
Ομαδική ψυχοθεραπεία: πώς λειτουργεί και σε ποιους απευθύνεται
Η ομάδα δεν είναι απλώς μια ψυχοθεραπεία με περισσότερους ανθρώπους στον ίδιο χώρο. Είναι ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο τρόπος που σχετιζόμαστε μπορεί να εμφανιστεί, να ακουστεί και να αποκτήσει διαφορετική εξέλιξη.
Η σκέψη της ομαδικής ψυχοθεραπείας συνοδεύεται συχνά από ένα παράδοξο. Ένας άνθρωπος αναζητά βοήθεια για δυσκολίες που εμφανίζονται στις σχέσεις του, αλλά η προοπτική να βρεθεί απέναντι σε μια ομάδα μπορεί να μοιάζει περισσότερο απειλητική παρά θεραπευτική. Τι θα χρειαστεί να πει; Πόσο θα εκτεθεί; Πώς θα τον δουν οι άλλοι; Θα υπάρχει χώρος και για τη δική του εμπειρία;
Οι ερωτήσεις αυτές αγγίζουν τον πυρήνα της ομαδικής δουλειάς: τον τρόπο με τον οποίο κάθε πρόσωπο πλησιάζει τους άλλους, περιμένει την αποδοχή ή την απόρριψή τους, διεκδικεί χώρο, σιωπά, αποσύρεται ή προσπαθεί να ανταποκριθεί σε αυτό που φαντάζεται ότι αναμένεται από εκείνο.
Η ομαδική ψυχοθεραπεία προσφέρει ένα σταθερό και εμπιστευτικό πλαίσιο στο οποίο αυτές οι κινήσεις δεν περιγράφονται μόνο εκ των υστέρων. Εμφανίζονται μέσα στη συνάντηση. Η ομάδα γίνεται ένας ζωντανός τόπος λόγου και σχέσης, όπου το γνώριμο μπορεί να αναγνωριστεί την ώρα που επαναλαμβάνεται και να πάρει νέα μορφή.
Περισσότερο από πολλές ατομικές ιστορίες
Μια θεραπευτική ομάδα δεν είναι μια διαδοχή προσωπικών αφηγήσεων με κοινό ακροατήριο. Κάθε μέλος φέρνει την ιστορία, τα ερωτήματα και τον δικό του τρόπο να βρίσκεται με τους άλλους. Από τη συνάντηση αυτών των διαφορετικών τρόπων δημιουργείται μια ιδιαίτερη δυναμική, με εγγύτητες, αποστάσεις, ταυτίσεις, εντάσεις, σιωπές και μετακινήσεις.
Κάποιος μπορεί να αναγνωρίσει στη φράση ενός άλλου μια εμπειρία που δεν είχε καταφέρει να διατυπώσει. Ένας άλλος μπορεί να ενοχληθεί από ένα μέλος που καταλαμβάνει εύκολα τον λόγο και να συναντήσει μέσα σε αυτή την ενόχληση τη δική του δυσκολία να διεκδικήσει θέση. Κάποιος που έχει μάθει να φροντίζει τους πάντες μπορεί να διαπιστώσει ότι και στην ομάδα στρέφεται αμέσως στις ανάγκες των άλλων, αφήνοντας τη δική του εμπειρία στο περιθώριο.
Η αξία της ομάδας δεν βρίσκεται στο ότι όλοι περνούν τα ίδια. Οι διαφορές τους δημιουργούν πολλαπλές δυνατότητες συνάντησης. Το πρόσωπο δεν ακούει μόνο την παρέμβαση του θεραπευτή· έρχεται αντιμέτωπο με διαφορετικούς τρόπους να κατανοείται μια πράξη, μια σιωπή ή μια σχέση. Η εικόνα που έχει για τον εαυτό του παύει σταδιακά να αποτελεί τη μοναδική δυνατή εκδοχή.
Το πλαίσιο που επιτρέπει στη σχέση να γίνει θεραπευτική
Για να μπορέσει μια ομάδα να λειτουργήσει θεραπευτικά χρειάζεται σταθερότητα. Η συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, η διάρκεια των συναντήσεων, ο περιορισμένος αριθμός μελών, η συνέπεια στην παρουσία και η εμπιστευτικότητα δεν είναι τυπικές λεπτομέρειες. Δημιουργούν τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και να αποκτήσει συνέχεια η επεξεργασία.
