Η δυσκολία λήψης αποφάσεων: όταν κάθε επιλογή μοιάζει λάθος

Για την αγωνία της επιλογής, την επιθυμία και την αναζήτηση της σωστής απάντησης

Η δυσκολία λήψης αποφάσεων είναι ένα από τα συχνότερα αιτήματα που εμφανίζονται στην ψυχοθεραπεία. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να επιλέξουν, φοβούνται το λάθος και αναζητούν μια βεβαιότητα που δεν έρχεται ποτέ πλήρως.

Υπάρχουν στιγμές όπου μια απόφαση μοιάζει δυσανάλογα βαριά. Δεν πρόκειται μόνο για μεγάλες επιλογές ζωής, όπως μια σχέση, μια επαγγελματική αλλαγή ή ένας αποχωρισμός. Μερικές φορές ακόμη και μια φαινομενικά απλή επιλογή μπορεί να προκαλέσει έντονη αμφιβολία, άγχος και εσωτερική ακινησία. Το άτομο σκέφτεται ξανά και ξανά τις πιθανότητες, ζητά διαβεβαίωση, συγκρίνει σενάρια, αναβάλλει, επιστρέφει στην αρχή και τελικά αισθάνεται ότι κάθε επιλογή μπορεί να αποδειχθεί λανθασμένη.

Η δυσκολία λήψης αποφάσεων δεν είναι πάντοτε ένδειξη έλλειψης λογικής ή αδυναμίας χαρακτήρα. Συχνά αποτελεί σημείο όπου συναντιούνται η επιθυμία, ο φόβος της απώλειας, η ενοχή, η τελειοθηρία και η ανάγκη για βεβαιότητα.

→ Δείτε επίσης: Το διχασμένο υποκείμενο και η φαντασίωση της εγγύησης: ο Άλλος, η αβεβαιότητα και η τεχνητή νοημοσύνη

Από ψυχαναλυτική σκοπιά, το ερώτημα «τι να διαλέξω;» μπορεί να κρύβει ένα βαθύτερο ερώτημα: «τι θέλω και τι σημαίνει για μένα να το αναγνωρίσω;»

Η σύγχρονη κουλτούρα των ατελείωτων επιλογών

Ζούμε σε μια εποχή όπου οι επιλογές παρουσιάζονται ως ένδειξη ελευθερίας. Περισσότερες δυνατότητες, περισσότερες διαδρομές, περισσότερες εκδοχές του εαυτού. Ωστόσο, όσο αυξάνονται οι επιλογές τόσο συχνά μειώνεται η αίσθηση βεβαιότητας. Η ελευθερία της επιλογής μπορεί να μετατραπεί σε πίεση: πρέπει να επιλέξω σωστά, να μη χάσω κάτι καλύτερο, να μη μετανιώσω, να μη φανώ ανεπαρκής.

Η ιδέα ότι κάπου υπάρχει η τέλεια απόφαση κάνει την επιλογή ακόμη πιο δύσκολη.

→ Δείτε επίσης: Τελειοθηρία και τελειομανία: η παγίδα του να μην είναι τίποτα αρκετό

Αν υπάρχει μια μοναδική σωστή απάντηση, τότε κάθε απόφαση γίνεται δοκιμασία. Το άτομο δεν καλείται απλώς να επιλέξει· καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να αποφύγει το λάθος. Έτσι, η σκέψη δεν οδηγεί απαραίτητα σε πράξη, αλλά μπορεί να παγιδευτεί σε έναν κύκλο ανάλυσης, σύγκρισης και αναβολής.

Η απόφαση ως απώλεια

Κάθε απόφαση αποκλείει άλλες δυνατότητες. Επιλέγοντας κάτι, δεν επιλέγουμε κάτι άλλο. Αυτή η απλή πραγματικότητα είναι συχνά ψυχικά δύσκολη, γιατί μας φέρνει αντιμέτωπους με την απώλεια. Δεν μπορούμε να κρατήσουμε όλες τις εκδοχές της ζωής μας ανοιχτές. Δεν μπορούμε να ζήσουμε ταυτόχρονα όλες τις πιθανές διαδρομές.

