
Τελειοθηρία: η παγίδα του να μην είναι τίποτα αρκετό
Η ρωγμή στην ψευδαίσθηση της ακεραιότητας
Η τελειοθηρία και η τελειομανία αποτελούν συχνά πηγή άγχους, αυτοκριτικής και ψυχικής εξάντλησης. Παρότι συνδέονται με την επιτυχία και την υψηλή απόδοση, πολλές φορές κρύβουν μια βαθύτερη δυσκολία αποδοχής της ατέλειας, του λάθους και της αβεβαιότητας.
Εισαγωγή: η γοητεία και το κόστος της τελειότητας
Η τελειοθηρία παρουσιάζεται συχνά ως ένα θετικό χαρακτηριστικό. Συνδέεται με την επιμονή, την υπευθυνότητα, την οργάνωση και την επιτυχία. Στον επαγγελματικό χώρο, στο πανεπιστήμιο ή ακόμη και στις διαπροσωπικές σχέσεις, ο τελειοθηρικός άνθρωπος συχνά αντιμετωπίζεται ως κάποιος που θέτει υψηλά πρότυπα και προσπαθεί να δίνει τον καλύτερό του εαυτό. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται συχνά μια διαφορετική πραγματικότητα.
Για πολλούς ανθρώπους η τελειοθηρία δεν αποτελεί πηγή ικανοποίησης αλλά πηγή εξάντλησης. Τίποτα δεν φαίνεται αρκετό. Κάθε επίτευγμα χάνει γρήγορα την αξία του. Κάθε στόχος αντικαθίσταται από έναν επόμενο. Κάθε επιτυχία συνοδεύεται από την αίσθηση ότι θα μπορούσε να είχε γίνει καλύτερα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο άνθρωπος θέλει να εξελιχθεί. Το πρόβλημα είναι ότι η ικανοποίηση μοιάζει διαρκώς να μετατίθεται στο μέλλον.
Στην κλινική πράξη, οι άνθρωποι που περιγράφονται ως τελειοθηρικοί σπάνια ζητούν βοήθεια για την ίδια την τελειοθηρία. Συνήθως απευθύνονται σε έναν ειδικό εξαιτίας του άγχους, της εξάντλησης, της αναβλητικότητας, των δυσκολιών στις σχέσεις, της κατάθλιψης ή της αίσθησης ότι δεν είναι ποτέ αρκετοί.
Η τελειοθηρία εμφανίζεται τότε όχι ως η βασική δυσκολία αλλά ως ένας τρόπος με τον οποίο το υποκείμενο προσπαθεί να αντιμετωπίσει κάτι βαθύτερο.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η τελειοθηρία μπορεί να κατανοηθεί ως έκφραση μιας εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα στην επιθυμία, στο ιδεώδες του εαυτού και στην τιμωρητική λειτουργία του υπερεγώ. Δεν αφορά μόνο μια συμπεριφορική τάση προς υψηλές επιδόσεις αλλά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο οργανώνει την αξία του, αναζητά την αναγνώριση και αμύνεται απέναντι στην αίσθηση ανεπάρκειας.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί κάποιος θέλει να είναι τέλειος. Το ερώτημα είναι τι προσπαθεί να αποφύγει μέσα από αυτή την αναζήτηση.
Η τελειότητα ως ναρκισσιστικό ιδεώδες
Η τελειοθηρία δεν γεννιέται μόνο από υψηλές απαιτήσεις ή από μια ιδιαίτερη κλίση προς την οργάνωση. Συχνά συνδέεται με μια βαθύτερη φαντασίωση: την ύπαρξη μιας εκδοχής του εαυτού απαλλαγμένης από αδυναμίες, αντιφάσεις και ελλείψεις.
Η σύγχρονη κουλτούρα ενισχύει αυτή τη φαντασίωση. Το υποκείμενο καλείται να είναι αποδοτικό, δημιουργικό, ψυχικά ισορροπημένο, σωματικά υγιές και διαρκώς εξελισσόμενο. Η ατέλεια παρουσιάζεται ως κάτι που μπορεί να διορθωθεί, να ξεπεραστεί ή να εξαλειφθεί.
