
Ψύχωση: Η Απο-επένδυση ενός Μαργαριταριού
Η απώλεια της συμβολικής συνοχής και η υπερβολική βεβαιότητα του νοήματος
«Στην ψύχωση υπάρχουν στιγμές όπου ένα υποκείμενο μοιάζει να συγκροτείται γύρω από μια σχετική συνοχή: δυνατότητα επένδυσης στον κόσμο, στον λόγο του Άλλου και στην ίδια του την ύπαρξη. Μια μορφή ψυχικής οργάνωσης που επιτρέπει στο υποκείμενο να κατοικεί τον λόγο, το σώμα και τον δεσμό με τον Άλλο χωρίς να κατακλύζεται από αυτούς.
Και υπάρχουν στιγμές όπου αυτή η συνοχή αρχίζει σταδιακά να υποχωρεί.
Όχι πάντοτε μέσα από μια θεαματική κατάρρευση. Πολύ συχνά αυτή η αποσύνδεση εμφανίζεται ως αργή απώλεια της δυνατότητας του υποκειμένου να αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στις ίδιες του τις επενδύσεις. Αυτό που μέχρι τότε έφερε αξία, ενδιαφέρον, επιθυμία ή προσανατολισμό μοιάζει να απογυμνώνεται από το ψυχικό του φορτίο.
Ίσως γι’ αυτό η εικόνα του μαργαριταριού να αποκτά εδώ μια ιδιαίτερη σημασία.
Το μαργαριτάρι δεν είναι απλώς ένα πολύτιμο αντικείμενο. Η αξία του προκύπτει από μια αργή διαδικασία συγκρότησης γύρω από ένα ξένο σώμα, γύρω από κάτι αρχικά ακατέργαστο και χωρίς μορφή που σταδιακά αποκτά επιφάνεια και συνοχή. Η λάμψη του δεν είναι ανεξάρτητη από αυτό που κάποτε υπήρξε τραυματικό.
Κάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει και σε ορισμένες ψυχικές οργανώσεις. Το υποκείμενο συγκροτεί μια σχετική σταθερότητα γύρω από συμβολικά σημεία αναφοράς, μορφές δεσμού, επιθυμίας και νοήματος που του επιτρέπουν να διατηρεί μια ορισμένη συνοχή της εμπειρίας.
Στην ψύχωση, όμως, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την εμφάνιση παραληρητικών ιδεών ή ψευδαισθητικών φαινομένων. Αγγίζει βαθύτερα τη σχέση του υποκειμένου με τη συμβολική τάξη που οργανώνει την πραγματικότητα, τη γλώσσα και τον δεσμό με τον Άλλο.
Όταν αυτή η συμβολική σταθεροποίηση διαρρηγνύεται, το υποκείμενο μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένο σε ένα πραγματικό που επιστρέφει χωρίς επαρκή επεξεργασία. Οι λέξεις παύουν να λειτουργούν ως ανοιχτά σημαίνοντα και μοιάζουν να απευθύνονται άμεσα στο υποκείμενο. Το βλέμμα του άλλου αποκτά υπερβολική εγγύτητα.
Το τυχαίο παύει να είναι τυχαίο.
Η πραγματικότητα μοιάζει να μιλά χωρίς απόσταση.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία της ψυχωτικής εμπειρίας:
όχι η αμφιβολία,
αλλά η κατάρρευση της δυνατότητας αμφισημίας.
Σε αντίθεση με τις ιδεοψυχαναγκαστικές οργανώσεις, όπου το υποκείμενο παγιδεύεται συχνά μέσα σε μια ατέρμονη αμφιβολία και σε μια υπερεπένδυση της σκέψης, στην ψύχωση το νόημα μπορεί να αποκτήσει μια απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη βεβαιότητα.
Το πρόβλημα τότε δεν είναι η έλλειψη νοήματος.
Μερικές φορές είναι ακριβώς η υπερβολική συνοχή του νοήματος.
Η υποχώρηση της επένδυσης δεν εμφανίζεται μόνο ως απώλεια ενδιαφέροντος ή ως απόσυρση από τον κόσμο. Πολύ συχνά αφορά τη δυσκολία του υποκειμένου να στηρίξει τη σχέση του με την επιθυμία, με το σώμα και με τις μορφές συμβολικής αναγνώρισης που μέχρι τότε λειτουργούσαν ως σημεία σταθερότητας.
Αυτό που κάποτε έφερε λάμψη, επένδυση ή αξία μπορεί σταδιακά να απογυμνώνεται από τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως φορέας νοήματος.
Και ακριβώς εκεί εμφανίζεται πολλές φορές η ανάγκη ανασυγκρότησης μιας διαφορετικής συνοχής. Το παραλήρημα, οι ιδιαίτερες βεβαιότητες ή οι ιδιωτικές σημασίες δεν αποτελούν απλώς «συμπτώματα». Μπορούν να λειτουργήσουν και ως απόπειρες αναδόμησης ενός κόσμου που έχει αρχίσει να αποδιοργανώνεται.
Ο Freud ήδη από το 1924 σημείωνε ότι στην ψύχωση δεν πρόκειται μόνο για απώλεια της πραγματικότητας, αλλά και για προσπάθεια αναδόμησής της. Και ακριβώς επειδή το υποκείμενο επιχειρεί να ανασυνθέσει έναν κόσμο που καταρρέει, η ψυχωτική εμπειρία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως έλλειμμα ή αποδιοργάνωση.
Το υποκείμενο συνεχίζει να προσπαθεί να οργανώσει κάτι από την ύπαρξή του ακόμη και εκεί όπου οι όροι αυτής της οργάνωσης γίνονται εξαιρετικά εύθραυστοι.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εμπειρία αυτή συνοδεύεται και από μια βαθιά απομόνωση. Όχι μόνο κοινωνική, αλλά συμβολική. Το υποκείμενο δυσκολεύεται να στηριχθεί σε κοινές μορφές νοήματος, σε σταθερές αναφορές ή σε έναν Άλλο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τόπος αναγνώρισης και ορίου.
Και τότε η αποσύνδεση της επένδυσης δεν οδηγεί απαραίτητα στην εξαφάνιση του νοήματος. Μπορεί να οδηγεί στην αδυναμία του υποκειμένου να κατοικήσει έναν κόσμο που παύει να προσφέρει σταθερά σημεία συμβολικής εγγραφής.
Ίσως τελικά το πιο τραγικό στοιχείο της ψυχωτικής εμπειρίας να μην είναι μόνο η αποδιοργάνωση της πραγματικότητας, αλλά η αργή απώλεια εκείνης της εύθραυστης συμβολικής επιφάνειας που επέτρεπε κάποτε στο υποκείμενο να διατηρεί κάτι από τη λάμψη και τη συμβολική συνοχή της ίδιας του της ύπαρξης.