→ Δείτε επίσης: Πένθος και μελαγχολία: πότε η απώλεια δεν μπορεί να συμβολιστεί

Η απόφαση είναι πάντοτε ένας μικρός αποχωρισμός. Κάθε «ναι» που λέγεται σε μια κατεύθυνση είναι ταυτόχρονα ένα «όχι» σε αμέτρητες άλλες δυνατότητες.

Γι’ αυτό η αναποφασιστικότητα συχνά δεν αφορά μόνο τον φόβο του λάθους. Αφορά τη δυσκολία να πενθήσουμε αυτό που δεν θα ζήσουμε.

Κάθε επιλογή σηματοδοτεί το τέλος μιας πιθανότητας. Κάθε απόφαση απαιτεί να αποδεχθούμε ότι ένα κομμάτι του μέλλοντος θα παραμείνει ανεκπλήρωτο. Η αναποφασιστικότητα μπορεί να λειτουργεί ως τρόπος να διατηρείται ζωντανή η φαντασίωση ότι όλες οι εκδοχές της ζωής παραμένουν ακόμη διαθέσιμες.

Η ψυχαναλυτική ανάγνωση της αναποφασιστικότητας

Στην ψυχανάλυση, η δυσκολία λήψης αποφάσεων δεν εξαντλείται στην έλλειψη πληροφοριών ή στην αδυναμία ορθολογικής στάθμισης. Συχνά αφορά μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε επιθυμίες, απαγορεύσεις, ενοχές και φαντασιώσεις.

Το άτομο μπορεί να γνωρίζει τι το ελκύει, αλλά ταυτόχρονα να φοβάται αυτό που η επιθυμία του αποκαλύπτει. Μπορεί να θέλει κάτι και να το αποφεύγει, να αναζητά αλλαγή και ταυτόχρονα να φοβάται τις συνέπειές της.

Πολλές φορές η απόφαση δεν καθυστερεί επειδή δεν γνωρίζουμε τι θέλουμε. Καθυστερεί επειδή διαισθανόμαστε τι θέλουμε και αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με συνέπειες που δυσκολευόμαστε να αναλάβουμε.

Από αυτή την άποψη, η αναποφασιστικότητα μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα. Κρατά το υποκείμενο σε μια ενδιάμεση θέση: τίποτα δεν ολοκληρώνεται, αλλά και τίποτα δεν χάνεται οριστικά. Η αναβολή προστατεύει προσωρινά από την αγωνία της πράξης. Όμως το τίμημα είναι η παράταση της εσωτερικής έντασης.

Η φαντασίωση της σωστής απόφασης

Πολλές φορές το άτομο δεν αναζητά απλώς μια αρκετά καλή επιλογή. Αναζητά την τέλεια επιλογή: εκείνη που δεν θα προκαλέσει ενοχή, δεν θα φέρει απώλεια, δεν θα εκθέσει την επιθυμία, δεν θα οδηγήσει σε κριτική και δεν θα αφήσει κανένα περιθώριο μετάνοιας.

→ Δείτε επίσης: Φόβος της απόρριψης: όταν χάνεται η θέση που νομίζαμε ότι είχαμε

Αυτή η φαντασίωση παράγει ψυχική παράλυση, γιατί η ζωή σπάνια προσφέρει τέτοιου είδους εγγυήσεις.

Η ανάγκη για απόλυτη βεβαιότητα μπορεί να συγκαλύπτει βαθύτερους φόβους: φόβο αποτυχίας, φόβο απώλειας, φόβο αποδοκιμασίας ή φόβο ανάληψης της προσωπικής επιθυμίας.

Η ερώτηση «είναι σωστό;» μπορεί να κρύβει την ερώτηση «αν το θέλω, τι λέει αυτό για μένα;»

Η ζωή δεν προσφέρει αποφάσεις απαλλαγμένες από αμφιβολία. Και όσο περισσότερο αναζητούμε τη βεβαιότητα, τόσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την πράξη.