Η τελειότητα μετατρέπεται έτσι σε ναρκισσιστικό ιδεώδες. Σε μια εικόνα πληρότητας με την οποία το υποκείμενο προσπαθεί να ταυτιστεί.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το ιδανικό είναι υψηλό. Το πρόβλημα είναι ότι είναι αδύνατο.
Όσο περισσότερο επενδύεται αυτή η εικόνα, τόσο περισσότερο η καθημερινή πραγματικότητα βιώνεται ως ανεπαρκής. Το σώμα γερνά, οι σχέσεις δοκιμάζονται, η εργασία περιλαμβάνει αστοχίες και η ζωή παράγει διαρκώς γεγονότα που δεν μπορούν να ελεγχθούν. Η απόσταση ανάμεσα στο ιδανικό και στην πραγματικότητα γίνεται τότε πηγή μόνιμης ψυχικής έντασης.
Πώς εκδηλώνεται η τελειοθηρία;
Η τελειοθηρία δεν ταυτίζεται με τη φιλοδοξία ή την επιμέλεια. Ένας άνθρωπος μπορεί να εργάζεται με συνέπεια, να θέτει υψηλούς στόχους και να επιδιώκει την ποιότητα χωρίς η αξία του να εξαρτάται από το αποτέλεσμα.
Η τελειοθηρία εμφανίζεται όταν η αξία του αποτελέσματος συνδέεται άμεσα με την αξία του ίδιου του εαυτού. Το λάθος παύει να είναι ένα φυσιολογικό μέρος της ανθρώπινης δραστηριότητας και μετατρέπεται σε προσωπική αποτυχία. Συχνά παρατηρούμε:
- υπερβολική αυτοκριτική,
- φόβο λάθους,
- δυσκολία ολοκλήρωσης εργασιών,
- αναβλητικότητα λόγω φόβου αποτυχίας,
- ανάγκη συνεχούς ελέγχου,
- αίσθηση ότι το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ αρκετά καλό,
- δυσκολία να απολαύσει κανείς όσα έχει ήδη καταφέρει.
Το παράδοξο είναι ότι η τελειοθηρία δεν οδηγεί πάντοτε σε περισσότερη αποτελεσματικότητα. Πολύ συχνά οδηγεί σε ακινησία. Ο φόβος του ατελούς μπορεί να γίνει τόσο έντονος ώστε το υποκείμενο να δυσκολεύεται να ξεκινήσει, να ολοκληρώσει ή να εκθέσει τη δουλειά του στους άλλους.
Η τελειότητα που δεν έρχεται ποτέ
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της τελειοθηρίας είναι ότι η επίτευξη του στόχου δεν προσφέρει την ανακούφιση που υπόσχεται. Το πτυχίο αποκτάται. Η εργασία ολοκληρώνεται. Ο στόχος επιτυγχάνεται. Και πολύ γρήγορα εμφανίζεται ένας νέος στόχος. Η ψυχική ένταση δεν μειώνεται. Απλώς μετακινείται. Σαν να υπάρχει πάντοτε κάτι ακόμη που πρέπει να διορθωθεί, να συμπληρωθεί ή να βελτιωθεί.
Η τελειοθηρία παύει τότε να αφορά την πραγματικότητα και αρχίζει να αφορά τη σχέση του υποκειμένου με τον εαυτό του. Δεν πρόκειται πλέον για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου αποτελέσματος αλλά για μια ατελείωτη προσπάθεια να φτάσει κανείς σε ένα σημείο όπου δεν θα υπάρχει έλλειψη, αμφιβολία ή ατέλεια. Μόνο που αυτό το σημείο δεν έρχεται ποτέ.
Η τυραννία του «δεν είναι αρκετό»
Συχνά θεωρούμε ότι ο τελειοθηρικός άνθρωπος καθοδηγείται από την επιθυμία να πετύχει. Η κλινική εμπειρία δείχνει ότι πολλές φορές συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Δεν πρόκειται τόσο για την αναζήτηση της επιτυχίας όσο για την αποφυγή της αποτυχίας. Δεν πρόκειται τόσο για την επιθυμία δημιουργίας όσο για την ανάγκη αποφυγής του λάθους.