Όσα μοιράζονται τα μέλη παραμένουν στην ομάδα. Η δέσμευση αυτή προστατεύει την ιδιωτικότητα, αλλά δεν καταργεί αυτομάτως τον φόβο της έκθεσης. Η εμπιστοσύνη δεν είναι κάτι που κάποιος οφείλει να διαθέτει από την πρώτη ημέρα. Χτίζεται σταδιακά, μέσα από τη συνέπεια του πλαισίου και την εμπειρία ότι η αβεβαιότητα, η αμηχανία ή η διαφωνία μπορούν να υπάρξουν χωρίς να διαλύσουν τη σχέση.
Σε μια κλειστή ομάδα, τα μέλη παραμένουν σταθερά για έναν συμφωνημένο κύκλο ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Αυτό επιτρέπει στις σχέσεις να αποκτήσουν ιστορία. Οι πρώτες εντυπώσεις μεταβάλλονται, οι ρόλοι γίνονται ορατοί και όσα αρχικά έμοιαζαν τυχαία μπορούν να αναγνωριστούν ως επαναλαμβανόμενοι τρόποι σύνδεσης.
Το πλαίσιο συνδέεται με όσα συγκροτούν ευρύτερα τη θεραπευτική διαδικασία: χρόνο, συνέχεια, λόγο και δυνατότητα να επιστρέφει κανείς σε όσα δεν μπορούσαν να ειπωθούν ή να κατανοηθούν αμέσως.
Τι συμβαίνει μέσα σε μια συνεδρία
Δεν υπάρχει ένα υποχρεωτικό σενάριο που επαναλαμβάνεται σε κάθε συνάντηση. Τα μέλη μπορούν να μιλήσουν για κάτι που συνέβη στην καθημερινότητά τους, για μια δυσκολία που επιμένει, για μια σκέψη που γεννήθηκε από την προηγούμενη συνεδρία ή για όσα αισθάνονται εκείνη τη στιγμή μέσα στην ομάδα.
Συχνά το ουσιαστικό υλικό δεν βρίσκεται μόνο στο θέμα που αφηγείται κάποιος, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο το φέρνει. Ζητά άδεια για να μιλήσει; Απολογείται για τον χώρο που καταλαμβάνει; Αφηγείται κάτι οδυνηρό χωρίς συναίσθημα; Περιμένει μια άμεση συμβουλή; Αποσύρεται όταν η προσοχή στρέφεται πάνω του; Αυτές οι κινήσεις δεν αντιμετωπίζονται ως λάθη που πρέπει να διορθωθούν. Αποτελούν ίχνη ενός τρόπου σχέσης που έχει διαμορφωθεί μέσα στον χρόνο.
Η ομάδα επιτρέπει να εξεταστεί όχι μόνο «τι μου συμβαίνει έξω», αλλά και «τι συμβαίνει εδώ, τώρα, ανάμεσά μας». Ένα μέλος μπορεί να μιλά για τον φόβο της απόρριψης και ταυτόχρονα να θεωρεί μια παύση των άλλων ένδειξη ότι τους κουράζει. Μπορεί να αναφέρεται στη δυσκολία του να εμπιστευτεί και να αποφεύγει σταθερά να απευθυνθεί άμεσα σε οποιονδήποτε. Η εμπειρία εμφανίζεται μπροστά στην ομάδα, όχι για να εκτεθεί δημόσια, αλλά για να μπορέσει να αναγνωριστεί μέσα σε μια ασφαλή και επεξεργάσιμη σχέση.
Ο λόγος, η σιωπή και η διαφορά
Η συμμετοχή δεν μετριέται από το πόσο πολύ μιλά κάποιος. Η σιωπή μπορεί να σημαίνει χρόνο σκέψης, επιφύλαξη, φόβο, αντίσταση ή ανάγκη παρατήρησης. Κανένα μέλος δεν πιέζεται να αποκαλύψει όσα δεν μπορεί ακόμη να φέρει. Παράλληλα, η σιωπή δεν αφήνεται πάντα αθέατη, ιδιαίτερα όταν επαναλαμβάνει μια θέση που προκαλεί δυσφορία και έξω από την ομάδα.
Το ίδιο ισχύει για τη σύγκρουση. Μια θεραπευτική ομάδα δεν είναι χώρος διαρκούς συμφωνίας και αμοιβαίας επιβεβαίωσης. Οι διαφορές, η απογοήτευση και η ενόχληση αποτελούν μέρος κάθε πραγματικής σχέσης. Όταν μπορούν να ειπωθούν χωρίς επίθεση και να διερευνηθούν χωρίς βιαστική αποκατάσταση της αρμονίας, προσφέρουν μια σημαντική εμπειρία: η σχέση μπορεί να αντέξει τη διαφορά.