Η απόφαση ως πράξη και η ευθύνη της επιθυμίας

Από λακανική σκοπιά, η απόφαση δεν αποτελεί απλώς το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας σκέψης. Δεν είναι η λογική κατάληξη μιας εξίσωσης όπου συγκρίνονται πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα μέχρι να προκύψει η σωστή απάντηση.

Η απόφαση είναι πράξη. Και κάθε πράξη περιέχει ένα στοιχείο ρήξης.

Το υποκείμενο δεν αποφασίζει μόνο ανάμεσα σε δύο εναλλακτικές δυνατότητες. Αποφασίζει επίσης ποια θέση είναι διατεθειμένο να αναλάβει απέναντι στην επιθυμία του. Αυτό είναι που καθιστά ορισμένες αποφάσεις τόσο δύσκολες.

Η επιλογή μιας σχέσης, μιας εργασίας, ενός αποχωρισμού ή μιας αλλαγής δεν αφορά μόνο τα εξωτερικά δεδομένα. Αφορά το ποιος καλείται να γίνει κανείς μέσα από αυτή την επιλογή.

Γι’ αυτό η απόφαση δεν μπορεί να θεμελιωθεί πλήρως στη γνώση. Πάντοτε υπάρχει ένα σημείο όπου η γνώση σταματά και η πράξη αρχίζει.

Το υποκείμενο ζητά συχνά μια εγγύηση πριν κινηθεί. Αναζητά το σημάδι ότι η επιλογή είναι σωστή, ότι δεν θα υπάρξει απώλεια, ότι δεν θα χρειαστεί να αναμετρηθεί με τη ματαίωση ή την αποτυχία. Όμως καμία τέτοια εγγύηση δεν υπάρχει.

Η επιθυμία δεν συνοδεύεται από πιστοποιητικό ορθότητας.

Ο Λακάν υποστηρίζει ότι η πράξη παράγει εκ των υστέρων το υποκείμενο που την πραγματοποιεί. Δεν περιμένουμε πρώτα να γνωρίσουμε πλήρως ποιοι είμαστε για να αποφασίσουμε. Συχνά γινόμαστε αυτό που είμαστε μέσα από τις αποφάσεις που τολμούμε να αναλάβουμε.

Αυτός είναι και ο λόγος που η αναποφασιστικότητα μπορεί να αποκτήσει τόσο ισχυρή ψυχική λειτουργία. Όσο η επιλογή αναβάλλεται, το υποκείμενο παραμένει προστατευμένο από τη συνάντηση με τις συνέπειες της επιθυμίας του. Μπορεί να διατηρεί ανοιχτές όλες τις πιθανότητες και να αποφεύγει τη δέσμευση σε μία συγκεκριμένη θέση.

Η αναβολή λειτουργεί τότε ως άμυνα απέναντι στην πράξη. Όμως η πράξη είναι αναπόφευκτη. Ακόμη και η επιλογή να μην αποφασίσει κανείς αποτελεί μια μορφή απόφασης που παράγει συνέπειες. Η δυσκολία λήψης αποφάσεων δεν αφορά λοιπόν μόνο το ερώτημα «ποια επιλογή είναι σωστή;». Αφορά και το ερώτημα: «Ποια επιθυμία είμαι διατεθειμένος να αναλάβω ως δική μου;»

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή και η παγίδα της αμφιβολίας

Στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, η δυσκολία απόφασης μπορεί να λάβει ιδιαίτερα έντονη μορφή. Η αμφιβολία δεν λειτουργεί απλώς ως προσεκτική σκέψη, αλλά ως επαναλαμβανόμενη, βασανιστική ανάγκη για βεβαιότητα. Το άτομο μπορεί να ελέγχει ξανά και ξανά, να αναζητά διαβεβαίωση, να επανεξετάζει νοητικά κάθε λεπτομέρεια και να δυσκολεύεται να σταματήσει τη σκέψη στο σημείο μιας πράξης.

→ Δείτε επίσης: Η αμφιβολία στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή
→ Δείτε επίσης: Η επιθυμία υπό επιτήρηση στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή

Κλινικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι το άτομο δεν σκέφτεται αρκετά. Αντίθετα, σκέφτεται υπερβολικά, αλλά η σκέψη δεν καταλήγει σε απόφαση. Η επιλογή βιώνεται ως πιθανή πηγή βλάβης, λάθους ή ενοχής.