Πίσω από αυτή τη λειτουργία συναντάμε συχνά μια ιδιαίτερα αυστηρή εσωτερική φωνή. Μια φωνή που δεν ικανοποιείται ποτέ πραγματικά. Ακόμη και όταν ο στόχος επιτυγχάνεται, η απαίτηση δεν σταματά. Αντί να αναγνωρίσει την προσπάθεια, μετατοπίζεται αμέσως στο επόμενο βήμα. Αντί να προσφέρει ανακούφιση, παράγει μια νέα υποχρέωση.
Η ψυχαναλυτική θεωρία περιγράφει αυτή τη λειτουργία μέσα από την έννοια του υπερεγώ. Σε αντίθεση με ό,τι συχνά πιστεύεται, το υπερεγώ δεν λειτουργεί μόνο ως εσωτερικός ηθικός κριτής. Μπορεί να λειτουργεί και ως μια αδιάκοπη απαίτηση για περισσότερα.
«Θα μπορούσες καλύτερα.»
«Δεν είναι αρκετό.»
«Προσπάθησε περισσότερο.»
«Δεν πρέπει να κάνεις λάθος.»
Έτσι, η τελειοθηρία δεν οδηγεί στην ηρεμία. Οδηγεί σε μια ατέρμονη σχέση με μια απαίτηση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
→ Δείτε επίσης: Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης
Η τελειοθηρία ως άμυνα απέναντι στη ντροπή
Πίσω από πολλές τελειοθηρικές οργανώσεις συναντάμε ένα συναίσθημα που δεν είναι πάντα εύκολα ορατό: τη ντροπή. Όχι απαραίτητα τη ντροπή που εμφανίζεται μετά από ένα συγκεκριμένο λάθος, αλλά μια βαθύτερη αγωνία ότι κάτι στον εαυτό δεν είναι αρκετό. Ότι αν ο άλλος δει πραγματικά ποιος είμαι, θα ανακαλύψει μια ανεπάρκεια που προσπαθώ να αποκρύψω.
Το άτομο φοβάται ότι θα εκτεθεί. Ότι θα αποκαλυφθεί μια αδυναμία. Ότι θα φανεί ανεπαρκές ή ότι θα απογοητεύσει τους άλλους και τον εαυτό του. Η τελειότητα εμφανίζεται τότε ως προστασία. Αν όλα γίνουν σωστά, ίσως η κριτική αποφευχθεί. Αν δεν υπάρξει λάθος, ίσως δεν υπάρξει απόρριψη. Αν η εικόνα παραμείνει άψογη, ίσως προστατευτεί η αυτοεκτίμηση.
Το πρόβλημα είναι ότι η στρατηγική αυτή δεν προσφέρει πραγματική ασφάλεια. Αντίθετα, καθιστά το υποκείμενο ολοένα και πιο ευάλωτο απέναντι στο ενδεχόμενο του λάθους. Όσο περισσότερο επενδύεται η αξία του εαυτού στην τελειότητα, τόσο πιο επώδυνη γίνεται κάθε ατέλεια.
Η διάκριση ανάμεσα στην ενοχή και τη ντροπή είναι εδώ κρίσιμη. Η ενοχή συνδέεται με αυτό που το υποκείμενο πιστεύει ότι έκανε. Η ντροπή αφορά αυτό που φοβάται ότι είναι.
Η τελειοθηρία λειτουργεί συχνά ως άμυνα απέναντι σε αυτή τη δεύτερη εμπειρία. Δεν προσπαθεί μόνο να διορθώσει ένα λάθος. Προσπαθεί να αποτρέψει την αποκάλυψη μιας υποτιθέμενης ανεπάρκειας.
Η τελειοθηρία ως ανάγκη ελέγχου
Μία ακόμη διάσταση της τελειοθηρίας αφορά τη σχέση με την αβεβαιότητα. Ο τελειοθηρικός άνθρωπος δεν προσπαθεί μόνο να οργανώσει τη ζωή του. Προσπαθεί να οργανώσει το απρόβλεπτο, να περιορίσει το τυχαίο και να ελέγξει το ενδεχόμενο της αποτυχίας.
