Πένθος και μελαγχολία: πότε η απώλεια δεν μπορεί να συμβολιστεί

Για την απώλεια, την έλλειψη και τα όρια της ψυχικής επεξεργασίας

Πένθος και μελαγχολία αποτελούν δύο έννοιες που κατέχουν κεντρική θέση στην ψυχαναλυτική σκέψη. Παρότι συχνά χρησιμοποιούνται ως συνώνυμες στην καθημερινή γλώσσα, περιγράφουν διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το υποκείμενο σχετίζεται με την απώλεια, την έλλειψη και την ψυχική επεξεργασία του χαμένου αντικειμένου.

Η απώλεια αποτελεί μία από τις πιο θεμελιώδεις εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Συνήθως συνδέεται με τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, ωστόσο η ψυχική πραγματικότητα της απώλειας εκτείνεται πολύ πέρα από αυτό το γεγονός. Μια σχέση που τελειώνει, η απώλεια μιας επαγγελματικής θέσης, η διάψευση ενός ιδανικού, η κατάρρευση μιας εικόνας για τον εαυτό ή ακόμη και η διαπίστωση ότι μια προσδοκία δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ, μπορούν να ενεργοποιήσουν αντίστοιχες ψυχικές διεργασίες.

Η ψυχανάλυση δεν αντιμετώπισε ποτέ την απώλεια ως ένα απλό εξωτερικό γεγονός. Το ενδιαφέρον της στράφηκε στον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με αυτό που χάνεται και, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να ενσωματώσει την απώλεια στην ψυχική του πραγματικότητα. Από αυτή την άποψη, η απώλεια δεν αφορά μόνο το αντικείμενο που λείπει. Αφορά και τη θέση που αυτό κατείχε στην οικονομία της επιθυμίας.

Το έργο του πένθους

Στο κλασικό του κείμενο «Πένθος και Μελαγχολία» (1917), ο Freud επιχειρεί να διακρίνει δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με την απώλεια. Το πένθος δεν αντιμετωπίζεται ως παθολογία αλλά ως μια αναγκαία ψυχική εργασία. Πρόκειται για μια διαδικασία μέσα από την οποία η ψυχική ενέργεια που είχε επενδυθεί στο χαμένο αντικείμενο αποσύρεται σταδιακά, επιτρέποντας στο υποκείμενο να επανεπενδύσει στον κόσμο και στις σχέσεις του.

Η διαδικασία αυτή δεν είναι ούτε γρήγορη ούτε ανώδυνη. Χαρακτηρίζεται από την επίμονη επιστροφή των αναμνήσεων, από μια προσωρινή απόσυρση από τον κόσμο και από την επώδυνη αναμέτρηση με την πραγματικότητα της απώλειας. Ωστόσο, παρά τον πόνο που συνεπάγεται, το πένθος διατηρεί μια ουσιώδη σχέση με την πραγματικότητα. Το υποκείμενο γνωρίζει τι έχει χάσει, ακόμη κι αν δυσκολεύεται να αποδεχθεί πλήρως τις συνέπειες αυτής της απώλειας.

Η ψυχική εργασία του πένθους δεν αποσκοπεί στη λήθη. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία διαγραφής του χαμένου αντικειμένου αλλά για μια διαδικασία αναδιοργάνωσης της σχέσης με αυτό. Το υποκείμενο καλείται να συνεχίσει να ζει σε έναν κόσμο όπου αυτό που χάθηκε δεν είναι πλέον παρόν.

Όταν χάνεται κάτι από τον ίδιο τον εαυτό

Η μελαγχολία εισάγει μια διαφορετική προβληματική. Εδώ το χαμένο αντικείμενο δεν εγκαταλείπεται με τον ίδιο τρόπο. Ο Freud παρατηρεί ότι συχνά το ίδιο το υποκείμενο δυσκολεύεται να προσδιορίσει τι ακριβώς έχει χαθεί. Η απώλεια δεν αφορά μόνο τον άλλον αλλά φαίνεται να επεκτείνεται στον ίδιο τον ψυχικό πυρήνα του υποκειμένου.