Στο επίπεδο της ψυχαναλυτικής κατανόησης, η αμφιβολία μπορεί να συνδέεται με αμφιθυμία: το υποκείμενο θέλει και δεν θέλει ταυτόχρονα, επιθυμεί και φοβάται την επιθυμία του. Όσο η απόφαση αναβάλλεται, η επιθυμία παραμένει υπό έλεγχο. Η πράξη είναι αυτή που απειλεί να αποκαλύψει τι πραγματικά διακυβεύεται.

Άγχος, τελειοθηρία και καταθλιπτική συμπτωματολογία

Η αναποφασιστικότητα δεν εμφανίζεται μόνο στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή.

Στο γενικευμένο άγχος, η σκέψη περιστρέφεται γύρω από πιθανά αρνητικά σενάρια. Κάθε επιλογή μοιάζει να εγκυμονεί κίνδυνο και το άτομο προσπαθεί να προβλέψει όλες τις συνέπειες πριν κινηθεί. Η απόφαση αναβάλλεται επειδή το μέλλον βιώνεται ως απειλητικό.

→ Δείτε επίσης: Άγχος υγείας: όταν το σώμα γίνεται πεδίο αγωνίας

Στην τελειοθηρία και στα ψυχαναγκαστικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας, η απόφαση μπορεί να βιώνεται ως δοκιμασία αξίας. Το λάθος δεν είναι απλώς λάθος· γίνεται ένδειξη ανεπάρκειας. Το άτομο αισθάνεται ότι πρέπει να επιλέξει άψογα για να διατηρήσει μια εικόνα ελέγχου, συνέπειας ή ηθικής ορθότητας.

Στην καταθλιπτική συμπτωματολογία, η δυσκολία απόφασης μπορεί να συνδέεται με χαμηλή ενέργεια, μειωμένη αυτοεκτίμηση, απώλεια ενδιαφέροντος και αίσθηση ματαιότητας. Το άτομο δεν παγιδεύεται μόνο επειδή φοβάται το λάθος, αλλά και επειδή δυσκολεύεται να πιστέψει ότι οποιαδήποτε επιλογή έχει νόημα ή μπορεί να αλλάξει κάτι.

→ Δείτε επίσης: Κατάθλιψη και λειτουργικότητα: όταν ο ψυχικός πόνος μένει αόρατος

Σε εξαρτητικά μοτίβα σχέσης, η επιλογή μπορεί να μετατίθεται στον άλλον. Το άτομο ζητά επιβεβαίωση, καθοδήγηση ή άδεια, όχι μόνο επειδή δεν γνωρίζει τι να κάνει, αλλά επειδή φοβάται την εγκατάλειψη, την αποδοκιμασία ή την απώλεια της σχέσης.

Η απόφαση γίνεται τότε πεδίο όπου παίζεται η αγωνία της σχέσης με τον άλλον.

Τι φοβόμαστε πραγματικά όταν αποφασίζουμε;

Συχνά λέμε ότι φοβόμαστε την αποτυχία. Όμως πίσω από αυτό μπορεί να υπάρχουν περισσότερα: ο φόβος ότι θα χάσουμε κάτι σημαντικό, ότι θα απογοητεύσουμε κάποιον, ότι θα αποκαλυφθεί μια επιθυμία που δεν ταιριάζει με την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ή ότι θα χρειαστεί να αναλάβουμε την ευθύνη χωρίς να μπορούμε να τη μεταθέσουμε αλλού.

Πολλές φορές αυτό που φοβόμαστε δεν είναι η ίδια η αποτυχία αλλά η αποκάλυψη της επιθυμίας μας. Όσο η απόφαση δεν λαμβάνεται, μπορούμε να διατηρούμε ανοιχτές πολλές εκδοχές του εαυτού μας. Όταν όμως αποφασίζουμε, δεσμευόμαστε σε μία.