Να προλάβει τη ματαίωση. Να εξουδετερώσει την αμφιβολία. Να διατηρήσει την αίσθηση ότι τίποτα δεν θα ξεφύγει από τον έλεγχό του.
Η ανάγκη αυτή μπορεί να εμφανιστεί στην εργασία, στις σχέσεις, στην ανατροφή των παιδιών, στη φροντίδα του σώματος, στην υγεία ή στον προγραμματισμό του χρόνου. Κάτω από όλες αυτές τις μορφές βρίσκεται συχνά η ίδια επιθυμία: να μην υπάρξει το απρόβλεπτο.
Μόνο που η ανθρώπινη ζωή δεν οργανώνεται με αυτόν τον τρόπο. Πάντοτε κάτι διαφεύγει. Κάτι δεν ελέγχεται. Κάτι παραμένει ως υπόλοιπο που δεν μπορεί να προβλεφθεί.
Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η τελειοθηρία μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια άρνησης αυτού του ορίου. Μια προσπάθεια να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση ότι η ζωή μπορεί να οργανωθεί πλήρως μέσα από τη γνώση, την προετοιμασία ή την πειθαρχία.
Η πραγματικότητα, όμως, επανέρχεται συνεχώς για να υπενθυμίσει το αντίθετο.
→ Δείτε επίσης: Ο χρόνος, η τάξη και τα όρια του ελέγχου
Κλινικές εκφάνσεις της τελειοθηρίας
Η τελειοθηρία δεν αποτελεί ξεχωριστή διάγνωση. Αποτελεί έναν τρόπο οργάνωσης που μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές κλινικές εικόνες και να υπηρετεί διαφορετικές ψυχικές λειτουργίες.
Στην ιδεοψυχαναγκαστική οργάνωση συναντάμε την ανάγκη βεβαιότητας, τον φόβο του λάθους και τη δυσκολία ανοχής της αμφιβολίας.
Στις διατροφικές διαταραχές η τελειότητα επενδύεται συχνά στο σώμα, στο βάρος και στον έλεγχο των σωματικών αναγκών.
Στο άγχος υγείας εμφανίζεται ως αναζήτηση ενός σώματος απολύτως ασφαλούς και προστατευμένου από κάθε πιθανή απειλή.
→ Δείτε επίσης: Άγχος υγείας: όταν το σώμα γίνεται τόπος αβεβαιότητας
Στην κατάθλιψη υψηλής λειτουργικότητας συναντάμε ανθρώπους που συνεχίζουν να αποδίδουν, ενώ ταυτόχρονα βασανίζονται από την αίσθηση ότι δεν είναι ποτέ αρκετοί.
→ Δείτε επίσης: Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης
Σε ορισμένες ναρκισσιστικές οργανώσεις η τελειότητα γίνεται μέσο προστασίας μιας εύθραυστης εικόνας εαυτού, η οποία δυσκολεύεται να αντέξει την αποτυχία, την κριτική ή την απώλεια.
Γι’ αυτό η τελειοθηρία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό χαρακτηριστικό προσωπικότητας. Αποτελεί συχνά έναν τρόπο διαχείρισης βαθύτερων ψυχικών συγκρούσεων.
Η ρωγμή στην ψευδαίσθηση της ακεραιότητας
Όσο η ζωή ακολουθεί την πορεία που το υποκείμενο έχει σχεδιάσει, η τελειοθηρία μπορεί να μοιάζει αποτελεσματική. Οι στόχοι επιτυγχάνονται, η εικόνα παραμένει συνεκτική και η αίσθηση ελέγχου διατηρείται. Κάποια στιγμή, όμως, εμφανίζεται η ρωγμή.
Μια αποτυχία, μια απόρριψη, μια απώλεια, μια ασθένεια ή μια επαγγελματική ματαίωση εισάγει κάτι που δεν είχε προβλεφθεί και δεν μπορεί να διορθωθεί άμεσα. Η ζωή υπενθυμίζει ότι δεν υπακούει πλήρως στη βούλησή μας.
Η εμπειρία αυτή είναι συχνά δυσανάλογα επώδυνη για τον τελειοθηρικό άνθρωπο. Δεν κλονίζεται μόνο το γεγονός.