Η γνωστή φράση του Freud ότι «η σκιά του αντικειμένου έπεσε πάνω στο εγώ» επιχειρεί να περιγράψει ακριβώς αυτή τη μεταβολή. Το χαμένο αντικείμενο δεν αποχωρίζεται πλήρως από το υποκείμενο αλλά εγκαθίσταται κατά κάποιον τρόπο στο εσωτερικό του. Η απώλεια παύει να αφορά μόνο μια σχέση με τον έξω κόσμο και μετατρέπεται σε μια ιδιαίτερη σχέση του υποκειμένου με τον εαυτό του.

Η φροϋδική αυτή διατύπωση δεν περιγράφει απλώς έναν έντονο ψυχικό πόνο. Περιγράφει μια μεταβολή στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο σχετίζεται με τον εαυτό του. Στο πένθος, το χαμένο αντικείμενο αναγνωρίζεται ως εξωτερικό. Στη μελαγχολία, αντίθετα, το αντικείμενο φαίνεται να έχει εγκατασταθεί στο εσωτερικό του υποκειμένου μέσα από μια διαδικασία ταύτισης.

Για τον λόγο αυτό, η απώλεια δεν βιώνεται μόνο ως απώλεια του άλλου αλλά και ως απώλεια ενός μέρους του ίδιου του εαυτού. Ό,τι χάθηκε έξω φαίνεται να αφήνει ένα κενό μέσα. Οι μομφές που στρέφονται προς το εγώ, η απαξίωση του εαυτού και η αίσθηση αναξιότητας που συναντά κανείς στη μελαγχολία δεν αποτελούν απλώς εκδηλώσεις χαμηλής αυτοεκτίμησης. Συνδέονται με μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο υποκείμενο και στο χαμένο αντικείμενο, το οποίο εξακολουθεί να δρα μέσα στην ψυχική του πραγματικότητα.

→ Δείτε επίσης: Ο Οίκος του Εγώ

Η απώλεια και η έλλειψη δεν είναι το ίδιο

Το ερώτημα της απώλειας δεν αφορά μόνο τα πρόσωπα που χάνονται. Αφορά επίσης τις εικόνες μέσα από τις οποίες οργανώνουμε την ύπαρξή μας. Συχνά πενθούμε μια εκδοχή του εαυτού μας, μια προσδοκία για το μέλλον ή ένα ιδανικό που δεν μπορεί πλέον να διατηρηθεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το αντικείμενο της απώλειας δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιοριστεί, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο σύνθετη την ψυχική του επεξεργασία.

→ Δείτε επίσης: Το φαντασιακό του υποκειμένου και οι κοινωνικές φαντασιώσεις

Η λακανική προσέγγιση επιτρέπει να φωτιστεί περαιτέρω αυτή η προβληματική. Για τον Lacan, η έλλειψη δεν αποτελεί ένα ατύχημα της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά ένα δομικό χαρακτηριστικό της. Το υποκείμενο συγκροτείται γύρω από μια απουσία που δεν μπορεί ποτέ να καλυφθεί ολοκληρωτικά. Η επιθυμία γεννιέται ακριβώς από αυτή την έλλειψη και συνεχίζει να κινείται γύρω από αυτή.

Η ψυχαναλυτική θεωρία διακρίνει την απώλεια από την έλλειψη, ακόμη κι αν οι δύο έννοιες συχνά συγχέονται στην καθημερινή εμπειρία. Η απώλεια αφορά κάτι που υπήρξε και έπαψε να υπάρχει. Η έλλειψη, αντίθετα, δεν προκύπτει από κάποιο συγκεκριμένο γεγονός. Αποτελεί δομική συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Αυτό σημαίνει ότι καμία απώλεια δεν συναντά ένα ψυχικό πεδίο που ήταν προηγουμένως πλήρες. Κάθε απώλεια έρχεται να εγγραφεί πάνω σε μια ήδη υπάρχουσα εμπειρία έλλειψης. Ίσως γι’ αυτό ορισμένες απώλειες αποδεικνύονται τόσο συγκλονιστικές. Δεν αφορούν μόνο αυτό που χάθηκε αλλά ενεργοποιούν παλαιότερα ερωτήματα γύρω από την απουσία, την εγκατάλειψη, την εξάρτηση και την επιθυμία.

Υπό αυτή την έννοια, το πένθος δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Δεν σχετίζεται αποκλειστικά με αυτό που χάθηκε αλλά και με τη θέση που κατείχε το χαμένο αντικείμενο μέσα στην οικονομία της επιθυμίας του υποκειμένου. Το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιον έχασα;» αλλά και «τι ακριβώς σήμαινε αυτός ο άλλος για μένα;».