Για ανθρώπους που οργανώνουν τις σχέσεις τους γύρω από τον φόβο της κρίσης, αυτή η δυνατότητα έχει ιδιαίτερο βάρος. Στο κοινωνικό άγχος, για παράδειγμα, η ομάδα αποτελεί πραγματική σκηνή συνάντησης. Η προσδοκία της απόρριψης, η αναμονή μιας πρόσκλησης για να μιλήσει κανείς και η διαρκής παρακολούθηση της εντύπωσης που προκαλεί μπορούν να εμφανιστούν και να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας.
Ο ρόλος του θεραπευτή
Ο θεραπευτής δεν λειτουργεί ως αρχηγός μιας συζήτησης ούτε ως ειδικός που δίνει διαδοχικά λύσεις σε κάθε μέλος. Φροντίζει το πλαίσιο, παρακολουθεί τις δυναμικές που αναπτύσσονται και βοηθά την ομάδα να στρέφεται σε όσα συμβαίνουν ανάμεσα στα μέλη, ιδιαίτερα όταν παραμένουν άρρητα ή εκφράζονται μόνο μέσα από εντάσεις, αποστάσεις και επαναλήψεις.
Παρεμβαίνει ώστε ο λόγος να μπορεί να κυκλοφορεί χωρίς να μονοπωλείται, να προστατεύονται τα όρια και να μην παγιώνονται καταστάσεις ταπείνωσης, αποκλεισμού ή ανεπεξέργαστης επίθεσης. Δεν αφαιρεί από την ομάδα κάθε δυσφορία. Δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε η δυσφορία να αποκτήσει νόημα και να μη μετατραπεί σε καταστροφική επανάληψη.
Κάθε μέλος διατηρεί τη μοναδικότητα της ιστορίας και του ερωτήματός του. Η ομαδική διεργασία δεν διαλύει το άτομο μέσα στο σύνολο· επιτρέπει να φανεί καθαρότερα ο τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο τοποθετείται απέναντι στο σύνολο και στους συγκεκριμένους άλλους.
Τι κάνει την ομάδα θεραπευτική
Μια πρώτη ανακούφιση μπορεί να προκύψει από την αναγνώριση ότι μια εμπειρία που βιωνόταν ως αυστηρά προσωπική δεν είναι ακατανόητη για τους άλλους. Το «δεν είμαι ο μόνος» μειώνει την απομόνωση, χωρίς να σημαίνει ότι όλοι είναι ίδιοι ή ότι οι ιστορίες τους εξισώνονται.
Με τον χρόνο, τα μέλη δέχονται ανατροφοδότηση για τον τρόπο που βιώνονται από τους άλλους. Δεν πρόκειται για αξιολόγηση της προσωπικότητας ούτε για συλλογή συμβουλών, αλλά για συγκεκριμένες εμπειρίες σχέσης: «όταν αποσύρεσαι, δεν ξέρω αν θέλεις να σε πλησιάσω», «όταν συμφωνείς αμέσως με όλους, δυσκολεύομαι να καταλάβω τι θέλεις εσύ», «όταν μίλησες για αυτό, ένιωσα πιο κοντά σου».
Αυτές οι αποκρίσεις επιτρέπουν στο πρόσωπο να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που φοβάται ότι προκαλεί και σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Του επιτρέπουν επίσης να αναλάβει το μέρος που του αναλογεί στις σχέσεις του, χωρίς να θεωρεί ότι ευθύνεται για τα πάντα ή ότι δεν επηρεάζει τίποτε.
Η αλλαγή δεν ταυτίζεται με την απαίτηση να γίνει κάποιος πιο κοινωνικός, πιο εξωστρεφής ή πιο προσαρμοσμένος. Αφορά τη μεγαλύτερη ελευθερία απέναντι στους ρόλους που επαναλαμβάνει: να μη χρειάζεται πάντα να είναι ο ήσυχος, ο δυνατός, ο χρήσιμος, ο αόρατος ή εκείνος που αποχωρεί πρώτος για να μη βιώσει την πιθανότητα της απόρριψης.