Κλονίζεται ολόκληρη η εικόνα που είχε χτιστεί γύρω από την ιδέα ότι όλα μπορούν να οργανωθούν, να προβλεφθούν ή να ελεγχθούν.
Η εικόνα ενός περίτεχνου βάζου που φέρει μια λεπτή ρωγμή αποδίδει εύστοχα αυτή τη συνθήκη. Η ρωγμή δεν αναιρεί την αξία του αντικειμένου. Αποκαλύπτει ότι δεν υπήρξε ποτέ άτρωτο.
Με ανάλογο τρόπο, η αποτυχία, η απώλεια ή η ασθένεια δεν δημιουργούν την ανθρώπινη ευαλωτότητα. Απλώς την καθιστούν ορατή.
Η ρωγμή δεν δημιουργεί την ατέλεια. Η ατέλεια υπήρχε πάντοτε. Η ρωγμή απλώς την αποκαλύπτει.
Από λακανική σκοπιά, η στιγμή αυτή μπορεί να θεωρηθεί συνάντηση με το Πραγματικό: με εκείνο που αντιστέκεται στον έλεγχο, στη συμβολοποίηση και στη φαντασίωση της πληρότητας.
→ Δείτε επίσης: Οι ρωγμές του Πραγματικού: το υποκείμενο εκκρεμές στις ρωγμές του Πραγματικού
Το εύθραυστο της τελειότητας
Ίσως τελικά το πρόβλημα της τελειοθηρίας να μην είναι η αγάπη για την τελειότητα. Ίσως να είναι η δυσκολία αποδοχής της ατέλειας.
Στην ψυχαναλυτική σκέψη, η ανθρώπινη ύπαρξη δεν θεωρείται ποτέ πλήρης. Το υποκείμενο συγκροτείται γύρω από μια έλλειψη που δεν εξαφανίζεται. Κάτι πάντοτε λείπει. Κάτι πάντοτε διαφεύγει. Κάτι πάντοτε παραμένει ανοιχτό.
Η σύγχρονη κουλτούρα συχνά υπόσχεται το αντίθετο. Υπόσχεται ότι με αρκετή προσπάθεια, αρκετή γνώση, αρκετή αυτοβελτίωση ή αρκετό έλεγχο μπορούμε να φτάσουμε σε μια κατάσταση πληρότητας. Η τελειοθηρία γίνεται τότε ο ψυχικός μηχανισμός που υπηρετεί αυτή την υπόσχεση.
Το υποκείμενο εργάζεται αδιάκοπα για να φτάσει σε ένα σημείο όπου τίποτα δεν θα λείπει. Όμως αυτό το σημείο δεν έρχεται ποτέ. Όχι επειδή το άτομο δεν προσπαθεί αρκετά. Αλλά επειδή η ανθρώπινη ζωή δεν οργανώνεται γύρω από την πληρότητα. Οργανώνεται γύρω από την επιθυμία. Και η επιθυμία γεννιέται ακριβώς εκεί όπου υπάρχει έλλειψη.
Αν δεν υπήρχε τίποτα που να λείπει, δεν θα υπήρχε λόγος να επιθυμούμε, να δημιουργούμε, να αγαπάμε ή να αναζητούμε. Η ατέλεια δεν αποτελεί ατύχημα της ύπαρξης. Αποτελεί συνθήκη της.
→ Δείτε επίσης: Το αίσθημα κενού: από τη δομική έλλειψη στην ψυχική οδύνη
Από την τελειότητα στην ανθρώπινη συνθήκη
Η έξοδος από την τελειοθηρία δεν σημαίνει παραίτηση από τους στόχους, την προσπάθεια ή την επιθυμία για εξέλιξη. Σημαίνει τη δυνατότητα να αναγνωρίσει κανείς ότι η αξία του δεν εξαρτάται από την απουσία λαθών. Ότι η αποτυχία δεν ισοδυναμεί με προσωπική ακύρωση.