→ Δείτε επίσης: Όταν το «όχι» δεν μπορεί να ειπωθεί

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στην ψυχοθεραπεία όταν ο θεραπευόμενος ζητά από τον θεραπευτή να του πει τι να κάνει. Το αίτημα φαίνεται πρακτικό, αλλά συχνά μεταφέρει μια βαθύτερη ανάγκη: να ανατεθεί σε κάποιον άλλον η ευθύνη της επιλογής.

Η θεραπευτική εργασία δεν στοχεύει να δώσει έτοιμες απαντήσεις, αλλά να βοηθήσει το άτομο να ακούσει τι επαναλαμβάνει, τι αποφεύγει και ποια επιθυμία δυσκολεύεται να αναλάβει.

Όταν η μη απόφαση γίνεται απόφαση

Η αναβολή συχνά μοιάζει με ουδέτερη στάση. Στην πραγματικότητα, όμως, και η μη απόφαση έχει συνέπειες. Η παθητικότητα μπορεί να παρατείνει την αγωνία, να ενισχύσει την αίσθηση ανικανότητας και να αφήσει άλλους ανθρώπους ή τις περιστάσεις να αποφασίσουν στη θέση μας.

Δεν αποφασίζουμε όταν αποκτήσουμε πλήρη βεβαιότητα. Αποφασίζουμε όταν μπορούμε να αντέξουμε ότι η βεβαιότητα δεν θα έρθει ποτέ ολοκληρωτικά.

Αυτό δεν σημαίνει παρορμητικότητα ούτε άρνηση σκέψης. Σημαίνει ότι η σκέψη χρειάζεται κάποτε να συναντήσει την πράξη. Η αναβολή μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, όμως συχνά διαιωνίζει ακριβώς την αγωνία από την οποία προσπαθεί να προστατεύσει το υποκείμενο.

Η ψυχοθεραπεία ως χώρος ανάληψης θέσης

Στην ψυχοθεραπεία, η δυσκολία λήψης αποφάσεων μπορεί να διερευνηθεί πέρα από το επίπεδο των υπέρ και των κατά. Το ζητούμενο δεν είναι ο θεραπευτής να αποφασίσει για τον θεραπευόμενο, αλλά να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου το άτομο μπορεί να κατανοήσει το άγχος του, τις επαναλήψεις του, τις άμυνές του και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με την επιθυμία του.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, η απόφαση μπορεί σταδιακά να πάψει να βιώνεται ως απειλή και να γίνει τρόπος ανάληψης προσωπικής θέσης.

Το άτομο δεν χρειάζεται να απαλλαγεί πλήρως από την αβεβαιότητα για να κινηθεί. Χρειάζεται να μπορέσει να σταθεί απέναντι στην αβεβαιότητα χωρίς να παραλύει.

Κλείνοντας

Η δυσκολία λήψης αποφάσεων δεν είναι απλώς πρόβλημα οργάνωσης, χαρακτήρα ή αυτοπεποίθησης. Συχνά είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται μια βαθύτερη δυσκολία να συναντήσουμε την επιθυμία μας χωρίς εγγυήσεις.

Καμία απόφαση δεν μπορεί να εξαλείψει πλήρως την αβεβαιότητα. Καμία επιλογή δεν προστατεύει από κάθε απώλεια. Καμία πράξη δεν συνοδεύεται από απόλυτη βεβαιότητα ότι ήταν η σωστή.

Αυτό όμως δεν αποτελεί αποτυχία της ανθρώπινης ύπαρξης. Αποτελεί μία από τις βασικές της συνθήκες. Η ζωή δεν μας ζητά να είμαστε βέβαιοι πριν αποφασίσουμε. Μας ζητά να αποφασίσουμε παρά το γεγονός ότι δεν μπορούμε να είμαστε πλήρως βέβαιοι.

Η ωριμότητα δεν βρίσκεται στην κατάκτηση της σωστής απάντησης. Βρίσκεται στην ικανότητα να αναλαμβάνει κανείς την ευθύνη μιας επιλογής που ποτέ δεν θα είναι απολύτως εγγυημένη, αλλά μπορεί να είναι δική του.

Σχετικά άρθρα

Share your love