούς όρους. Δεν αλλάζει μόνο ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για το σύμπτωμα. Αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε για τον ίδιο τον εαυτό μας.
Έτσι, η δυσφορία δεν εμφανίζεται πλέον απλώς ως μια ανθρώπινη εμπειρία που χρειάζεται να κατανοηθεί. Παρουσιάζεται ως ένα πρόβλημα που οφείλει να αντιμετωπιστεί μέσα από την προσωπική εργασία πάνω στον εαυτό. Η λύση αναζητείται πρωτίστως στην αυτογνωσία, στην αυτοφροντίδα, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων, στη διαχείριση των συναισθημάτων και στη βελτίωση της ψυχικής ανθεκτικότητας. Πρόκειται για έννοιες που έχουν πραγματική αξία. Το ερώτημα δεν αφορά τη χρησιμότητά τους. Αφορά το γεγονός ότι τείνουν να μετατραπούν στη μοναδική γλώσσα μέσα από την οποία επιτρέπεται να ερμηνευθεί η δυσφορία.
Σχεδόν ανεπαίσθητα, η ευθύνη μετακινείται. Η κοινωνική επισφάλεια γίνεται προσωπικό άγχος. Η εργασιακή εξουθένωση μετατρέπεται σε έλλειψη ανθεκτικότητας. Η αβεβαιότητα γίνεται αδυναμία προσαρμογής. Οι αντιφάσεις της εποχής επιστρέφουν στον άνθρωπο ως προσωπικό του έργο.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η μετατόπιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Το σύμπτωμα δεν αποτελεί απλώς μια δυσλειτουργία που χρειάζεται να εξαλειφθεί. Αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος απαντά στη δική του ιστορία, στις σχέσεις του, στην επιθυμία του και στον λόγο της εποχής μέσα στην οποία ζει. Δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από τη μοναδικότητα του υποκειμένου ούτε από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συγκροτείται.
Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί αυξάνονται οι διαγνώσεις άγχους και κατάθλιψης. Είναι γιατί η εποχή μας παράγει έναν άνθρωπο που αισθάνεται ολοένα και περισσότερο υπεύθυνος για δυσκολίες που υπερβαίνουν τη δική του ιστορία. Έναν άνθρωπο που πριν ακόμη αφηγηθεί την εμπειρία του, αισθάνεται ότι πρέπει να τη διαχειριστεί, να τη διορθώσει και τελικά να την εξηγήσει.
Η μετατόπιση αυτή αλλάζει και το ίδιο το αίτημα που φτάνει στην ψυχοθεραπεία. Όπως αναδεικνύεται και στα άρθρα «Πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;» και «Η θεραπευτική διαδικασία: τι αλλάζει πραγματικά στην ψυχοθεραπεία;», το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ανακούφιση από τον πόνο. Συχνά προηγείται η ανάγκη να αποκτήσει αυτός ο πόνος ένα όνομα, μια εξήγηση και μια θέση μέσα σε έναν ήδη διαμορφωμένο λόγο.
Από εκεί ακριβώς ξεκινά η δεύτερη μεγάλη μετατόπιση της εποχής μας. Η δυσφορία δεν αρκεί πλέον να βιώνεται. Πρέπει να ταξινομηθεί. Η εμπειρία δεν αρκεί να ειπωθεί. Πρέπει να ενταχθεί σε μια αναγνωρίσιμη κατηγορία. Και τότε το αρχικό ερώτημα «τι μου συμβαίνει;» αρχίζει να μετασχηματίζεται σε ένα διαφορετικό: «ποιος είμαι τελικά;»
Η ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής δυσφορίας δεν αποτελεί το τέλος αυτής της διαδικασίας. Αποτελεί την αρχή της. Από τη στιγμή που η δυσφορία παύει να αντιμετωπίζεται ως μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας και επιστρέφει στον άνθρωπο ως προσωπική του υπόθεση, αναδύεται μια νέα ανάγκη. Η εμπειρία δεν αρκεί πλέον να βιώνεται. Πρέπει να ονομαστεί.
Η εποχή μας δυσκολεύεται να αφήσει κάτι ακαθόριστο. Κάθε εμπειρία αναζητά έναν ορισμό, κάθε δυσκολία μια εξήγηση και κάθε διαφορετικότητα μια κατηγορία. Δεν πρόκειται μόνο για την ψυχιατρική ή την ψυχολογία. Πρόκειται για έναν συνολικό τρόπο οργάνωσης του κόσμου. Η ταξινόμηση μοιάζει να αποτελεί την προϋπόθεση της κατανόησης.