Ότι η κριτική δεν καταστρέφει την ύπαρξη. Ότι η ατέλεια δεν αφαιρεί την ανθρώπινη αξία. Ο Winnicott περιέγραψε τη σημασία της «αρκετά καλής μητέρας» (good enough mother), υπογραμμίζοντας ότι η ψυχική ανάπτυξη δεν απαιτεί την τελειότητα αλλά την ύπαρξη ενός περιβάλλοντος που αντέχει την ατέλεια.
Η ιδέα αυτή μπορεί να επεκταθεί και στη σχέση με τον εαυτό. Η ψυχική ωριμότητα δεν προϋποθέτει να γίνει κανείς τέλειος αλλά να μπορέσει να ζήσει χωρίς να καταρρέει μπροστά στην ατέλεια.
Συμφωνώ. Ο τωρινός επίλογος είναι πολύ «συμφιλιωτικός» και κάπως αναμενόμενος. Μετά από ένα άρθρο που μιλά για υπερεγώ, ναρκισσιστικό ιδεώδες, ντροπή, έλλειψη και Πραγματικό, ο επίλογος πέφτει σε έναν λόγο σχεδόν αυτοβοήθειας.
Θα πήγαινα προς κάτι πιο δοκιμιακό, πιο ψυχαναλυτικό και λιγότερο παρηγορητικό.
Επίλογος: πέρα από την ψευδαίσθηση της τελειότητας
Η τελειοθηρία δεν αποτελεί απλώς την επιθυμία να γίνουν τα πράγματα σωστά. Συχνά αποτελεί την προσπάθεια να διατηρηθεί μια εικόνα ακεραιότητας απέναντι σε αυτό που τη διαψεύδει διαρκώς: το λάθος, την απώλεια, τη φθορά, την αμφιβολία, την εξάρτηση από τους άλλους.
Το υποκείμενο εργάζεται ακούραστα για να προσεγγίσει μια εκδοχή του εαυτού χωρίς ρωγμές. Μια εκδοχή που θα ήταν πλήρης, αυτάρκης και προστατευμένη από τη ματαίωση. Όμως η ανθρώπινη εμπειρία δεν οργανώνεται γύρω από την πληρότητα. Οργανώνεται γύρω από τα όρια της.
Ίσως γι’ αυτό η τελειοθηρία δεν προσφέρει ποτέ την ηρεμία που υπόσχεται. Κάθε στόχος που κατακτάται αποκαλύπτει έναν επόμενο. Κάθε ιδανικό που προσεγγίζεται γεννά μια νέα απαίτηση. Το σημείο της οριστικής ολοκλήρωσης παραμένει πάντοτε λίγο πιο πέρα.
Η ψυχαναλυτική σκέψη δεν αντιμετωπίζει την έλλειψη ως δυσλειτουργία που πρέπει να διορθωθεί. Την αντιμετωπίζει ως συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί όπου η τελειοθηρία βλέπει αποτυχία, ίσως να βρίσκεται ακριβώς το σημείο από το οποίο μπορεί να αναδυθεί η επιθυμία, η δημιουργία και η σχέση με τον άλλον.
Η ρωγμή δεν είναι το αντίθετο της ζωής. Είναι το σημείο όπου η ζωή παύει να ταυτίζεται με το ιδανικό.
Και ίσως η ψυχική ωριμότητα να αρχίζει όχι όταν το υποκείμενο κατορθώνει να γίνει αυτό που φανταζόταν ότι έπρεπε να είναι, αλλά όταν μπορεί να συνεχίσει να ζει, να επιθυμεί και να δημιουργεί χωρίς να απαιτεί από τον εαυτό του να είναι ολόκληρος.
Σχετικά άρθρα
- Το αίσθημα κενού: από τη δομική έλλειψη στην ψυχική οδύνη
- Ο χρόνος, η τάξη και τα όρια του ελέγχου
- Η λειτουργικότητα ως προσωπείο της κατάθλιψης
- Άγχος υγείας: όταν το σώμα γίνεται πεδίο αγωνίας
- Τα μοτίβα που επαναλαμβάνουμε στις σχέσεις: όταν η αγάπη συναντά το ασυνείδητο
- Οι ρωγμές του Πραγματικού: το υποκείμενο εκκρεμές στις ρωγμές του Πραγματικού