Η επανάσταση της κατάθλιψης

Όταν η εξάντληση γίνεται σύγκρουση με τις απαιτήσεις της ζωής που προσπαθούμε να υπηρετήσουμε

Στον «Θάνατο του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ, ο πρωταγωνιστής αδυνατεί να συμβιβαστεί με τη ζωή που έζησε και με το γεγονός ότι δεν κατάφερε να γίνει αυτό που πίστευε πως όφειλε να γίνει. Το όνειρο της αναγνώρισης, της κοινωνικής καταξίωσης και της προσωπικής ολοκλήρωσης μετατρέπεται σταδιακά σε εμπειρία βαθιάς απογοήτευσης και ματαίωσης.

Και ίσως κάπου εκεί να αρχίζει να οργανώνεται ένα γνώριμο ψυχικό αδιέξοδο της σύγχρονης εποχής.

Πολλές φορές το υποκείμενο μεγαλώνει μαθαίνοντας ότι η αξία του συνδέεται με την επίδοση, την κοινωνική αποδοχή και την ικανότητά του να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των άλλων. Να πετύχει, να αποκτήσει, να ξεχωρίσει, να αποδείξει ότι αξίζει.

Όμως οι στόχοι, οι φιλοδοξίες και τα ιδανικά που οργανώνουν τη ζωή ενός ανθρώπου δεν γεννιούνται πάντοτε από τη δική του επιθυμία. Συχνά διαμορφώνονται μέσα από την πίεση της εποχής, τη σύγκριση με τους άλλους, τις κοινωνικές επιταγές και την αγωνιώδη ανάγκη αναγνώρισης.

Κάπου εκεί, η αποτυχία παύει να αφορά μόνο έναν στόχο και αρχίζει να βιώνεται σαν προσωπική ήττα.

Το άτομο δεν αισθάνεται ότι απέτυχε μόνο σε κάτι που προσπάθησε να πετύχει. Αισθάνεται ότι αποτυγχάνει ως ύπαρξη. Και όσο περισσότερο η αυτοεικόνα οργανώνεται γύρω από την ανάγκη κοινωνικής επιβεβαίωσης και καταξίωσης, τόσο πιο εύκολα η ματαίωση μετατρέπεται σε ψυχική κατάρρευση.

Μια οικονομική δυσκολία, μια απώλεια, ένας χωρισμός, μια ασθένεια ή ακόμη και η αίσθηση ότι τίποτα από όσα κατακτήθηκαν δεν προσφέρει πραγματική πληρότητα, μπορεί να λειτουργήσουν σαν ρήγμα στην εικόνα του εαυτού.

Τότε η απογοήτευση γίνεται βαθύτερη.
Η αυτοεικόνα αρχίζει να ραγίζει.
Και το υποκείμενο βιώνει σταδιακά ένα αίσθημα εσωτερικού κενού, αδυναμίας και εξάντλησης.

Η κατάθλιψη δεν εμφανίζεται πάντοτε μόνο ως θλίψη. Μπορεί να εμφανίζεται ως αίσθηση ψυχικής παράλυσης, ως απώλεια ενδιαφέροντος για τη ζωή, ως δυσκολία να επιθυμήσει κανείς, να κινηθεί, να επενδύσει ξανά στον κόσμο και στους άλλους.

Και πολλές φορές το πιο επώδυνο στοιχείο δεν είναι μόνο ο πόνος, αλλά η αίσθηση ότι το υποκείμενο δεν αναγνωρίζει πλέον τον εαυτό του μέσα στη ζωή που ζει.

Ίσως τότε η κατάθλιψη να μην εμφανίζεται μόνο ως κατάρρευση, αλλά και ως αδυναμία του ψυχισμού να συνεχίσει να ζει με τον ίδιο τρόπο.

Ίσως να αποτελεί και μια μορφή σιωπηλής αντίδρασης απέναντι σε έναν τρόπο ζωής που απαιτεί διαρκώς περισσότερα, χωρίς να αφήνει αρκετό χώρο για την ανθρώπινη ευαλωτότητα, την αδυναμία και την προσωπική επιθυμία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατάθλιψη παύει να είναι επώδυνη ή ότι πρέπει να εξιδανικεύεται. Η ψυχική οδύνη της μπορεί να είναι βαθιά και καταστροφική. Ωστόσο, ίσως χρειάζεται κάποιες φορές να την ακούσουμε όχι μόνο ως σύμπτωμα προς εξάλειψη, αλλά και ως μια ψυχική συνθήκη που μας αναγκάζει να σταματήσουμε και να αναρωτηθούμε πώς ζούμε, τι υπηρετούμε και ποια κομμάτια του εαυτού μας έχουμε αφήσει πίσω στην προσπάθεια να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις του κόσμου.

Γιατί πολλές φορές η μεγαλύτερη εξάντληση δεν προέρχεται μόνο από όσα μας συμβαίνουν, αλλά από τη διαρκή προσπάθεια να γίνουμε κάποιος που πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε για να αξίζουμε.

 

Σχετικά Άρθρα

Share your love