Δεν υπάρχουν πλέον μόνο διαφορετικές ηλικίες. Υπάρχουν γενιές που συνοδεύονται από συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, συμπεριφορές και τρόπους σκέψης. Δεν υπάρχουν μόνο δυσκολίες στις σχέσεις. Υπάρχουν πρότυπα προσκόλλησης που υπόσχονται να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο αγαπάμε, φοβόμαστε ή απομακρυνόμαστε από τους άλλους. Δεν υπάρχουν μόνο διαφορετικοί χαρακτήρες. Υπάρχουν τύποι προσωπικότητας, ψυχολογικά προφίλ και ολοένα περισσότερες έννοιες που φιλοδοξούν να περιγράψουν με ακρίβεια αυτό που είμαστε.
Η ανάγκη αυτή δεν είναι από μόνη της προβληματική. Κάθε επιστήμη χρειάζεται έννοιες και κατηγορίες για να οργανώσει τη γνώση της. Το ερώτημα αρχίζει όταν η κατηγορία παύει να αποτελεί εργαλείο κατανόησης και γίνεται ο τόπος μέσα στον οποίο ο άνθρωπος αναζητά τον ίδιο του τον εαυτό.
Το αίτημα που συναντά κανείς σήμερα δεν είναι πάντοτε ένα αίτημα ανακούφισης από τον ψυχικό πόνο. Συχνά προηγείται ένα διαφορετικό αίτημα. «Θέλω να μάθω τι έχω». Λίγο αργότερα αυτό μετατρέπεται σε κάτι ακόμη βαθύτερο. «Θέλω να μάθω ποιος είμαι».
Η διάγνωση παύει έτσι να λειτουργεί μόνο ως κλινικό εργαλείο. Αποκτά μια υπαρξιακή λειτουργία. Προσφέρει μια αίσθηση σταθερότητας σε μια εποχή όπου σχεδόν όλα μοιάζουν ρευστά. Η εργασία γίνεται αβέβαιη, οι σχέσεις περισσότερο εύθραυστες, οι κοινωνικοί θεσμοί αποδυναμώνονται και η ταυτότητα παρουσιάζεται ως κάτι που ο καθένας οφείλει να κατασκευάσει μόνος του. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η διάγνωση ή η ψυχολογική κατηγορία προσφέρει την ψευδαίσθηση μιας βεβαιότητας.
Όμως η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται εκεί.
Από τη στιγμή που το υποκείμενο αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα σε μια κατηγορία, εμφανίζεται μια δεύτερη απαίτηση. Δεν αρκεί να γνωρίζει ποιος είναι. Οφείλει να μετασχηματίσει αυτό που είναι.
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη μετατόπιση της εποχής μας. Η διάγνωση δεν οδηγεί μόνο στην κατανόηση. Οδηγεί σε μια αδιάκοπη εργασία πάνω στον εαυτό. Το υποκείμενο καλείται να μάθει τεχνικές, να αναπτύξει δεξιότητες, να ρυθμίσει τα συναισθήματά του, να γίνει περισσότερο λειτουργικό, περισσότερο ανθεκτικό, περισσότερο αποτελεσματικό. Η ψυχική ζωή μετατρέπεται σταδιακά σε ένα διαρκές έργο διαχείρισης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η δημόσια γλώσσα κυριαρχείται από όρους όπως αυτοβελτίωση, προσωπική ανάπτυξη, mindfulness, ευεξία, ανθεκτικότητα και αυτοφροντίδα. Οι έννοιες αυτές έχουν αναμφίβολα τη θέση τους. Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξή τους αλλά η θέση που καταλαμβάνουν στον σύγχρονο κοινωνικό λόγο. Σταδιακά μετατρέπονται από δυνατότητα σε υποχρέωση.
Η προσταγή της εποχής δεν λέει πλέον μόνο «υπάκουσε». Λέει «γίνε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου». Δεν απαγορεύει την απόλαυση. Αντίθετα, την επιβάλλει. Ο άνθρωπος καλείται να είναι ευτυχισμένος, δημιουργικός, ψυχικά ισορροπημένος, συναισθηματικά ώριμος και παραγωγικός ταυτόχρονα. Αν αποτυγχάνει, η πρώτη εξήγηση αναζητείται και πάλι μέσα στον ίδιο.