Η συμβολοποίηση της απώλειας

Από αυτή την οπτική, το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη της απώλειας. Η απώλεια αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης συνθήκης. Το ερώτημα αφορά τη δυνατότητα συμβολοποίησής της. Με ποιον τρόπο μπορεί το υποκείμενο να δώσει θέση σε αυτό που χάθηκε; Πώς μπορεί να εγγράψει την απώλεια στην ιστορία του χωρίς να παραμείνει καθηλωμένο σε αυτή;

Η συμβολοποίηση δεν καταργεί την απώλεια. Δεν εξαφανίζει τον πόνο ούτε ακυρώνει τη σημασία του χαμένου αντικειμένου. Επιτρέπει όμως στο υποκείμενο να δώσει μια θέση σε αυτό που συνέβη, ώστε η απώλεια να γίνει μέρος της ιστορίας του και όχι ένα γεγονός που παραμένει διαρκώς παρόν.

Όταν αυτή η διαδικασία δυσκολεύεται, η απώλεια κινδυνεύει να παραμείνει ως ένα είδος ψυχικού αινίγματος. Δεν μετατρέπεται σε ανάμνηση αλλά συνεχίζει να λειτουργεί ως παρόν γεγονός. Το χαμένο αντικείμενο δεν αποσύρεται πραγματικά από τη σκηνή αλλά εξακολουθεί να οργανώνει τη ζωή του υποκειμένου μέσα από την απουσία του.

→ Δείτε επίσης: Ναρκισσισμός, η ερωτική έλξη της Κατοπτρικής Εικόνας

Η δυσκολία του πένθους στη σύγχρονη εποχή

Η προβληματική αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη σύγχρονη κοινωνία. Ζούμε σε μια εποχή που δυσκολεύεται να ανεχθεί την έλλειψη, την αναμονή και τη ματαίωση. Η ταχύτητα, η άμεση ικανοποίηση και η διαρκής λειτουργικότητα έχουν καταστεί κυρίαρχες αξίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το πένθος συχνά αντιμετωπίζεται ως μια δυσλειτουργία που πρέπει να ξεπεραστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Η ψυχική οδύνη καλείται συχνά να γίνει διαχειρίσιμη, λειτουργική και σύντομη. Η ερώτηση δεν είναι πλέον μόνο πώς πενθεί κανείς αλλά και πόσο γρήγορα θα επιστρέψει στην προηγούμενη κατάστασή του. Η λειτουργικότητα τείνει να μετατρέπεται σε κριτήριο επιτυχούς προσαρμογής.

Ωστόσο, η λογική αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη φύση του πένθους. Η ψυχική εργασία που περιέγραψε ο Freud δεν υπακούει σε χρονοδιαγράμματα παραγωγικότητας. Απαιτεί χρόνο, επαναλήψεις, επιστροφές και συχνά περιόδους φαινομενικής ακινησίας. Το πένθος δεν είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνεται γραμμικά. Είναι μια αναμέτρηση με την απώλεια που μετασχηματίζεται καθώς μετασχηματίζεται και το ίδιο το υποκείμενο.

Ίσως γι’ αυτό η ψυχανάλυση εξακολουθεί να έχει κάτι ουσιαστικό να πει για το πένθος. Υπενθυμίζει ότι η απώλεια δεν είναι ένα τεχνικό πρόβλημα προς επίλυση αλλά μια εμπειρία που αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Επίλογος

Ίσως τελικά η σημαντικότερη διάκριση ανάμεσα στο πένθος και στη μελαγχολία να μην αφορά την ένταση του πόνου αλλά τη δυνατότητα του υποκειμένου να δώσει θέση στην απώλεια.

Να επιτρέψει στο χαμένο αντικείμενο να γίνει μέρος της ιστορίας του χωρίς να καταλάβει ολόκληρο τον ψυχικό του χώρο.

Γιατί η ανθρώπινη ζωή δεν οργανώνεται μόνο γύρω από όσα αποκτούμε. Οργανώνεται και γύρω από όσα χάνουμε. Και ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε με αυτές τις απώλειες λέει συχνά περισσότερα για την υποκειμενικότητά μας από όσα καταφέρνουμε να διατηρήσουμε.

 

Σχετικά άρθρα

Share your love