Σε ποιους απευθύνεται
Η ομαδική ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι ιδιαίτερα γόνιμη όταν οι δυσκολίες συνδέονται με τις σχέσεις και τη θέση ανάμεσα στους άλλους. Αφορά ανθρώπους που δυσκολεύονται να δημιουργήσουν ή να διατηρήσουν κοντινές σχέσεις, φοβούνται την έκθεση και την κρίση, επαναλαμβάνουν συγκρούσεις χωρίς να κατανοούν πώς δημιουργούνται ή αισθάνονται ότι προσαρμόζονται διαρκώς στις προσδοκίες των άλλων.
Μπορεί ακόμη να ταιριάξει σε ανθρώπους που βιώνουν ντροπή, δυσκολεύονται να εκφράσουν ανάγκες και επιθυμίες, αποσύρονται όταν αισθάνονται ευάλωτοι ή αναζητούν διαρκώς επιβεβαίωση. Η ομάδα δημιουργεί χώρο για να διερευνηθεί η εμπειρία της ντροπής όχι μόνο ως προσωπικό συναίσθημα, αλλά ως κάτι που γεννιέται και μεταβάλλεται μέσα στη σχέση.
Δεν απαιτείται κοινωνική άνεση για να συμμετάσχει κανείς. Η αμηχανία απέναντι στην ομάδα μπορεί να είναι ακριβώς μέρος του υλικού που χρειάζεται χώρο. Χρειάζεται, όμως, μια βασική δυνατότητα παραμονής στο κοινό πλαίσιο, ακρόασης των άλλων και σταδιακής εξέτασης του τρόπου με τον οποίο κάθε πρόσωπο επηρεάζει και επηρεάζεται από τη συνάντηση.
Πότε δεν είναι η κατάλληλη επιλογή
Η ομάδα δεν αποτελεί αυτονόητη λύση για κάθε άνθρωπο ή για κάθε χρονική περίοδο. Σε μια οξεία κρίση, όταν υπάρχει σοβαρή αποδιοργάνωση, άμεσος κίνδυνος για το ίδιο το πρόσωπο ή τους άλλους, ενεργή εξάρτηση που δεν μπορεί να συγκρατηθεί ή αδυναμία τήρησης των βασικών ορίων, μπορεί να χρειάζεται διαφορετική ή περισσότερο υποστηρικτική μορφή φροντίδας πριν εξεταστεί η συμμετοχή σε ομάδα.
Δεν ταιριάζουν επίσης όλες οι ομάδες σε όλους. Η σύνθεση των μελών, ο σκοπός, η διάρκεια και ο τρόπος συντονισμού διαφέρουν. Για αυτό προηγείται συνήθως ατομική συνάντηση γνωριμίας και αξιολόγησης. Δεν λειτουργεί ως δοκιμασία αποδοχής. Επιτρέπει να διερευνηθούν οι ανάγκες και οι προσδοκίες του ενδιαφερόμενου, καθώς και το κατά πόσο το συγκεκριμένο πλαίσιο μπορεί να τον υποστηρίξει.
Ομαδική ή ατομική ψυχοθεραπεία;
Η ομαδική και η ατομική ψυχοθεραπεία δεν αποτελούν απλώς δύο εκδοχές του ίδιου πράγματος. Στην ατομική θεραπεία, η σχέση με τον θεραπευτή προσφέρει έναν ιδιαίτερο χώρο εστίασης στην ιστορία, στις επαναλήψεις και στα ερωτήματα του προσώπου. Στην ομάδα, πολλαπλασιάζονται οι θέσεις και οι αποκρίσεις. Το υποκείμενο συναντά όχι μόνο έναν άλλον, αλλά ένα δίκτυο σχέσεων μέσα στο οποίο ο δικός του τρόπος συμμετοχής γίνεται περισσότερο ορατός.
Για ορισμένους ανθρώπους η ομάδα αποτελεί την κύρια θεραπευτική εργασία. Για άλλους μπορεί να συνδυάζεται, σε συγκεκριμένες συνθήκες, με ατομική θεραπεία. Η απόφαση δεν βασίζεται στην ιδέα ότι η μία μορφή είναι βαθύτερη ή αποτελεσματικότερη από την άλλη, αλλά στο ερώτημα ποιο πλαίσιο ανταποκρίνεται στις ανάγκες του συγκεκριμένου ανθρώπου και στη φάση στην οποία βρίσκεται.