Εδώ ακριβώς εμφανίζεται το παράδοξο. Η ίδια κοινωνία που παράγει ολοένα μεγαλύτερη ανασφάλεια ζητά από τον άνθρωπο να αισθάνεται ασφαλής. Η ίδια κοινωνία που αυξάνει τις απαιτήσεις τον καλεί να διαχειρίζεται καλύτερα το άγχος του. Η ίδια κοινωνία που οργανώνεται γύρω από τον ανταγωνισμό προτρέπει το άτομο να πάψει να συγκρίνεται με τους άλλους. Οι αντιφάσεις αυτές δεν επιλύονται. Εσωτερικεύονται.
Έτσι, η κοινωνική δυσφορία μετατρέπεται σε προσωπική αποτυχία. Αν ο άνθρωπος συνεχίζει να υποφέρει, θεωρεί ότι δεν γνώρισε αρκετά τον εαυτό του, δεν εργάστηκε αρκετά μαζί του ή δεν βρήκε ακόμη τη σωστή μέθοδο που θα τον οδηγήσει στην ψυχική ισορροπία. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται πλέον στις συνθήκες της ζωής αλλά στην ατελή εργασία πάνω στον εαυτό.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, όμως, το υποκείμενο δεν εξαντλείται ποτέ σε μια κατηγορία. Δεν ταυτίζεται ολοκληρωτικά με τη διάγνωσή του, ούτε με την ηλικιακή του γενιά, ούτε με έναν τύπο προσωπικότητας, ούτε με την εικόνα που σχηματίζει για τον εαυτό του. Παραμένει πάντοτε διχασμένο, επειδή η επιθυμία του δεν μπορεί να χωρέσει οριστικά σε κανέναν ορισμό.
Το σύμπτωμα, επομένως, δεν αποτελεί μόνο κάτι που πρέπει να εξαλειφθεί. Αποτελεί έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο κάθε άνθρωπος απαντά στις αντιφάσεις της δικής του ζωής. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από μια διαγνωστική κατηγορία ούτε να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως τεχνικό πρόβλημα προς επίλυση.
Η μεγαλύτερη επιτυχία του σύγχρονου κοινωνικού λόγου δεν βρίσκεται στον πολλαπλασιασμό των διαγνώσεων. Βρίσκεται στο ότι η αυτοβελτίωση μετατρέπεται σταδιακά σε ηθική υποχρέωση. Το υποκείμενο αισθάνεται υπεύθυνο όχι μόνο για τις επιλογές του αλλά και για τη διάθεσή του, την ψυχική του ισορροπία, την ευτυχία του και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει κάθε δυσκολία.
Έτσι, το αρχικό ερώτημα μεταβάλλεται ριζικά. Δεν είναι πλέον μόνο «τι μου συμβαίνει;». Γίνεται «τι δεν έχω κάνει ακόμη σωστά με τον εαυτό μου;». Και ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση η κοινωνική δυσφορία παύει να αναγνωρίζεται ως κοινωνική. Επιστρέφει στον άνθρωπο ως προσωπικό του έργο.
Ίσως, τελικά, το πιο ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι σε ποια κατηγορία ανήκει κανείς. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι προσπαθεί να πει το σύμπτωμά του, πέρα από κάθε κατηγορία, πέρα από κάθε διάγνωση και πέρα από κάθε υπόσχεση ότι υπάρχει κάπου μια οριστική εκδοχή του εαυτού που αρκεί να την ανακαλύψει.
Σχετικά άρθρα
- Πώς καταλαβαίνω ότι χρειάζομαι ψυχοθεραπεία;
- Η θεραπευτική διαδικασία
- Γενικευμένο άγχος: όταν η ανησυχία δεν σταματά ποτέ
- Burnout ή κατάθλιψη; Πού τελειώνει η εξάντληση και πού αρχίζει το σύμπτωμα
- Ψυχοσωματικά συμπτώματα: όταν το σώμα μιλά εκεί που οι λέξεις σιωπούν
- Τι ζητάμε πραγματικά στο βλέμμα των άλλων;
- Η ενοχή: όταν αυτό που θέλουμε μοιάζει απαγορευμένο