
Στα δεσμά της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας
Όταν η ανάγκη για εγγύτητα συγκρούεται με τον φόβο της εξάρτησης και της απόρριψης
«Αν με γνωρίσουν πραγματικά, θα φύγουν.»
«Αν αφεθώ αρκετά κοντά σε κάποιον, θα χάσω τον εαυτό μου.»
Για πολλούς ανθρώπους αυτές οι σκέψεις δεν αποτελούν απλώς στιγμές ανασφάλειας. Μοιάζουν περισσότερο με έναν μόνιμο εσωτερικό τρόπο σχέσης με τους άλλους και με τον ίδιο τον εαυτό.
Κάτω από την ανάγκη για αυτονομία, ανεξαρτησία και έλεγχο συχνά κρύβεται μια βαθύτερη αμφιθυμία: η επιθυμία για εγγύτητα συνυπάρχει με τον φόβο της έκθεσης, της εξάρτησης και τελικά της εγκατάλειψης.
Το υποκείμενο επιθυμεί τη σύνδεση, αλλά ταυτόχρονα δυσκολεύεται να παραμείνει μέσα σε αυτή χωρίς να αισθανθεί ότι απειλείται ψυχικά.
Η οικειότητα μπορεί να βιώνεται σαν εισβολή.
Η εγγύτητα σαν περιορισμός.
Η συναισθηματική εξάρτηση σαν απώλεια του ελέγχου του εαυτού.
Και κάπου εκεί αρχίζει να οργανώνεται μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη να ανήκει κανείς σε έναν δεσμό και στην ανάγκη να προστατευτεί από αυτόν.
Πολλές φορές οι άνθρωποι που δυσκολεύονται με την εγγύτητα δεν μοιάζουν εξωτερικά ευάλωτοι. Αντίθετα, συχνά εμφανίζονται ιδιαίτερα λειτουργικοί, υπεύθυνοι, προσαρμοστικοί ή συναισθηματικά «ώριμοι». Έχουν μάθει να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες των άλλων, να ελέγχουν τα συναισθήματά τους και να διατηρούν την εικόνα κάποιου που μπορεί να τα καταφέρνει μόνος του.
Όμως πίσω από αυτή την εικόνα συχνά υπάρχει μια διαρκής ψυχική επιτήρηση του εαυτού.
Το υποκείμενο προσπαθεί να είναι ευχάριστο, διαθέσιμο, αξιόπιστο και ασφαλές για τους άλλους, ενώ ταυτόχρονα φοβάται ότι αν εκφράσει πραγματικά τις ανάγκες, την ευαλωτότητα ή την επιθυμία του, κινδυνεύει να χάσει την αποδοχή και την αγάπη.
Έτσι, η σχέση με τους άλλους αρχίζει να οργανώνεται γύρω από έναν ρόλο.
Έναν ρόλο που επιτρέπει στο άτομο να διατηρεί τη σύνδεση χωρίς να εκτίθεται ολοκληρωτικά μέσα σε αυτήν. Όμως όσο περισσότερο ταυτίζεται με αυτόν τον ρόλο, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αισθανθεί ότι αγαπιέται για αυτό που πραγματικά είναι.
Και ίσως εκεί να γεννιέται σταδιακά μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στην αγάπη και στις σχέσεις.
Το υποκείμενο αρχίζει να πιστεύει ότι η αποδοχή αφορά την εικόνα που παρουσιάζει και όχι τον ίδιο του τον εαυτό. Ότι η σύνδεση εξαρτάται από το να παραμένει ελεγχόμενο, προσαρμοσμένο και συναισθηματικά περιορισμένο.
Οι απογοητεύσεις τότε συσσωρεύονται σιωπηλά.
Η δυσαρέσκεια δύσκολα εκφράζεται άμεσα.
Ο θυμός συχνά καταπιέζεται.
Οι ανάγκες αποσύρονται πριν ακόμη διατυπωθούν.
Η ίδια η επιθυμία αρχίζει σταδιακά να βιώνεται σαν κάτι επικίνδυνο.
Και πολλές φορές, όταν η σχέση αρχίζει να γίνεται πιο απαιτητική συναισθηματικά, το υποκείμενο απομακρύνεται. Άλλοτε σιωπηλά, άλλοτε σταδιακά και άλλοτε μέσα από συμπεριφορές που οδηγούν τελικά τον άλλον στην απόρριψη.
Σαν να γίνεται ευκολότερο να χαθεί μια σχέση παρά να βιωθεί η πιθανότητα εξάρτησης, έκθεσης ή ψυχικής ματαίωσης μέσα σε αυτήν.
Έτσι η αυτονομία μετατρέπεται σταδιακά σε μια ιδιότυπη φυλακή.
Το άτομο προσπαθεί να προστατεύσει τον εαυτό του από τον πόνο της απόρριψης, αλλά ταυτόχρονα απομακρύνεται και από τη δυνατότητα μιας βαθύτερης συναισθηματικής σύνδεσης.
Και ίσως τότε το ερώτημα να μην είναι πόσο ανεξάρτητος είναι πραγματικά κανείς, αλλά πόσο χώρο αφήνει στον εαυτό του να υπάρξει μέσα σε μια σχέση χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να προστατεύεται από αυτήν.
Γιατί πολλές φορές πίσω από την επίμονη ανάγκη αυτονομίας δεν βρίσκεται η ελευθερία, αλλά ο φόβος ότι αν κάποιος μας γνωρίσει πραγματικά, ίσως τελικά να μη μείνει.