Οι πρώτες συναντήσεις και ο χρόνος της εμπιστοσύνης
Στην αρχή είναι συνηθισμένο να υπάρχει αμηχανία. Τα μέλη παρατηρούν προσεκτικά, προσπαθούν να καταλάβουν τους κανόνες και αναρωτιούνται πόσο μπορούν να μιλήσουν. Κάποιος μπορεί να αισθανθεί ότι οι άλλοι εκφράζονται ευκολότερα ή ότι τα δικά του θέματα δεν είναι αρκετά σημαντικά. Άλλος μπορεί να περιμένει άμεση οικειότητα και να απογοητευτεί όταν η εμπιστοσύνη χρειάζεται χρόνο.
Η ομάδα δεν χρειάζεται να γίνει γρήγορα «μια παρέα». Η θεραπευτική εγγύτητα διαφέρει από την κοινωνική οικειότητα. Σχηματίζεται όταν τα μέλη μπορούν να παραμένουν παρόντα με μεγαλύτερη ειλικρίνεια, να ακούν χωρίς να σπεύδουν να διορθώσουν και να φέρνουν σταδιακά όσα τα δυσκολεύουν, ακόμη και όταν αυτά αφορούν την ίδια την ομάδα.
Η επιθυμία αποχώρησης μετά από μια δύσκολη συνεδρία ή η αίσθηση ότι κάποιος δεν ανήκει μπορούν επίσης να εμφανιστούν. Αντί να θεωρηθούν αυτομάτως απόδειξη αποτυχίας, χρειάζεται να συζητηθούν. Συχνά επαναφέρουν έναν γνώριμο τρόπο διαχείρισης της εγγύτητας, της απογοήτευσης ή του φόβου ότι δεν υπάρχει χώρος για τη διαφορετικότητα.
Μια θέση ανάμεσα στους άλλους
Η ομαδική ψυχοθεραπεία δεν υπόσχεται μια ζωή χωρίς συγκρούσεις, αμηχανία ή αβεβαιότητα. Δεν μετατρέπει τα μέλη σε ανθρώπους που επικοινωνούν πάντοτε σωστά ούτε εξαλείφει τη μοναδικότητα των δυσκολιών τους. Προσφέρει μια διαφορετική δυνατότητα: να μη χρειάζεται κανείς να αντιμετωπίζει κάθε σχέση μέσα από τους ίδιους αμετακίνητους ρόλους.
Μέσα στην ομάδα μπορεί να δοκιμαστεί η παρουσία χωρίς την απαίτηση της τελειότητας. Να ειπωθεί μια διαφωνία χωρίς να ισοδυναμεί με ρήξη. Να γίνει δεκτή η φροντίδα χωρίς άμεση ανταπόδοση. Να ζητηθεί χώρος χωρίς απολογία. Να αναγνωριστεί ότι οι άλλοι δεν είναι ένα ενιαίο βλέμμα που κρίνει, αλλά διαφορετικά πρόσωπα, απρόβλεπτα και διαθέσιμα να σχετιστούν.
Αυτό είναι και το ιδιαίτερο διακύβευμα της ομάδας: δεν μιλά μόνο για τις σχέσεις. Δημιουργεί μια πραγματική σχέση μέσα στην οποία κάτι από τον γνώριμο τρόπο ύπαρξης μπορεί να μετακινηθεί.
Πληροφορίες για τις θεραπευτικές ομάδες και τους κύκλους συναντήσεων που οργανώνονται στο Psychoscopio υπάρχουν στη σελίδα «Ομάδες & Εργαστήρια».
Βιβλιογραφία
- Bernard, H., Burlingame, G. M., Flores, P. J., Greene, L. R., Joyce, A. S., Kobos, J. C., Leszcz, M., MacNair-Semands, R. R., Piper, W. E., Slocum McEneaney, A. M., & Feirman, D. (2008). Clinical practice guidelines for group psychotherapy. International Journal of Group Psychotherapy, 58(4), 455–542. https://doi.org/10.1521/ijgp.2008.58.4.455
- Burlingame, G. M., McClendon, D. T., & Yang, C. (2018). Cohesion in group therapy: A meta-analysis. Psychotherapy, 55(4), 384–398. https://doi.org/10.1037/pst0000173
- Foulkes, S. H. (1964). Therapeutic Group Analysis. London: George Allen & Unwin.
- Yalom, I. D., & Leszcz, M. (2020). The Theory and Practice of Group Psychotherapy (6th ed.). New York: Basic Books.